Google+ Γαλακτοκομικά Καρυάς - Μαυρόγιαννης Θεοδόσιος: Απριλίου 2012

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Η ιδέα για μια Ελληνική Εθνική μπύρα πέντε αστέρων...

Η ιδέα για μια Ελληνική Εθνική μπύρα πέντε αστέρων ανήκει σ΄έναν νέο επιχειρηματία, τον Χρήστο Παπαδήμα. Όπως δυστυχώς ή ευτυχώς πολλοί συμπατριώτες μας, έτσι και η οικογένεια Παπαδήμα, διάλεξε το δρόμο της ξενιτιάς αναζητώντας μια καλύτερη ζωή και σίγουρο μέλλον για τα παιδιά της στον Καναδά.
 Ο Χρήστος, έχοντας δοκιμάσει υπέροχες Καναδέζικες μπύρες δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του την επιθυμία να δημιουργήσει ένα υπέροχο ελιξίριο αρωμάτων για την Ελλάδα.
 Όταν η νοσταλγία για τη χώρα του και το χωριό του έγινε δυσβάσταχτη, συνεταιρίστηκε με έναν ζυθοποιό, τον David Wood και έναν τεχνικό Ζύθου τον Barry Murray για να ξεκινήσει μια ζυθοποιία στην Ελλάδα.
 Έτσι γεννήθηκε η «Ζυθοποιία Ζέος» 
 Από το 1998 οι Έλληνες απολαμβάνουν την φρέσκια βαρελίσια μπύρα Ζέος που δημιούργησε ο David Wood. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι ότι καλύτερο υπάρχει από σιτηρά (εισαγόμενα) σε συνδυασμό με το γλυκό αρτεσιανό νερό της Πελοποννήσου. Πολύ σύντομα, η ζήτηση μεγάλωσε για εμφιαλωμένη μπύρα έτσι ώστε οι φανατικοί φίλοι της να μπορούν να την απολαύσουν και στο σπίτι τους αλλά και στα αγαπημένα τους Εστιατόρια και Ταβέρνες. Με την συνεχή αύξηση της παραγωγής να είναι πια γεγονός, ο Χρήστος συνεργάστηκε με τον νεαρό Έλληνα Ζυθοποιό Λουκά Παπαχαραλάμπους, ο οποίος είχε μόλις τις σπουδές ζυθοποιίας στην Ευρώπη και εκπαιδευμένο από τους καλύτερους ζυθοποιούς της Γερμανίας και της Πολωνίας. Η συνεργασία αυτή απέδωσε εκτός από την αρχική Ζέος pilsner, την Mak Lager (γνωστή επίσης και σαν «Μακεδονική Συνταγή» και Blue Mak) για να ακολουθήσει η Black Mak, μια μοναδική μπύρα μαγιάς.
Οι μπύρες Ζέος έχουν αποκτήσει τη δική τους μοναδική γεύση και σίγουρα δεν είναι απομιμήσεις άλλων. Μπορούμε να μιλάμε δηλαδή για υψηλής ποιότητας 100% Ελληνικές μπύρες για τις οποίες είμαστε υπερήφανοι.
Ζέος Pilsner. Ασημένιο μετάλλιο γεύσης στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Μπύρας ΒΤΙ στις ΗΠΑ Στιβαρή, ελαφρά αρωματική και φρουτώδης. Εξαιρετική στον ουρανίσκο με ισορροπημένη αίσθηση λυκίσκου, γήινη. Μακρά μετάγευση, εξαιρετική για να συνοδεύσει αρνί και καυτερά Μεσογειακά φαγητά. Σκούρο μπουκάλι, 5% αλκοόλ σε 330 και 500 ml. MAK - Lager (Μακεδονική Συνταγή ή BLUE MAK). Ορεκτικό μπουκέτο πρόγευσης, γλυκόπιοτη. Ελαφρά τραγανή γεύση. Η αρχικά γλυκιά γεύση καταλήγει σε ελαφρά πικράδα. Εξαιρετική για να συνοδεύσει ψαρικά, πουλερικά, μοσχάρι. 5% αλκοόλ. Φιάλη μπλε κοβαλτίου σε 330 και 500 ml. BLACK BAK - Μαύρη μαγιάς (weiss). Βελούδινη στιβαρή γεύση. Ισορροπημένα πικρή γεύση με καραμέλα με άρωμα καβουρντισμένου καφέ και ψήγματα γλυκιάς σοκολάτας, καφέ, καραμέλας και καρυδιού. Σκούρο μπουκάλι, 5% αλκοόλ σε 330 και 500 ml.

 ΖΥΘΟΠΟΙΙΑ ΖΕΟΣ: Η ντόπια μπίρα ενός ξένου!!!! Eνας Καναδός ζυθοποιός βρέθηκε στην Ελλάδα από κάρμα, και εδώ και δέκα χρόνια φτιάχνει μία από τις λίγες ετικέτες αμιγώς ελληνικής μπίρας. Ο Ντέιβιντ γουντ, γενικός διευθυντής της Ζυθοποιίας Ζέος, μιλά για τις «ζυμώσεις» που τον έφεραν εδώ. Οταν ήμουν 14 ετών, στον Καναδά, πήγαινα σε ένα ελληνικό εστιατόριο όπου υπήρχαν διάφορες φωτογραφίες από μέρη της Ελλάδας. Θυμάμαι να κοιτάζω μία από αυτές τις φωτογραφίες και να λέω στον εαυτό μου: κάποια μέρα θα ζεις εκεί. Eτσι, όταν προέκυψε η επαγγελματική πρόταση κι ενώ ήδη έκανα καριέρα ως ζυθοποιός, το είδα όχι μόνο ως επαγγελματική ευκαιρία, αλλά και ως εκπλήρωση ενός παιδικού ονείρου», απαντά στην ερώτηση για το πώς βρέθηκε από τον Καναδά στην Ελλάδα ο γενικός διευθυντής της Ζυθοποιίας Ζέος. Ζυθοποιός. 

Ο Ντέιβιντ Γουντ δοκιμάζει την καινούργια παραγωγή. Ζυθοποιός. Ο Ντέιβιντ Γουντ δοκιμάζει την καινούργια παραγωγή. Πολύ πρόσφατα, την 1η Νοεμβρίου συγκεκριμένα, η εταιρεία έκλεισε ένετεκα χρόνια από την ίδρυσή της και το «γιορτάζει» με εξαγωγές. «Τον Απρίλιο του 2010 ξεκινήσαμε να εξάγουμε στον Καναδά και τις ΗΠΑ, ενώ υπάρχει ενδιαφέρον και για επέκταση της εξαγωγικής δραστηριότητας στην Αυστραλία. Προς το παρόν, διαθέτουμε προς εξαγωγή το 10% με 15% της παραγωγής μας (περίπου 25.000 λίτρα), ποσοστό που αναμένουμε να διπλασιαστεί μέσα στον χρόνο», λέει με φανερή ικανοποίηση, αλλά και περηφάνια, για ένα έργο που δεν ήταν εύκολο στην πορεία του. «Η πρώτη μας παραγωγή ήταν 40.000 λίτρα και τώρα έχουμε ξεπεράσει τις 200.000.

Η ζυθοποιία μας έχει ακόμα μεγάλες δυνατότητες. Αρκεί να σκεφτείτε πως, με τις τωρινές μας εγκαταστάσεις, μπορούμε να φτάσουμε και τα 750.000 λίτρα τον χρόνο, ενώ με μικρή επέκταση μπορούμε εύκολα να προσεγγίσουμε τα 2 εκατομμύρια λίτρα!». Καθόλου άσχημα για μια μικρή επιχείρηση που απασχολεί τέσσερα άτομα μόνιμο προσωπικό -ο αριθμός ανεβαίνει στα δέκα το καλοκαίρι-, το οποίο σκοπεύει να αυξήσει, όσο μεγαλώνει η παραγωγή, συμβάλλοντας με τον τρόπο της και στην τοπική οικονομία. «Για εμένα, η ζυθοποιία είναι κομμάτι του τόπου στον οποίο βρίσκεται, γι' αυτό και το σημείο που θα χτιζόταν ήταν ίσως η σημαντικότερη απόφαση που έπρεπε να πάρουμε. Εδώ (σ.σ. Αργος), ο τόπος είναι εύφορος, ευλογημένος, παίρνουμε εξαιρετικό νερό από την περιοχή Μύλος, το περιβάλλον είναι ιδανικό για μια ζυθοποιία.

 Και τις πρώτες ύλες μας προσπαθούμε να τις αγοράζουμε από την Ελλάδα. Γιατί, ξέρετε, αυτή δεν είναι επιχείρηση του ενός ανθρώπου, ούτε της μίας γενιάς. Οταν μια ζυθοποιία πάει καλά, είναι κληρονομιά για τον τόπο στον οποίο βρίσκεται», τονίζει. Αγάπη για τη Ελλάδα
Ονομα. Το Ζέος δεν προέρχεται από το Ζευς (Δίας), όπως μπορεί να υποθέσει κανείς, αλλά από τη λέξη «ζύμωση». Η ελληνική σημαία βρίσκεται στον λαιμό και στο καπάκι της μπύρας. Ονομα. Το Ζέος δεν προέρχεται από το Ζευς (Δίας), όπως μπορεί να υποθέσει κανείς, αλλά από τη λέξη «ζύμωση». Η ελληνική σημαία βρίσκεται στον λαιμό και στο καπάκι της μπύρας. Μιλώντας για τον τόπο, γίνεται φανερό ότι ο κ. Γουντ νιώθει περισσότερο Ελληνας από πολλούς γηγενείς, αν και δεν μιλά ελληνικά. «Οταν έπρεπε να τα μάθω, δούλευα νυχθημερόν», λέει αστειευόμενος. 
Στην κουβέντα μας και οι πορτοκαλιές που βρίσκονται παντού γύρω από τη ζυθοποιία -ο Νομός Αργολίδος φημίζεται για τους πορτοκαλαιώνες του- και είναι η πηγή έμπνευσης για το επόμενο προϊόν. «Πειραματιζόμαστε με κάτι που θα περιλαμβάνει πορτοκάλι, αλλά δεν μπορώ να πω περισσότερα. Ελπίζω πως θα καταφέρουμε το νέο προϊόν να κυκλοφορήσει μέσα στο 2012». Παραγωγή. Είναι συνειδητά μικρή, για να εξυπηρετεί σωστά τη ζήτηση. 
Οσο μεγαλώνει η παραγωγή, θα αυξηθούν και τα σημεία διανομής. Παραγωγή. Είναι συνειδητά μικρή, για να εξυπηρετεί σωστά τη ζήτηση. Οσο μεγαλώνει η παραγωγή, θα αυξηθούν και τα σημεία διανομής. Ο ίδιος έχει αποκτήσει μια καλή εικόνα για το πώς διαρθώνεται η επιχειρηματικότητα στη χώρα. Συζητώντας για τα προβλήματα που έχει μια μικρή επιχείρηση στην Ελλάδα, μας επισημαίνει ότι αναπόφευκτα σκοντάφτουμε πάντα στη γραφειοκρατία, αλλά και στην παράλογη και υπερβολική φορολόγηση, ακόμα και όταν μια εταιρεία θέλει να εξάγει. «Το κράτος ζητά τόσο πολλά, και μάλιστα προκαταβολικά, κάτι στο οποίο για να ανταπεξέλθει μια μικρή εταιρεία, πρέπει αναγκαστικά να αυξήσει την τιμή των προϊόντων της. Εμείς είμαστε τυχεροί, γιατί αυτοί που αγοράζουν την μπίρα μας δέχονται να πληρώσουν τα σχετικά τέλη, όμως η γενικότερη λογική είναι λάθος. Ειδικά με την παρούσα, δύσκολη κατάσταση, μου φαίνεται ακόμα πιο παράλογο να μη γίνονται ευνοϊκές ρυθμίσεις για τις εξαγωγές, οι οποίες είναι κέρδος για όλους». Ωστόσο, ο Ντέϊβιντ Γουντ δηλώνει αισιόδοξος. «Παρά τις δυσκολίες και τις τρικλοποδιές κάθε είδους, η παραγωγή μεγαλώνει, ο κόσμος μαθαίνει το προϊόν και το αγαπάει. Εξάλλου, όπως λένε και οι παλιοί: Σε αυτήν τη δουλειά, τα πρώτα 100 χρόνια είναι δύσκολα!» Κλείνοντας, μας υπενθυμίζει ότι μία επίσκεψη στο ζυθοποιείο, πέρα από ενδιαφέρουσα εμπειρία, δίνει τη δυνατότητα αγοράς φρέσκιας, απαστερίωτης μπίρας, με πολύ σύντομη ημερομηνία λήξης και η οποία έχει εξαιρετική γεύση. 
¦ Η ντόπια μπίρα ενός ξένου Η πορεία Δώδεκα χρόνια μετά Ταυτότητα. Αμιγώς ελληνική. Το δηλώνει, άλλωστε, και η σελίδα της εταιρείας στο διαδίκτυο, greekbeer.com.  Η εταιρεία ιδρύθηκε το 1999 από τον Κρις Παπαδήμας, ομογενή από τον Καναδά, ο οποίος μοιράστηκε το όνειρό του για μια ελληνική ζυθοποιία στην Ελλάδα με τον Ντέιβιντ Γουντ και τον Μπάρι Μιούρεϊ. Η πρώτη μπίρα που παρήχθη από τη νεόκοπη ζυθοποιία ήταν φρέσκια, όμως με την αύξηση της ζήτησης η εμφιάλωση αποδείχθηκε απαραίτητη. Ετσι, το πρώτο μπουκάλι μπίρας Ζέος βγήκε δύο χρόνια αργότερα (2001). Στην πορεία, το προϊοντικό χαρτοφυλάκιο της εταιρείας εμπλουτίστηκε με δύο ακόμα ετικέτες, τη Mak Lager (γνωστή και ως μακεδονική συνταγή ή Μπλε Μακ) και την Black Mac, μια πλούσια weiss (σταρένια με μαγιά) μπίρα με ιδιαίτερη γεύση.

 ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ ΒΟΝΤΑ haritomeniv@gmail.com 
ΦΩTOΓΡAΦIΕΣ: Χάρης Γκίκας gikas@pegasus.gr

 πηγη http://www.ethnos.gr 

ΖΕΟΣ ΖΥΘΟΠΟΙΙΑ ΑΕ Διεύθυνση 1ο χλμ. Ινάχου - Αργους , 21200 , Αργος
 Στελέχη Διευθύνων: David Wood 
Τηλέφωνα 27510-31400, 6998533050 
Faxes 27510-31401 
E-Mail david@greekbeer.gr
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΌ ΧΩΡΙΌ....

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ.

    Αυτές τις μέρες ήμουν ξανά στο χωριό μου. Δεν ξέρω, κάτι με σπρώχνει από μέσα μου να βρίσκομαι πάντα κοντά του. Ίσως γιατί τα καλύτερα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας τα πέρασα εκεί. Και μ’ άφησαν αναμνήσεις που δε θα σβήσουν ποτέ…
ΚΑΡΥΆ - ΤΟ ΧΩΡΙΌ...ΚΆΤΩ ΑΠΌ ΤΟ ΑΡΤΕΜΊΣΙΟ
Πηγαίνω συχνά στο χωριό μου, μολονότι βρίσκομαι κάπως μακριά του. Εκείνη την ημέρα, βιαστικός και ανυπόμονος, όπως πάντα, πήγα πρώτα στο πατρικό μου. Είδα στην αυλή τη γλάστρα, που πότιζε κάποτε η γριά μου μητέρα και βούρκωσαν τα μάτια μου, τους γέροντες γονείς μου στην φωτογραφία στον τοίχο με θλιμμένα πρόσωπα να με κοιτούσαν στα μάτια και σαν να μου ‘λεγαν «Mη φεύγεις!», το εικόνισμα στη γωνία του δωματίου όπου κάναμε την προσευχή μας κάθε βράδυ προτού πηγαίναμε να κοιμηθούμε.
Και θυμήθηκα το καθετί εκείνων των χρόνων: το σχολείο με τους στενούς μου φίλους και τους καλούς μου δασκάλους, τους χορούς και τα γλέντια στη μέση του χωριού τις γιορτινές μέρες κι όταν έβγαζαν τη νύφη, τα καρναβάλια με τα κλαρίνα και τα πολλά τους γέλια, τα παραδοσιακά τραγούδια και χορούς στα ξωκλήσια εκεί ψηλά στο βουνό, τους χειροδύναμους συγχωριανούς μου στα λατομεία στην άκρη του χωριού να παλεύουν με τους βράχους και τις πέτρες, τα μεστωμένα στάχυα στα χωράφια, άκουσα να αντιλαλούν οι φωνές στ’ αμπέλια, τα πουλιά να κρύβονται στα φύλλα των δέντρων, τα σπουργίτια να χτυπούν με το ράμφος τους τα τζάμια για να μπούνε μέσα τις κρύες μέρες του χειμώνα … Θυμήθηκα επίσης και τα χειμωνιάτικα αξημέρωτα βράδια γύρω απ’ το ζεστό τζάκι με τους γέροντες γονείς μου να αναφέρουμε γεγονότα και ιστορίες, να απαγγέλλουμε ποιήματα και να ξεφυλλίζουμε ανθολογίες.

 Όλα πρόβαλαν σαν μια φωτογραφική ταινία μπροστά στα μάτια μου…Και πέρασαν απ’ το νου μου όλα εκείνα τα χρόνια με τις πολλές πίκρες μα και τις γλυκές κι αλησμόνητες αναμνήσεις… Εκείνη την ημέρα, όπως είπα, καθώς τα σκεφτόμουν όλα και νοσταλγούσα, κάτι μου ‘ρθε στο νου μου κι έβαλα το μαγνητόφωνο. Και τραγούδησα κι εγώ μαζί μ’ εκείνο της ξενιτιάς τα πάθη. Μεγάλη συγκινητική στιγμή!... Και σηκώθηκα έξαφνα και σκεφτικός - σκεφτικός τράβηξα για εκεί, για την άκρη του χωριού, να ανάψω ένα κεράκι στους καλούς μου που έφυγαν και δεν ξαναγύρισαν. Κι έπεσαν δάκρυα πάνω στο μάρμαρο… Και ξαναγύρισα πάλι στο πατρικό μου σπιτάκι κάπως ξαλαφρωμένος απ τον πόνο… Δεν ξέρω, όσο θαρραλέος κι αν φαίνομαι, τόσο μελαγχολικός και ευαίσθητος είμαι… Και βγήκα μετά κάπου εκεί στο κέντρο του χωριού. Κι αντάμωσα, άκουσα κι ένιωσα τα γεροντάκια, που ο πόνος της ξενιτιάς τρυπάει τα σπλάχνα τους, να καταπίνουν τον καημό του χωρισμού και σαν να λένε στα παιδιά τους, που τα περιμένουν με αγωνία, να αφήσουν την ξενιτιά με τα γλυκά της δηλητήρια και να βρουν το δρόμο του γυρισμού, άκουσα την εκκλησία να προσκαλεί τους πιστούς της, τη φωνή του χωριού να ζητάει τα παιδιά του.
Μου φαινόταν πως όλοι και όλα φώναζαν από παντού: «Να γυρίσουν όσο πιο γρήγορα τα νιάτα απ΄ τα ξένα!». Από εκεί που ο ξενιτεμένος είναι... σε ξένους ξένος. Και δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

 Γιατί οι εργατικοί και ζηλευτοί βουνίσιοι, που το έχουν δείξει και σε πιο δύσκολα χρόνια, όταν η ξενιτιά ήταν ο μοναδικός γλιτωμός, όπως ξέρουν να δουλεύουν και να αποχτούν, ξέρουν και να ξαναγυρνάν σαν τα αποδημητικά πουλιά στα αγαπημένα τους μέρη, στα πάτριά τους εδάφη, για να μη τα χάσουν ποτέ, που η ψυχή τους ξέρει πως τα άφησαν κι έφυγαν, έχοντας υπόψη και εκτελώντας συνάμα κι ένα ιερό πατριωτικό καθήκον της ευθύνης προς τις γενιές που έρχονται.
Και τότε ο τίμιος ιδρώτας θα τρέχει για τα άγια αυτά μέρη, για την πατροπαράδοτη αυτή γη, για την ευημερία αυτού του πολυβασανισμένου μα άκαμπτου κόσμου, που εμπνέεται απ’ τη λαμπρή ιστορία του γένους κι το βαθύ πατριωτικό αίσθημα.
 Και τότε θα ανοίγουν διάπλατα οι πόρτες, θα χτυπούν χαρμόσυνα οι καμπάνες, θα ξεφαντώνουν οι χοροί και τα γλέντια, θα ζωντανεύουν απ’ τις φωνές και τα τραγούδια οι γειτονιές και θα μεστώνουν πιο πολύ οι καρποί στους κάμπους και στ’ αμπέλια. 
Κι ο ειλικρινής, εργατικός και περήφανος χωριάτης θα αισθάνεται πιο πολύ νοικοκύρης κι αφέντης στον τόπο του.
"ΆΡΘΡΟ του δάσκαλου και γνωστού δημοσιογράφου Χρήστου Σ. Ντρίτσου απο ΤΟ ΟΡΑΜΑ."
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

«Πίσω στο χωριό…»

«Η απάντηση στην Κρίση είναι η Αγροτική Παραγωγή»!
Χιλιάδες νέοι έφυγαν, ετοιμάζονται ή σκέπτονται να εγκαταλείψουν τα αστικά κέντρα - κυρίως Αθήνα και Θεσσαλονίκη – και να γυρίσουν στην επαρχία- στο χωριό!

 Κάθε μέρα υπάρχουν σχετικά ρεπορτάζ στα ΜΜΕ , αλλά και επίσημες επιβεβαιώσεις της τάσης αυτής που βέβαια έχει αιτία την οικονομική κρίση.

Εξ ού και ότι μαζί με την φυγή συνυπάρχει και η αναζήτηση επαγγελματικής διεξόδου στα πάτρια εδάφη.
  Το φαινόμενο – αναγκαιότητα για νέου τύπου, βιώσιµη οικονοµική ανάπτυξη στηριγμένη.... στην πραγματική οικονομία έρχεται να »ερμηνεύσει’ ‘ ένα βιβλίο με τίτλο «Επιστροφή στο Χωριό…», που μόλις κυκλοφόρησε, ωστόσο η ουσία του κρύβεται στον υπότιτλο: «Η απάντηση στην Κρίση είναι η Αγροτική Παραγωγή»!


Κατά τον συγγραφέα Αθανάσιο Θεοδωράκη, έναν έμπειρο επιστήμονα που υπηρέτησε σε καίρια πόστα, η στροφή στην πραγµατική οικονοµία είναι αδήριτη ανάγκη και προϋπόθεση για τη δηµιουργία θέσεων εργασίας, τη διασφάλισης βιωσιµότητας του ασφαλιστικού συστήµατος και την τόνωση της δραστηριότητας των µικρών και µεσαίων επιχειρήσεων, που αποτελούν την κύρια συνιστώσα της ελληνικής οικονοµίας.

 Σε αυτή τη λογική, αναφέρει, »ο ρόλος του αγροτικού τοµέα είναι καθοριστικός. Ο πρωτογενής τοµέας περιλαµβάνει τη γεωργία, την κτηνοτροφία, τη δασοπονία και την αλιεία. Πρόκειται για κλάδους δυναµικούς, που έχουν σηµαντική παραγωγική ικανότητα, συντηρούν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόµενους και αυτοαπασχολούµενους, διαθέτουν ευέλικτες µικροµεσαίες επιχειρήσεις και προσφέρουν σηµαντικές υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο. 

Ο τοµέας αυτός είναι η ραχοκοκαλιά της πραγµατικής οικονοµίας µας, η μεγάλη δύναµή της». 


Ο κ. Αθανάσιος ∆. Θεοδωράκης γεννήθηκε το 1953 στα Γεράνεια Ελασσόνας. Είναι παντρεµένος και έχει δύο παιδιά.
  Σπούδασε Πολιτικές Επιστήµες στα Πανεπιστήµια Αθηνών και Στρασβούργου. Από το 1980 ασχολείται µε τις ευρωπαϊκές υποθέσεις και τη συµµετοχή της Ελλάδας στην ΕΕ.
  Έλαβε ενεργά µέρος στις ελληνικές προεδρίες στην ΕΕ και στη διάρκεια της τέταρτης ελληνικής προεδρίας άσκησε καθήκοντα γενικού γραµµατέα ∆ιεθνών Οικονοµικών Σχέσεων και Αναπτυξιακής Συνεργασίας στο Υπουργείο Εξωτερικών.
  Υπηρέτησε επί σειρά ετών στα Υπουργεία Εξωτερικών, Εθνικής Άµυνας και Τύπου και ΜΜΕ. ∆ιετέλεσε αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον τοµέα της διεθνούς συνεργασίας για την ανάπτυξη.

  Υπήρξε επί σειρά ετών πρόεδρος της επιτροπής του Ευρωπαϊκού Ταµείου Ανάπτυξης. Σήµερα είναι γενικός διευθυντής της Υ∆ΑΣ στο Υπουργείο Εξωτερικών. Έχει δηµοσιεύσει βιβλία, άρθρα και µελέτες πάνω σε θέµατα ελληνικής πολιτικής, διεθνούς αναπτυξιακής συνεργασίας και ευρωπαϊκού προβληµατισµού. Υπήρξε ιδρυτής της »Κοινοβουλευτικής Επιθεώρησης».
 

 Επιστροφή στο χωριό λοπόν.
  Ενα χωριό σύγχρονο, όπου η πρόσβαση και η επικοινωνία είναι πλέον εύκολη, ειδικά με τη χρήση των νέων τεχνολογιών, οι υποδομές λειτουργικές, η ποιότητα ζωής καλύτερη σε σχέση με το δράμα των πόλεων, η καθημερινότητα ανθρώπινη.

    Ενα χωριό όμως που παράγει, που αποτελεί οργανωμένη κοινωνία αλληλεγγύης, ενεργό τοπική κοινότητα, που ζει μέσα από την ουσιαστική συνεργασία των ανθρώπων, των παραγωγών, των βιοτεχνών, του εμπορίου, των τουριστικών επιχειρήσεων και των καταναλωτών. 

  Ένα χωριό, που στηρίζει συνειδητά και συστηματικά τα τοπικά μας προϊόντα, που εκπέμπει ποιότητα σχέσεων, κοινωνική ανταπόκριση και ενισχύει την ευημερία του ατόμου μέσα από την ασφάλεια της συμμετοχής του στην κοινότητα.  



  Άρθρο απο... "προεδρική δημοκρατία...Αυτό που καταρρέει δεν είναι η χώρα. Είναι το πολιτικό τους σύστημα. Θέλετε να το σώσουμε;"
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Μυστικά για το σούβλισμα-ψήσιμο του οβελία και όχι μόνο..!!


Η Κυριακή του Πάσχα για τους περισσότερους Έλληνες σημαίνει ένα πράγμα: παραδοσιακό γλέντι γύρω από την σούβλα όπου σιγοψήνεται ο οβελίας, αναδίδοντας την μυρωδιά της τσίκνας και κάνοντας τα πεινασμένα από την νηστεία στομάχια να γουργουρίζουν ανυπόμονα στον ρυθμό των κλαρίνων.
Χρήσιμες συμβουλές για ένα απολαυστικό πασχαλινό τραπέζι - Εκτός από τη μαστοριά που χρειάζεται η σούβλα και ο οβελίας, εξίσου σημαντική είναι και η επιλογή των κατάλληλων κρεάτων

ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ φαγητό όλων των Ελλήνων την ημέρα της Λαμπρής δεν είναι άλλο από τον οβελία


Στη σούβλα ή στον φούρνο, σκέτος ή γεμιστός, με πατάτες ή χωρίς, αποτελεί σήμα κατατεθέν της μεγαλύτερης θρησκευτικής εορτής. Ας δούμε πώς πρέπει να καταναλώνεται και πώς μπορούμε να ξεχωρίσουμε το αρνάκι απ΄ το κατσικάκι...




Αρνάκι ή κατσικάκι;

Αρχικά, η απάντηση στο γνωστό ερώτημα "αρνάκι ή κατσικάκι" είναι θέμα γούστου και γεύσης. Το αρνάκι έχει μια μυρωδιά πιο χαρακτηριστική που μπορεί να ενοχλεί κάποιους, ενώ στο κατσικάκι είναι λιγότερο έντονη.

Από οικονομικής άποψης, το κατσικάκι είναι πιο ακριβό, από διατροφικής άποψης όμως έχει λιγότερο λίπος σε σχέση με το αρνί. Tο κατσικάκι είναι πιο ακριβό, έχει λιγότερο λίπος και λιγότερο κρέας. Γι' αυτό ένα αρνάκι γάλακτος είναι προτιμότερο.



Αρνί ή κοκορέτσι;


Συκώτια, πνευμόνια, έντερα όλα ανακατεμένα, καψαλισμένα και αφού τα έχει στριφογυρίσει το χέρι του μάστορα να στριφογυρνάνε στη σούβλα, πάνω από τη φωτιά. Κανονικά το κοκορέτσι θα έπρεπε να θεωρείται καταζητούμενο είδος, λόγω της προέλευσής του (από τα βάθη του στομαχιού).

Αλλά παρά τις αποκρουστικές σκέψεις και το εξεζητημένο προφίλ του, είναι ο πραγματικός σταρ του Πάσχα. Οκ, το άρνι είναι ο σταρ, αλλά χωρίς τον Οβελίξ, ο Αστερίξ θα είχε εμφανιστεί ως κοντός πρώην συμμαθητής του Μίκυ Μάους σε κάποιο τεύχος από τα ΚΛΑΣΙΚΑ. Κάπως, έτσι και το κοκορέτσι, συνοδεύει τον αμνό στη σφαγή και την αιωνιότητα...


τρόπος του σουβλίσματος!

Πολύ σημαντικό είναι το δέσιμο. Το αρνί θα πρέπει να είναι καλά ευθυγραμμισμένο πάνω στη σούβλα, να μην καμπουριάζει και η σούβλα να βγαίνει στο κέντρο του κεφαλιού.

Περνάς τις διχάλες σφιχτά στη σπονδυλική στήλη σε απόσταση 30 εκ. περίπου και τις βιδώνεις μέχρι να σφίξουν καλά. Αν δεν έχεις διχάλες βάλε σύρμα γαλβανιζέ στερεώνοντας τη σπονδυλική στήλη στη σούβλα σε δύο τρία σημεία. Δένεις τα πόδια σταυρωτά και σχετικά σφιχτά πάνω στη σούβλα. (Αν είναι υπερβολικά σφιχτά θα σπάσει μετά από δύο τρεις ώρες ψησίματος). Κάνεις το ίδιο για τον αυχένα και τα μπροστινά πόδια γύρω-γύρω από το αρνί.
Αφού ολοκληρωθεί το δέσιμο στη σούβλα, ράβεις την κοιλιά του με σύρμα ή σπάγκο ώστε να κλείσει εντελώς. Όλες οι προετοιμασίες πρέπει να γίνουν μέχρι το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου, ώστε να προλάβει το σφαχτό να στραγγίξει καλά. Τοποθετείς τη σούβλα όρθια και από κάτω βάζεις ένα ταψί. Για να προφυλάξεις το κρέας από τις μύγες, το τυλίγεις με πανιά και όχι με πλαστικό, γιατί τότε θα «ανάψει» και θα αλλοιωθεί.Το επόμενο πρωί περνάς όλο το αρνί με λάδι, λεμόνι και ρίγανη, πριν, αλλά και καθόλη τη διάρκεια του ψησίματος.

Για να μπορείς να του φρεσκάρεις την καρύκευση χρησιμοποίησε μια κληματόβεργα με μια καθαρή γάζα που θα βουτάς στο ελαιόλαδο και τα μπαχαρικά. Πρέπει να προσέξεις να τοποθετήσεις τη σούβλα στην αρχή σε πιο ψηλή θέση επάνω από τη φωτιά και να το γυρίζεις γρήγορα -χώσε και τους κολλητούς- για να μην αρπάξει. Όσο χαμηλώνει η φωτιά, χαμηλώνει και το αρνί, αλλά και ο ρυθμός του σουβλίσματος.

Και οι λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά

Μην αμελήσεις τον καθαρισμό στις σούβλες και τις σχάρες πριν το ψήσιμο.

Έχε πάντα κοντά σου αλάτι, πιπέρι, λάδι και ένα μεγάλο πινέλο.

Ποτέ λεμόνι γιατί σφίγγει το κρέας.

Αν ψήσεις στο έδαφος, μην ξεχάσεις τους ειδικούς πάσσαλους και να καθαρίσεις τα ξερόχορτα.

Οπωσδήποτε χαμηλά σκαμνάκια για να μην πιαστεί η μέση σου.

Ψήνεις σταθερά ψηλά χωρίς φωτιά στην κοιλιά.

Ψήνεις 4-5 ώρες για 11-12 κιλά και 6 ώρες για πάνω από 12.Αν το αρνάκι είναι γύρω στα δεκαπέντε κιλά θέλει γύρω στις 6 ώρες για να ψηθεί, γι΄ αυτό κανόνισε από νωρίς τις… βάρδιες. Θα καταλάβεις ότι έχει ψηθεί όταν θα «σκάσουν» πρώτα τα μπούτια του και θα αρχίσουν σε κάποια σημεία στο πλάι να φαίνονται τα κόκαλα. Να ξέρεις πάντως πως ένα καλά ψημένο αρνί δεν θέλει κόψιμο σε μερίδες. Αν ακουμπήσεις τη σούβλα επάνω στις λαδόκολλες, το κρέας φεύγει μόνο του από τα κόκαλα και χωρίζεται σε κομμάτια.

Δεν κόβεις ή τρυπάς το κρέας γιατί χάνει ζουμιά.

Mε τα περισσεύματα

Και την άλλη μέρα τι τρώμε;
Μα… ασφαλώς πάλι αρνάκι.

Αυτοί που ψάχνουν λίγο περισσότερο τα πράγματα έχουν παρατηρήσει ότι το ψημένο κρέας όταν έχει μείνει και το ξαναζεστάνουμε την άλλη ημέρα δεν έχει και τόσο άσχημη γεύση. Μερικοί υποστηρίζουν ότι είναι και καλύτερη από την αρχική, χάρη στην οξείδωση που έχει υποστεί. Διότι όταν η οξείδωση είναι στην αρχή και σε περιορισμένη έκταση, δίνει την ευκαιρία να εμφανιστούν στη «σκηνή» και κάποιες νέες αρωματικές ουσίες. Μάλιστα, το να έχει ψηθεί το κρέας μαζί με βότανα όπως το θυμάρι, η ρίγανη και το δενδρολίβανο, που περιέχουν ισχυρά αντιοξειδωτικά, επιτρέπει να γίνεται η οξείδωση με ακόμη πιο αργό ρυθμό, οπότε μπορούμε να έχουμε καλή γεύση και την επόμενη ημέρα. Βέβαια όταν προχωρήσει η οξείδωση τελικά παίρνουμε ένα κρέας που μάλλον δεν τρώγεται πια. Καλό επίσης κάνει, υποτίθεται, και η προσθήκη βιταμίνης C, που επίσης είναι ισχυρό αντιοξειδωτικό, αλλά αυτό μάλλον αφορά πια τον χώρο της επαγγελματικής μαγειρικής.

Ιδού μια παραδοσιακή συνταγή της άλλης μέρας για να αξιοποιήσεις το χθεσινό φαί: Τσιγάρισε σε λίγο λάδι, ένα ψιλοκομμένο κρεμμύδι και πρόσθεσε κομμένο σε μικρά κομμάτια το αρνί. Το σοτάρεις για λίγο και προσθέτεις λίγη κρέμα γάλακτος και αρκετή μουστάρδα. Προσθέτεις επίσης λίγο θυμάρι και δεντρολίβανο. Κόβεις κομματάκια τυριών (που έχουν περισσέψει από το χθεσινό τραπέζι) και ανακατεύεις.

Βουτυρώνεις ένα στρογγυλό βαθύ πυρέξ και στρώνεις μέσα 4 φύλλα παραδοσιακά, τσαλακωμένα, για να φτιάξεις ένα καλαθάκι. Βουτυρώνεις και διπλώνεις τις μύτες που εξέχουν και ρίχνεις μέσα στα φύλλα το μείγμα του αρνιού, ρίχνοντας επάνω τριμμένο τυρί της αρεσκείας σου. Ψήνεις σε μέτριο φούρνο μέχρι να ροδίσει καλά το φύλλο και να λιώσει, και να ροδίσει το τριμμένο τυρί.


Αναλυτικός τρόπος δεσίματος του παραδοσιακού οβελία σε βίντεο:






Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

"Η γνώση του παρελθόντος φωτίζει το παρόν και οδηγεί στο μέλλον"

Όλους αυτούς τους μήνες που μαζεύαμε πληροφορίες για τις παραδοσιακές ασχολίες και τα επαγγέλματα του χωριού μας διαπιστώσαμε κάποια πολύ σημαντικά πράγματα. Οι πρόγονοί μας είχαν να αντιμετωπίσουν τη ζωή με πολύ φτωχικά μέσα και κάτω από φοβερές δυσκολίες. Εμείς μπορεί να μην τους καταλαβαίνουμε γιατί εμείς τα έχουμε όλα. Με το ηλεκτρικό και τις ανέσεις μας δεν μπορούμε να αισθανθούμε τι τραβούσαν εκείνοι για να αποκτήσουν τα μέσα για τη ζωή τους.


Μέσα σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες τους κατάφερναν ξεπερνούν όλες τις δυσκολίες χρησιμοποιώντας τα υλικά που τους έδινε η φύση. Τα κολοκύθια, τα ξύλα, τις πέτρες και τα άλλα υλικά τα κατεργάζονταν με μεγάλη επιδεξιότητα και τους έδιναν το σχήμα και τη μορφή που ήθελαν για να μπορέσουν να τα χρησιμοποιήσουν για τις ανάγκες τους.

Επιπλέον το ότι δεν είχαν πολλές ευκολίες αυτό τους ανάγκαζε να σκεφτούν και να επινοήσουν οι ίδιοι τα εργαλεία και τους τρόπους για να ξεπεράσουν κάθε δυσκολία.

Δεν είχαν την εύκολη πηγή ενέργειας όπως είναι το πετρέλαιο και το ηλεκτρικό; Κανένα πρόβλημα. Εκμεταλλεύονταν τα νερά της πηγής που έτρεχαν συνέχεια στο λάκκο του χωριού, και κινούσαν τους μύλους τους. Ήθελαν θέρμανση; Χρησιμοποιούσαν το πυρηνόξυλο. Και το τζάκι που είχαν στο σπίτι τους το εκμεταλλεύονταν με πολλούς τρόπους. Το τζάκι τους ζέσταινε, στο τζάκι έβραζαν το φαγητό τους, στο τζάκι και πάνω στην πυρωστιά ζέσταιναν το νερό για να πλύνουν, από το τζάκι έπαιρναν τα κάρβουνα για να ζεστάνουν το σίδερό τους και να σιδερώσουν. Ακόμα και για φωτιστικό μέσο το είχαν και μαζεύονταν εκεί γύρω τις νύχτες του χειμώνα κι έπλεκαν και κεντούσαν και έλεγαν ιστορίες.

Σήμερα τα θυμίσαμε όλα αυτά σε σας τους παλιότερους και τα γνωρίσαμε κι εμείς οι μικρότεροι. Καλά είναι να μαθαίνουμε τις δυσκολίες που είχαν οι παλιότεροι για να εκτιμούμε καλύτερα αυτά που έχουμε σήμερα.

Αλλά και πρέπει να δείχνουμε το σεβασμό μας σε όλους τους παλιότερους που μέσα από τόσες δυσκολίες πάλεψαν κι έφτιαξαν τον κόσμο καλύτερο για να τον χαιρόμαστε όλοι εμείς σήμερα.

Ακόμα μέσα από την εργασία μας αυτή γνωρίσαμε όλους τους δύσκολους δρόμους που περπάτησε η ανθρωπότητα μέχρι να φτάσει σε αυτό το σημείο τον πολιτισμό μας.

Εμείς είμαστε περήφανοι για τους προγόνους μας.

Μας έμαθαν ότι μπορούμε με την προσπάθεια και την επιμονή να ξεπεράσουμε όλες τις δυσκολίες. Σε κάθε πρόβλημα υπάρχει λύση. Αρκεί να ψάξουμε να τη βρούμε. Η άνεση που μας έδωσε ο πολιτισμός να μην είναι φρένο στη σκέψη μας ούτε να μας αποκοιμίζει και να μας κάνει απλώς καταναλωτές. Μπορούμε κι εμείς να φτιάξουμε πολλά. Μπορούμε κι εμείς να επινοήσουμε λύσεις. Γιατί η πρόοδος πρέπει να συνεχιστεί. Γιατί οι επόμενες γενιές περιμένουν από μας έναν κόσμο καλύτερο απο αυτόν που παραλάβαμε.

Εμείς μπορούμε...


Από τη δεκαετία του ’70 και εντεύθεν το χωριό μας άρχισε σιγά - σιγά να αδειάζει και να ερημώνει, για λόγους που θα εξηγήσουμε σε άλλο σημείο, καθώς οι κάτοικοί του μετακομίζουν για άλλες πολιτείες. Ο κύριος όγκος αυτών εγκαθίσταται στην Αθήνα αλλά και σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και του εξωτερικού, δημιουργώντας παροικίες Καρυοτών. Η παραδοσιακή ζωή εγκαταλείπεται και ο λαϊκός πολιτισμός που τροφοδοτούνταν απ’ αυτή και κληρονομούνταν ως παρακαταθήκη από γενεά σε γενεά τώρα φθίνει ανεπιστρεπτί. Οι άνθρωποι προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες, αποκόβονται από το παρελθόν και απασχολούνται με νέα επαγγέλματα, αλλάζοντας συνήθειες και τρόπο ζωής. Γρήγορα όμως η νοσταλγία τούς κάνει να αναζητήσουν τρόπους επανασύνδεσης με το παρελθόν τους. Αυτή την προσπάθεια αναλαμβάνουν οι Πολιτιστικοί σύλλογοι που ιδρύονται αρκετά χρόνια αργότερα, πρώτα στίς παροικίες, έπειτα στο χωριό.

Τα χρόνια εκείνα, στο χωριό η ζωή άρχιζε από τα άγρια χαράματα.


Ο καθένας σύμφωνα με τη δουλειά και την αποστολή του ξύπναγε νωρίς, ώστε με το ξημέρωμα να είναι έτοιμος. Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του χωριού, από το πρωί μέχρι αργά το σούρουπο, υπήρχε δραστηριότητα και ζωντάνια.


Τσοπάνηδες, αγρότες, ξυλοκόποι, ζευγάδες, αγωγιάτες, γέμιζαν με την παρουσία τους την πλάση με φωνές, σφυρίγματα και ήχους (από τσεκούρια, σκεπαρνιές, σκεπάρνια, κλπ), που σε συνδυασμό με τα κελαηδήματα των πουλιών, τα βελάσματα των ζώων και τα κελαρύσματα των νερών δημιουργούσαν μία πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα. Όπου και να γύριζες, αισθανόσουν την παρουσία των ανθρώπων και ποτέ τη μοναξιά.

ΓΕΩΡΓΙΑ

ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ




Από την προηγούμενη χρονιά έσκαβαν γύρω από το κάθε δέντρο ένα λάκκο και έβαζαν κοπριά. Έτσι το χειμώνα μαζευόταν το νερό της βροχής μέσα στο λάκκο και ποτιζόταν το δέντρο και με την κοπριά σα λίπασμα οι ρίζες του δέντρου έβρισκαν όλα τα απαραίτητα συστατικά για να κάνουν πλούσιο καρπό. Σήμερα χρησιμοποιούν λιπάσματα που κι αυτά βοηθούν το δέντρο της ελιάς να δώσει πλούσιο καρπό, όμως δε μπορούμε να πούμε ότι είναι τόσο αγνά τα λιπάσματα όπως η κοπριά εκείνης της εποχής.



Στα τέλη του Απριλίου μπόλιαζαν τα μικρά δέντρα που τα έλεγαν "καθερίδια" γιατί δεν έκαναν καλούς καρπούς. Χάραζαν τα "καθερίδια" στον κορμό τους με το μαχαίρι ένα σταυρό. Στο σημείο αυτό έβαζαν ένα κομμάτι φλούδα από ένα μεγαλύτερο δέντρο και το έδεναν για να κάνει τον άλλο χρόνο ωραίους καρπούς.

Συνήθως επειδή τα μέρη όπου υπήρχαν τα κτήματα ήταν σε πλαγιές, έχτιζαν γύρω από τα δέντρα πεζούλες, γιατί με τις βροχές τα χώματα έφευγαν και οι ρίζες έμεναν γυμνές.

Μόλις τέλειωναν το ελαιομάζωμα - το πολύ μέχρι το Φεβρουάριο - κλάδευαν τα δέντρα, δηλαδή έκοβαν τα περιττά κλαδιά για να μεγαλώσουν καλύτερα τα άλλα.

ΤΟ ΜΑΖΕΜΑ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ

Μια από τις κυριότερες ασχολίες των κατοίκων του χωριού μας είναι και η καλλιέργεια της ελιάς. Το τίναγμα αρχίζει το Νοέμβριο.

Παρόλο που οι νέοι αποφεύγουν να βοηθήσουν τους μεγαλύτερους στο μάζεμα της ελιάς, σήμερα η διαδικασία είναι πιο εύκολη από παλιά.

Παλιά ξεκινούσαν το πρωί πριν ακόμα βγει ο ήλιος με το γαϊδουράκι φορτωμένο με τα σύνεργα και το φαγητό για όλη την οικογένεια και πήγαιναν όλοι μαζί να τινάξουν τις ελιές. Από το Σεπτέμβριο έπρεπε να καθαρίσουν το χώρο γύρω από τα λιόδεντρα ώστε να μην έχει μεγάλα χόρτα γιατί έτσι θα έχαναν τις ελιές που θα έπεφταν από τα λιόδεντρα. Πριν αρχίσουν να μαζεύουν τις ελιές πήγαιναν και μάζευαν τις ελιές που είχαν πέσει κάτω από δέντρο από τον αέρα, το λεγόμενο χαμολόι. Αυτό το έβγαζαν ξεχωριστά λάδι γιατί ήταν κατώτερης ποιότητας από τις ελιές που θα έπαιρναν από πάνω από το δέντρο. Σήμερα βέβαια απλώνουν τα λιόπανα, που είναι πλεκτά πλαστικά πανιά, κι έτσι οι ελιές που πέφτουν από τα δέντρα δεν μπερδεύονται με τα χόρτα. Λιόπανα είχαν και παλιότερα που τα έφτιαχναν από τρίχα κατσίκας και αργότερα από λινάτσα.

Οι άνδρες αναλάμβαναν και τότε όπως και τώρα να τινάξουν τον καρπό από τα δέντρα και οι γυναίκες με τα παιδιά τις μάζευαν από το χώμα παλιότερα και από τα λιόπανα σήμερα και τις πηγαίνουν για λίχνισμα.

Οι ελαιοπαραγωγοί ακόμα από το καλοκαίρι έφτιαχναν τα σύνεργά τους: σκάλα και βέργα. Πήγαιναν στο βουνό και έψαχναν για ψηλούς ίσιους πεύκους για να τους κάνουν σκάλες για τις ελιές. Οι σκάλες ήταν απλές και γινόταν από λεπτά ίσια πεύκα που αφού τα έκοβαν τα καθάριζαν από τις φλούδες τους και έκοβαν και τα κλαδιά τους 10-15 εκατοστά από το σημείο που φύτρωναν στον κορμό έτσι ώστε να τα χρησιμοποιούν για σκαλοπάτια. Οι σκάλες ήταν μονές κι όχι διπλές όπως οι πιο γνωστές σημερινές σκάλες για να μπορούν πιο εύκολα να τοποθετούνται ανάμεσα στα κλαδιά του δέντρου. Βέβαια οι σημερινές είναι σιδερένιες ή αλουμινένιες. Όμως η μορφή τους και η χρήση τους παραμένει η ίδια.

Οι άντρες λοιπόν ανέβαιναν στα δέντρα και με μια βέργα τίναζαν τις ελιές από τα κλαδιά. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν τα χτένια. Οι γυναίκες και τα παιδιά όπως είπαμε ήταν από κάτω από το δέντρο και μάζευαν τις ελιές.

Στη συνέχεια τις πήγαιναν στη λιχνίστρα και τις λίχνιζαν. Αυτό γινόταν για να ξεχωρίσουν τον καρπό από τα φύλλα. Παλιότερα ξεχώριζαν τις ελιές από τα φύλλα με τα χέρια. Αυτό όμως σήμαινε μεγάλη καθυστέρηση. Έφτιαξαν λοιπόν ένα εργαλείο που το ονόμασαν λιχνίστρα. Οι λιχνίστρες ήταν κάτι σαν τσουλήθρες που αποτελούνταν από στενόμακρα ξύλα το ένα δίπλα στο άλλο που άφηναν μεταξύ τους κάποιο κενό. Όταν έριχναν τις ελιές που ήταν ανακατεμένες με τα φύλλα στη λιχνίστρα αυτές κατρακυλούσαν προς τα κάτω και τα φύλλα έπεφταν από τα κενά που υπήρχαν κάτω από τη λιχνίστρα. Έτσι στη βάση της λιχνίστρας συγκεντρώνονταν καθαρές ελιές και κάτω απ' αυτήν τα φύλλα. Πολύ παλιά όταν δεν είχαν ακόμα λιχνίστρες, για να ξεχωρίσουν τις ελιές από τα φύλλα, έπαιρναν με ένα πιάτο τις ελιές που ήταν ανακατεμένες με τα φύλλα και τις πετούσαν λίγο πιο πέρα όπου είχαν στρώσει παλιές κουβέρτες. Οι ελιές, που ήταν και πιο βαριές, έφταναν στις κουβέρτες ενώ τα φύλλα που ήταν πιο ελαφριά έπεφταν πιο πριν πάνω στο χώμα.

Όταν τέλειωναν όλα τα δέντρα πήγαιναν τις ελιές στο ελαιοτριβείο. Εκεί με κάποια επεξεργασία έφτιαχναν το λάδι και το πήγαιναν στο σπίτι τους όπου το αποθήκευαν σε μεγάλα κιούπια (πιθάρια).

Βέβαια δεν έφτιαχναν όλες τις ελιές λάδι. Κάποιες απ' αυτές τις διάλεγαν και τις έκαναν ελιές για να τις φάνε.

Αυτές ήταν τριών ειδών : Οι σπαστές ή φλαστάδες, οι χαρακιαστές και οι αλατοελιές.

Οι σπαστές ή φλαστάδες

Πριν οι ελιές μαυρίσουν κατά το μήνα Σεπτέμβριο περίπου διάλεγαν μερικές για να τις κάνουν σπαστές τις λεγόμενες φλαστάδες.

Αυτό το έκαναν για να έχουν φρέσκες φαγώσιμες ελιές το Φθινόπωρο επειδή οι μαύρες ελιές της νέας σοδειάς θα αργούσαν ακόμα. Αυτές τις έσπαζαν με μια πέτρα και τις έβαζαν μέσα σε νερό που το άλλαζαν τακτικά μέχρι να ξεπικρίσουν. Μετά έκαναν άλμη έβαζαν και μάραθο και τις έβαζαν σε μικρά πήλινα δοχεία.

Χαρακιαστές

Αυτές που ήταν μεγάλες και είχαν ένα καφεπράσινο χρώμα και η επιφάνειά τους ήταν λεία τις έκαναν χαρακιαστές. Τις έλεγαν έτσι διότι τις χάραζαν σε διάφορα σημεία και μετά τις έβαζαν για μερικές μέρες μέσα στο νερό το οποίο άλλαζαν συχνά μέχρι να φύγει η πίκρα της ελιάς. Μετά τις άφηναν στο αλάτι και το νερό (δηλαδή σε άλμη) όπου έβαζαν λεμόνι και ξινό ή και ξύδι και ήταν έτοιμες να τις φάνε. Και αυτές τις έβαζαν σε πήλινα δοχεία.

Αλατοελιές

Αλλες τις έκαναν αλατοελιές. Οι αλατοελιές έχουν μαύρο χρώμα και η επιφάνειά τους είναι ρυτιδιασμένη. Αυτές τις έβαζαν μέσα σε σκέτο αλάτι. Η αναλογία ήταν 2 κιλά αλάτι χοντρό σε 10 κιλά ελιές. Έβαζαν κατά στρώσεις, μια στρώση ελιές μια στρώση αλάτι. Τις έβαζαν σε ξύλινες κάσες για να φεύγουν τα υγρά που δημιουργούνταν από το αλάτι και τις ελιές. Εκεί ψήνονταν με το αλάτι και έφευγε η πολύ η πίκρα και γινόταν οι μαύρες ελιές.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΙΑ ΣΤΟ ΛΑΔΙ


Πριν μιλήσουμε για την επεξεργασία της ελιάς και τον τρόπο που έβγαζαν το λάδι θα πρέπει να πούμε λίγα γενικά στοιχεία για το νερόμυλο. Κι αυτό γιατί η κύρια πηγή ενέργειας για να κινηθούν τα εργοστάσια εκείνης της εποχής ήταν το νερό. Οι νερόμυλοι χρησιμοποιούνταν σαν λαδόμυλοι, σαν αλευρόμυλοι αλλά και σαν εργοστάσια επεξεργασίας του ξύλου.

Ο ΝΕΡΟΜΥΛΟΣ

Στο χωριό μας τα παλιότερα χρόνια, προτού έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα ως κινητήρια δύναμη για τους μύλους ήταν το νερό. Συνήθως οι νερόμυλοι χτιζότανε μέσα σε ρεματιές και σε τέτοιο σημείο που το νερό να πέφτει από ψηλά και με ορμή για να γυρίζει τη ροδάνα που βρισκότανε στο εξωτερικό μέρος του μύλου, η οποία ήτανε συνδεδεμένη με ένα άξονα που με τη σειρά του γυρνώντας έδινε κίνηση στο εσωτερικό μέρος του μύλου. Για να εξασφαλίζουν την ορμή του νερού δεν έκαναν φράγματα όπως κάνουν σήμερα στα διάφορα υδροηλεκτρικά εργοστάσια.

Απλά εκμεταλλεύονταν τους νόμους της φυσικής κι ας μην ήξεραν φυσική. Γνώριζαν τη φύση και τις δυνάμεις της και κατάφερναν να τις προσαρμόσουν στις ανάγκες τους. Έτσι παρατήρησαν πως όταν βάλουμε το χέρι μας μπροστά στο άνοιγμα ενός νεροσωλήνα όταν ποτίζουμε τον κήπο το άνοιγμα μικραίνει και το νερό τινάζεται με μεγαλύτερη ορμή σε μεγαλύτερη απόσταση. Για αυτό και δεν έκαναν φράγματα αφού δεν υπήρχε ούτε ο χώρος για μια μεγάλη Τεχνητή λίμνη αλλά ούτε και μεγάλη ποσότητα νερών. Στένευαν λοιπόν στην περιοχή του Νερόμυλου την κοίτη του νερού και αυτό έτρεχε με μεγαλύτερη ορμή και δύναμη ώστε να γυρίσει τη μεγάλη ροδάνα του εργοστασίου.

Η ροδάνα ήταν μια μεγάλη στρόγγυλη ξύλινη ρόδα που είχε στην περιφέρειά της μικρά ορθογώνια ξύλα πάνω στα οποία έπεφτε το νερό και τη γύριζε. Η ροδάνα μπορούσε να περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα και ήταν συνδεδεμένη με διάφορα γρανάζια και τροχαλίες, παλιότερα ξύλινα και αργότερα σιδερένια που δίνανε κίνηση στις πέτρες. Τα γρανάζια τα κατασκεύαζαν μόνοι τους και ήταν ξύλινες ρόδες που είχαν καρφωμένα κάθετα στην περιφέρειά τους μικρά ξύλα περίπου 10 εκατοστών. Οι ρόδες αυτές έμπαιναν κάθετα η μια στην άλλη και έτσι μετέδιδαν την κίνηση την οποία μπορούσαν να της αλλάζουν την φορά και από κάθετη που ήταν από την πτώση του νερού να την κάνουν οριζόντια για την κίνηση της μυλόπετρας.

Τέτοιους μύλους είχαμε δύο ειδών: τους αλευρόμυλους και τους λαδόμυλους. Όλοι οι μύλοι βρίσκονταν κατά μήκος του ρυακιού που κυλούσε τα νερά από τις πηγές στη θάλασσα.

ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ

Το ελαιοτριβείο ήταν όπως είπαμε και πιο πάνω ένας λαδόμυλος. Τις ελιές που είχαν μαζέψει στον ελαιώνα τις μετέφεραν με τα ζώα τους στο ελαιοτριβείο και τις έριχναν στις μυλόπετρες. Οι μυλόπετρες ήταν κάτι σαν ένα μεγάλο μίξερ όπου μέσα σε ένα κωνικό δοχείο γύριζαν με τη βοήθεια του νερού δυο μεγάλες πέτρες. Όταν έριχναν μέσα σε αυτό το δοχείο τις ελιές οι πέτρες όπως γύριζαν τις έλιωναν. Τις λιωμένες ελιές τις έλεγαν λιοκόκι. Το λιοκόκι το έβαζαν παλιότερα στους μυλοτροβάδες που ήταν στρόγγυλες πάνινες σακούλες που στη συνέχεια τις τοποθετούσαν τη μια πάνω στην άλλη στην πρέσα για να βγάλουν το λάδι. Αργότερα οι μυλοτροβάδες έγιναν κάτι στρόγγυλες ψάθες που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα. Η πρέσα που σήμερα είναι ηλεκτροκίνητη παλιά ήταν χειροκίνητη.



Περνούσαν λοιπόν ένα μεγάλο ξύλο στον κρίκο που είχε στην κορυφή της και το γύριζαν ώστε να βιδωθεί και να πιέσει τις ψάθες με τις πολτοποιημένες ελιές, ώστε να βγάλει το λάδι τους. Το πρώτο λάδι που έβγαζαν το έλεγαν παρθένο ελαιόλαδο και ήταν το καλύτερο.

Από πάνω το πατούσαν οι εργάτες με ένα μεγάλο πλατύ σίδερο κι έτρεχε στο πουλίμι (δεξαμενή συγκέντρωσης του λαδιού. Το λάδι σαν ελαφρύτερο από το νερό συγκεντρωνόταν στο πάνω μέρος στο πουλίμι. Από εκεί με μια κρατούνα (θα μιλήσουμε παρακάτω για την κατασκευή της) που ήταν σαν μεγάλη σέσουλα έπαιρναν σιγά σιγά το λάδι και το έριχναν στα τουλόυμια. και το πήγαιναν στο σπίτι τους οι παραγωγοί. Κρατούνες υπήρχαν πολλών ειδών όπως θα μιλήσουμε και παρακάτω. Εδώ όμως δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν κρατούνα από κολοκύθι που ήταν σαν κατσαρόλα με χερούλι γιατί όπως θα την έβαζαν στο πουλίμι να πάρουν το λάδι από το πάνω μέρος, αυτή θα έφερνε αναταραχή και θα ανακάτευε το λάδι με το νερό και θα έπρεπε να περιμένουν πάλι αρκετή ώρα για να κατακαθίσει. Δεν υπήρχαν τότε τρόποι διαχωρισμού του λαδιού όπως στα σημερινά εργοστάσια.

Όταν πήγαιναν το λάδι στο σπίτι τους το έβαζαν στα κιούπια (πήλινα δοχεία). Τα κιούπια τα είχαν στην αποθήκη. Σε μερικά σπίτια τα κιούπια βρισκόταν μέσα στο πάτωμα του υπόγειου και δεν ξεχώριζε τίποτα παρά μόνο το στόμιό τους το οποίο το έκλειναν με μια πέτρα ή ένα σανίδι. Αυτό το έκαναν για το φόβο των κατακτητών που πήγαιναν στα σπίτια και έκλεβαν την παραγωγή τους.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΣΑΠΟΥΝΙΟΥ

Τίποτε δεν πετούσαν. Τα κατακάθια του λαδιού που έμεναν στα κιούπια - μούργα - τα έκαναν σαπούνι.

Τη μούργα την έβραζαν σ' ένα καζάνι με καυστική σόδα. Το μείγμα το 'βαζαν σε σκάφες για να στεγνώσει και μετά το 'κοβαν κομμάτια. Το σαπούνι ήταν έτοιμο. Σήμερα δε φτιάχνουν σαπούνια πια μ' αυτό τον τρόπο.

Ακόμα και τα κουκούτσια από την ελιά τα επεξεργάζονταν σε ειδικά εργοστάσια και το υπόλειμμα το χρησιμοποιούν σαν καύσιμο υλικό που έχει μεγάλη θερμαντική απόδοση επειδή έκτός από το ξύλο είναι εμποτισμένο και με λάδι.



ΑΛΛΕΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ

Μπορεί η βασική καλλιέργεια να ήταν της ελιάς όμως οι πρόγονοί μας έπρεπε να καλλιεργήσουν και τα χωράφια τους για να πάρουν το σιτάρι και να κάνουν αλεύρι για το ψωμί της χρονιάς, να πάρουν καλαμπόκι για τις ζωοτροφές αλλά και για να πάρουν καλαμποκάλευρο για το ψωμί τους.



ΤΟ ΟΡΓΩΜΑ

Στα παλιά τα χρόνια το όργωμα γινόταν με τα ζώα που έσερναν το αλέτρι με το υνί. Το αλέτρι ήταν ξύλινο. Τότε δεν υπήρχαν τα τρακτέρ. Το αλέτρι λοιπόν το έφτιαχναν μόνοι τους από ξύλο.



Έπαιρναν ένα ξύλο που στη μια του άκρη να ήταν κάπως γυριστό. Στο ξύλο αυτό και στο γυριστό του άκρο έκαναν μια σχισμή. Σε αυτή περνούσαν ένα άλλο ξύλο που είχε σχήμα αυγού. Σε αυτό το ξύλο υπήρχε ένα άνοιγμα μέσα από το οποίο περνούσαν το υνί που ήταν σαν ένα μικρό φτυαράκι και με αυτό όργωναν τα χωράφια τους.



Αργότερα έφτιαξαν σιδερένια αλέτρια που τα έσερναν και πάλι τα ζώα τους. Αυτά ήταν από κάτω μια ρόδα που μπορούσε να ανεβοκατεβαίνει και να ρυθμίζει έτσι το βάθος των αυλακιών.

Μετά το όργωμα έπαιρναν τη σβάρνα για να σκεπάσουν τα αυλάκια και μαζί με αυτά και το σπόρο που έσπειραν.


Η σβάρνα στην αρχή ήταν ξύλινη. Πολλά σανίδια το ένα δίπλα στο άλλο έφτιαχνα μια ξύλινη επιφάνεια που την έσερναν τα ζώα κι αυτή ισοπέδωνε το οργωμένο χωράφι. Αργότερα η σβάρνα έγινε ένα σιδερένιο πλέγμα που από κάτω είχε σίδερα έτσι ώστε εκτός από το ισοπέδωμα του οργωμένου χωραφιού και το σκέπασμα του σπόρου, να μπορεί να σπάζει και τους μεγάλους χωμάτινους σβώλους. Παλιότερα η σβάρνα γινόταν από κλαδιά που τα έπαιρναν και έβαζαν πάνω τους πέτρες για να γίνουν επίπεδα. Μετά τα ένωναν και έτσι μπορούσαν να τη σύρουν με τα ζώα τους και να ισοπεδώσουν το οργωμένο χωράφι και να σκεπάσουν το σπόρο που έσπειραν.

ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ - ΑΛΙΕΙΑ


Οι κτηνοτρόφοι για το άρμεγμα χρησιμοποιούσαν τα καρδάρια τα οποία ήταν σαν μικρά καζανάκια από μπακίρι. Μετά έβαζαν το γάλα στις γαλατόμπουγλες και το μετέφεραν. Για να αποθηκεύουν το τυρί χρησιμοποιούσαν βαρέλια ξύλινα και πήλινα κιούπια.



Για να κάνουν το τυρί έβαζαν το γάλα σε καζάνια, έριχναν τυρομαγιά και το άφηναν περίπου μια ώρα μέχρι να πήξει. Μετά το έσπαζαν με τα χέρια και το έβαζαν σε πανιά 'τσαντίλες' και το κρεμούσαν μέχρι να στραγγίσουν τα υγρά. Μετά το κατέβαζαν, το έκοβαν φέτες και αφού το αλάτιζαν το έβαζαν σε δοχεία τενεκεδένια ή σε βαρέλια ξύλινα.

Για να κάνουν το γιαούρτι, έβραζαν το γάλα πρώτα και στη συνέχεια το άφηναν να κρυώσει. Όταν ήταν ακόμα χλιαρό, έβαζαν λίγο παλιό γιαούρτι. Αυτό γινόταν για να γίνει η ζύμωση. Το άφηναν έπειτα περίπου τέσσερις ώρες σε ζεστό μέρος σκεπασμένο με μια πετσέτα. Έπρεπε να μείνει ακίνητο γιατί αν το κουνούσε κάποιος τότε χαλούσε. Το σκεύος που χρησιμοποιούσαν ήταν πήλινες γαβάθες ή πήλινα κουπάκια.


Για να βγάλουν βούτυρο απο το γάλα, έβαζαν το γάλα σε ένα ξύλινο βαρέλι το οποίο στένευε προς τα πάνω και όταν άρχιζε να πήζει το χτυπούσαν επί ώρες με ένα ξύλο. Ο αφρός που δημιουργούνταν ήταν το βούτυρο.

Το ανθότυρο γινόταν από το υγρό που στραγγίζει απο το τυρί που είναι στη τσαντίλα που λέγεται τρόγαλο. Το τρόγαλο το έβραζαν και από την επιφάνεια έπαιρναν το ανθότυρο ενώ από κάτω έμεναν τα υγρά. Το ανθότυρο το έβαζαν σε πανιά τα οποία κρεμούσαν για να φύγουν τα υπόλοιπα υγρά.

Το τουλουμίσο τυρί γινόταν μόνο το φθινόπωρο, όταν το γάλα είναι παχύ. Έπαιρναν το γάλα και το έβαζαν στο τουλούμι (ασκί από δέρμα κατσικιού) προσθέτοντας και αλάτι. Το κρεμούσαν και το άφηναν μέχρι τα Χριστούγεννα περίπου έως ότου φύγουν όλα τα υγρά και μείνει μόνο η κρέμα.

Για τα σαμάρια χρησιμοποιούσαν ξύλα από πλατάνι με τα οποία έκαναν το σκελετό. Μετά έπαιρναν πανί από τσουβάλι και αφού το ράβανε το γεμίζανε με χόρτο που το λέγανε ραγαζί. Μετά το εφαρμόζανε πάνω στο σκελετό.

Τα μπρούτζινα κουδούνια τα έλεγαν βροντίσα και τα λαμαρινένια τα έλεγαν μαλαθούνες. Συνήθως τα αγόραζαν έτοιμα από βιοτεχνίες. Εκεί όμως φαινόταν η τέχνη του βοσκού. Με κατάλληλα χτυπήματα που έκανε στην επιφάνεια του μπρούτζινου κουδουνιού, κατάφερναν να του δώσουν τον ήχο (τη φωνή) που ήθελαν. Έτσι κρεμούσαν στα κατσίκια τους κουδούνια με διαφορετικούς ήχους και μπορούσαν να καταλάβουν αν κάποιο από τα κατσίκια είχε ξεφύγει από το κοπάδι.

Στο χώρο της αλιείας λίγα πράγματα ήταν διαφορετικά απο αυτά που γίνονται σήμερα.

Τα δίχτυα τα έφτιαχναν με διχτόνημα (μπαμπακούρα) το οποίο έβαφαν με χρώμα που έπαιρναν από 'πιτίκες' (φλούδες πεύκου) και τα πλέκανε με τη σαΐτα που ήταν ένα μικρό μυτερό ξυλάκι.

ΡΑΚΟΚΑΖΑΝΟ



Μετά τον τρύγο που τελείωνε τον Οκτώβριο άρχιζε η διαδικασία παραγωγής τσίπουρου. Πρώτα έβαζαν τα σταφύλια σε ξύλινα βαρέλια και τα πατούσαν με ένα ξύλο σε σχήμα σταυρού (για να πιάνει μεγαλύτερη επιφάνεια) το 'πατητήρι' και τα πατούσαν κάθε μέρα για ένα μήνα περίπου. Στα μέσα Νοεμβρίου άρχιζε η λειτουργία του ρακοκάζανου που συνεχιζόταν μέχρι τα Χριστούγεννα περίπου.

Το ρακοκάζανο είναι ένας μεγάλος αποστακτήρας. Σε ένα μεγάλο βαρέλι θερμαίνεται και βράζει ο μούστους με τα τσίπουρα. Ο ατμός που δημιουργείται μεταφέρεται με ένα σωλήνα σε ένα άλλο βαρέλι που βρέχεται συνέχεια με νερό που ανανεώνεται για να είναι κρύο και λειτουργεί σαν ψυγείο. Εκεί ο ατμός ψύχεται και υγροποιείται.

Αυτός ο υγροποιημένος ατμός που συγκεντρώνεται σε ένα δοχείο λέγεται σούμα ή πρωτοράκι. Αφού τελειώσουν με όλα τα σταφύλια το πρωτοράκι που πήραν το ξαναρίχνουν στον αποστακτήρα για καινούργια απόσταξη. Αυτό λέγεται μετάβρασμα. Τότε για να του δώσουν καλύτερη γεύση και άρωμα πρόσθεταν γλυκάνισο ή μαστίχα κλπ.

Για τη θέρμανση του καυστήρα χρησιμοποιούσαν - και χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα όπως είδαμε στα ρακοκάζανα που επισκεφτήκαμε - πυρηνόξυλο δηλαδή το υπόλειμμα από την επεξεργασία του κουκουτσιού (πυρήνα) της ελιάς.

Τα υπολείμματα των σταφυλιών που τα έβγαζαν από το καζάνι όταν τέλειωνε η απόσταξη δεν τα πετούσαν. Τα χρησιμοποιούσαν σα λίπασμα στα χωράφια τους. Έτσι βλέπουμε πως τίποτα απο αυτά που τους έδινε η φύση δεν το σπαταλούσαν.

Έτσι έφτιαχναν το τσίπουρο.

ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ - ΟΙΚΟΤΕΧΝΙΑ - ΜΙΚΡΟΤΕΧΝΙΑ

Οι δυσκολίες εκείνης της εποχής δεν ήταν μόνο στις δουλειές που είχαν να κάνουν έξω από το σπίτι. Και οι δουλειές του σπιτιού είχαν κι αυτές τις δικές τους δυσκολίες. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχαν κι επομένως ούτε τις σημερινές συσκευές που κάνουν τη ζωή της νοικοκυράς πολύ εύκολη.

Η σίγουρη πηγή ενέργειας ήταν το τζάκι. Το τζάκι ζέσταινε το σπίτι, αλλά είχε και πολλές άλλες χρήσεις. Εκεί ζέσταιναν το νερό για να κάνουν μπάνιο ή για να πλύνουν τα ρούχα τους και τα πιάτα τους. Στο τζάκι έβαζαν και το τσουκάλι για να μαγειρέψουν. Από το τζάκι έπαιρναν τα κάρβουνα για το σίδερό τους.

Επίσης το τζάκι ήταν πολύ σημαντικό γιατί γύρω από το τζάκι που όπως και να το κάνουμε έδινε και λίγο φως μαζευόταν όλη η οικογένεια τα βράδια και συζητούσε.

Οι γυναίκες του σπιτιού έπρεπε να κατασκευάζουν και όλα τα απαραίτητα για το σπίτι. Χαλιά, πετσέτες, διακοσμητικά, ρούχα και ό,τι άλλο είχε ανάγκη το σπίτι. Θα εξετάσουμε λοιπόν και τις ασχολίες των γυναικών στο σπίτι, τα σκεύη που χρησιμοποιούσαν και τον τρόπο που τα κατασκεύαζαν.

Εκτός από τις γυναίκες και οι άνδρες έπρεπε να κατασκευάσουν κάποια σκεύη για το σπίτι, όπως παγούρια, στάμνες, κουτάλες και άλλα. Όλα αυτά θα τα δούμε εξετάζοντας τη μικροτεχνία των προγόνων μας. Ακόμα θα δούμε τα εργαλεία τα οποία κατασκεύαζαν οι ίδιοι για να διευκολυνθούν στις εργασίες τους.

Φυσικά αποκορύφωμα τις οικοτεχνίας αποτελεί ο αργαλειός που θα τον εξετάσουμε χωριστά.

ΤΟ ΠΛΥΣΙΜΟ ΤΩΝ ΡΟΥΧΩΝ

Η τεχνολογία διευκόλυνε ακόμα μια υποχρέωση των γυναικών όπως το πλύσιμο των ρούχων.

Εδώ και τρεις δεκαετίες το πλυντήριο ρούχων εισέβαλε σε κάθε σπίτι. Σήμερα οι γυναίκες βάζουν τα ρούχα στο πλυντήριο, ρίχνουν το απορρυπαντικό, πατάνε μερικά κουμπιά και φεύγουν. Παλιότερα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Επειδή τότε δεν είχε κάθε σπίτι και τη βρύση του, το νερό έπρεπε να το κουβαλάνε από κανένα μακρινό ποταμάκι ή από τη βρύση του χωριού που βρισκόταν στην πλατεία του χωριού.

Έβαζαν σ ένα καζάνι μεγάλο το νερό που είχαν φέρει κι έβαζαν μέσα και στάχτη από το τζάκι. Το καζάνι έβραζε πάνω στο χαρκόλακα (υπαίθριο τζάκι). Η στάχτη είχε την ιδιότητα να μαλακώνει το νερό κι έκανε το σαπούνι να βγάζει αφρό (σαπουνάδα). Μετά έπαιρναν νερό με μια κρατούνα από το καζάνι και το έριχναν μέσα σε μια σκάφη με τα άπλυτα ρούχα. Με ένα σαπούνι που το έφτιαχναν από λάδι, τα σαπούνιζαν και τα έβαζαν σε μια άκρη. Η σκάφη ήταν συνήθως ξύλινη. Αφού τελείωνε το σαπούνισμα τα ξέπλεναν στη βρύση της αυλής ή αν δεν είχαν βρύση τα πήγαιναν στη βρύση που υπήρχε στην πλατεία του χωριού. Έπειτα τα άπλωναν σε σχοινιά που είχαν κρεμασμένα στην αυλή τους για να στεγνώσουν. Τα λευκά τα ρούχα τα ξαναέβραζαν στο καζάνι, χωρίς στάχτη για να είναι λαμπερά.

Τα μεγάλα τα χαλιά τα πήγαιναν στις πηγές ή στο λάκκο που είχε τρεχούμενο νερό. Εκεί αφού τα άφηναν να μουλιάσουν στη συνέχεια έπιαναν από τη μία άκρη και τα χτυπούσαν με ένα ξύλο που λεγόταν 'κοπανίδα' για να φύγουν οι βρομιές. Τα δίπλωναν λίγο λίγο και συνέχιζαν να τα χτυπούν. Αφού είχαν χτυπήσει όλο το χαλί στη συνέχεια το ξέβγαζαν με το τρεχούμενο νερό της πηγής ή του λάκκου. Απορρυπαντικό δε χρησιμοποιούσαν. Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να έβαζαν λίγο σαπούνι απο αυτό που είχαν φτιάξει από το λάδι της ελιάς.

Το σιδερωμα

Φυσικά πρέπει να αναφέρουμε και για το σιδέρωμα των ρούχων. Το σίδερο για το σιδέρωμα είχε και τότε το σχήμα περίπου που έχουν και τα σημερινά, μόνο που δεν ήταν ηλεκτρικό. Για το ζέσταμά του χρησιμοποιούσαν κάρβουνα. Το πάνω μέρος του σίδερου μαζί με το χερούλι του άνοιγε και το εσωτερικό του σίδερου ήταν κούφιο. Το γέμιζαν λοιπόν με κάρβουνα από το τζάκι κι έτσι το ζέσταιναν και ήταν έτοιμο να σιδερώσει τα πλυμένα ρούχα.

Ο ΦΟΥΡΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΨΩΜΙ

Για να γίνει το ψωμί ήταν κι αυτό μια πολύ δύσκολη δουλειά. Για να φτιαχτεί σύμφωνα με την παράδοση έπρεπε οι γυναίκες να φτιάξουν το προζύμι στις 14 Σεπτεμβρίου, στη γιορτή της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού χρησιμοποιώντας το σταυρολούλουδο. Εκείνη την ημέρα φτιαχνόταν το προζύμι της χρονιάς.

Η κάθε γειτονιά είχε το δικό της φούρνο. Πολλές φορές και κάθε σπίτι είχε το φούρνο του. Οι γυναίκες έπρεπε να σηκωθούν πολύ πρωί για να ζυμώσουν και να αφήσουν τη ζύμη να φουσκώσει για να πλάσουν στη συνέχεια το ψωμί και να το ψήσουν. Φυσικά αυτή τη δουλειά δεν την κάνανε κάθε μέρα. Ψωμί κάνανε μια φορά την εβδομάδα.

Αφού λοιπόν έπαιρναν προζύμι από κάποιον που είχε κάνει πρόσφατα ψωμί ζύμωναν με αυτό το δικό τους ψωμί. Κάθε νοικοκυρά κρατούσε λίγο προζύμι όταν ζύμωνε για να έχει και για την επόμενη φορά που θα ήθελε να ζυμώσει. Το προζύμι αυτό ξίνιζε αλλά έτσι έπρεπε να γίνει γιατί ξέρουμε ότι για να φουσκώσει το ψωμί πρέπει να γίνει η ζύμωση από τους μύκητες. Το ξινισμένο προζύμι δηλαδή γινόταν μαγιά. Το έβαζαν λοιπόν μαζί με άλλο αλεύρι και νερό (ανάλογα όσο ψωμί ήθελαν να κάνουν) και το ζύμωναν με τα χέρια τους σε μια μεγάλη ξύλινη σκάφη για να ανακατευτεί το προζύμι και να γίνει η ζύμωση σε όλο το ζυμάρι.

Το ζυμάρι που είχαν ζυμώσει στη μεγάλη ξύλινη σκάφη, το σκέπαζαν έβαζαν και κάτι βαρύ πάνω του και περίμεναν να φουσκώσει. Όταν φούσκωνε το έβαζαν σε μια βάση για να το πλάσουν. Έπαιρναν κομμάτια από ζυμάρι, αρκετά μεγάλα, και τα έδιναν το σχήμα του ψωμιού. Τα ψωμιά τότε ήταν στρόγγυλα. Πάνω στο ψωμί χάραζαν με τα χέρια τους το σχήμα του σταυρού, γιατί εκείνα τα χρόνια ήταν έντονη η θρησκευτικότητα και το ψωμί θεωρούνταν ιερό και ευλογημένο. Τα ψωμιά αυτά τα έβαζαν σε μια πινακωτή (στενόμακρη ξύλινη σκάφη με χωρίσματα για το κάθε ψωμί) τα σκέπαζαν και με ένα πανί που το έλεγαν 'μισάλι' και ήταν έτοιμα για να πάνε να ψηθούν.

Τότε έπρεπε να ετοιμάσουν το φούρνο. Ο φούρνος ήταν σαν ένα μικρό σπιτάκι κτισμένος με τούβλα και πέτρες. Στη βάση είχαν τις πέτρες που ήταν ειδικές γιατί αυτές έπρεπε να κάψουν και πάνω σε αυτές θα έψηναν το ψωμί.

Στην αρχή έβαζαν μέσα στο φούρνο διάφορα κλαδιά και ξύλα και τα άναβαν. Αφού είχε κάψει ο φούρνος, τότε 'έσβηναν' το φούρνο, δηλαδή έβγαζαν έξω τα ξύλα που έκαιγαν ακόμα για να μην καπνίζουν και μυρίσει το ψωμί. Με μια ξύλινη τσουγκράνα τραβούσαν στην είσοδο του φούρνου τα μικρά καρβουνάκια που ήταν ακόμα αναμμένα και τα άφηναν εκεί για να κρατάει κάποια θερμοκρασία που ήταν απαραίτητη για το ψήσιμο του ψωμιού. Ύστερα με μια βρεγμένη πάνα καθάριζαν τη βάση του φούρνου γιατί εκεί πάνω θα έβαζαν τα ψωμιά να ψηθούν και έπρεπε να είναι καθαρά.


Αφού τελείωναν με την προετοιμασία του φούρνου, έφερναν την πινακωτή με τα ψωμιά που έπρεπε να ψηθούν. Τα έβαζαν ένα ένα πάνω σ΄ ένα ξύλινο φτυάρι και τα έβαζαν μέσα στο φούρνο κατευθείαν πάνω στις πέτρες που έκαιγαν. Δε χρησιμοποιούσαν ταψί ή άλλο σκεύος. Το ζυμάρι τοποθετούνταν πάνω στις πέτρες του φούρνου. Στη συνέχεια έκλειναν την πόρτα του φούρνου με μια λαμαρίνα για να μη φεύγει η θερμότητα και περίμεναν να ψηθεί το ψωμί.

Όταν κάποιος δεν είχε φούρνο και πήγαινε σε κάποιον γειτονικό για να ψήσει το ψωμί του, άφηνε σαν αμοιβή στον ιδιοκτήτη του φούρνου ένα καρβέλι.


Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...