Google+ Γαλακτοκομικά Καρυάς - Μαυρόγιαννης Θεοδόσιος: Ιουλίου 2012

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Πάω διακοπές...ΚΑΡΥΑ΄ ..!!

Η Καρυά, είναι το πιο γραφικό και όμορφο χωριό της Αργολίδος, με 402 κατοίκους στην απογραφή του 1951 και 303 κατά την απογραφή του 1991. Ανήκει στον δήμο Άργους - Μυκηνών της Περιφερειακής Ενότητας Αργολίδας. Είναι χτισμένη σε υψόμετρο 682 μέτρων.
Αγαπημένο καταφύγιο των ανθρώπων του κάμπου του Άργους, όταν θέλουν ν’ απολαύσουν το χιονισμένο τοπίο, μια ορεινή ανάσα 20 μόνο χλμ. από το Άργος, η Καρυά δικαιώνει την προσμονή του επισκέπτη της μόλις προβάλλει πανοραμική εμπρός του. Σαν σκηνογραφημένη σύνθεση ανάμεσα σ’ όλη τη μεγαλόπρεπη διαδοχή των ορεινών όγκων, με το Αρτεμίσιο (1771 μ. ύψος) πίσω της και το Ξεροβούνι (1256 μ. ύψος) δεξιά της, αναπτύσσεται αμφιθεατρικά από τα ψηλά στα χαμηλότερα σαν ένα μεγά­λο κοπάδι που κατηφορίζει για το χειμαδιό του.
Το χωριό της Καρυάς αρχικά χτίστηκε στην κορυ­φή του Προφήτη Ηλία (Μαλεβό) σκαλωμένο ψηλά από το φόβο των καιρών της σκλαβιάς, όπου υπάρχουν ακόμη ερείπια του Άη Δημήτρη και ίχνη οικι­σμού. Έπειτα, όταν ημέρεψαν τα χρόνια, κατηφόρισαν και οι άνθρωποι, για να γλιτώσουν από τα αγρί­μια και το κρύο. Και από την Ελληνική Επανάσταση και ύστερα στέριωσαν στη θέση που βρίσκεται σήμερα το χωριό.
Το 1831 η Καρυά απόκτησε αλληλοδιδακτικό σχολείο. Χωριό που έζησε τον τρόμο του Ιμπραήμ  πέρασε από εκεί κι’ έκαψε κάμποσα σπίτια αλλά και την έξαρση του Εικοσιένα.
Δικό του γέννημα το πρωτοπαλίκαρο του Κολοκοτρώνη, ο Γιαννάκος Νταγρές, όπως και οι Παναγιώτης, Σωτήρης και Κωνσταντίνος Νταγρές με σημαντική προσφορά στον απελευθερωτικό αγώνα. Η φήμη της παλληκαριάς και της σκληρής τους γνώμης σώθηκε σε πολλά δημοτικά τραγούδια.
Το μεγαλοχώρι της Καρυάς είχε κάποτε 1.299 κατοίκους. Κτηνοτροφία, αμπέλια, χωράφια και ελιές οι ασχολίες τους.
Μ’ όλο τον εκσυγχρονισμό του και τα ανακαινισμένα σπίτια του διατηρεί και σήμερα στις γραφικές παλιές γειτονιές τα πανέμορ­φα πέτρινα σπίτια με τα χαγιάτια και τις αυλόπορ­τες.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, η μητρόπολη της Καρυάς, προσελκύει ακόμα και σήμερα στις 29 Αυγούστου πολύ πανηγυριώτικο κόσμο. Τα τελευ­ταία χρόνια, καθώς τα παλαιά σπίτια ένα – ένα ανακαινίζονται από ντόπιους, που επιστρέφουν στα πάτρια, και από ξένους που τ’ αγοράζουν, το χωριό αποκτάει όψη σύγχρονου θέρετρου με τα μαγαζιά του και την όμορφη πλατεία στο κέντρο του, που διαμορφώθηκε πρόσφατα με πελεκητές πέτρες.
Αν περπατήσει κανείς λίγα μέτρα προς την πάνω άκρη του χωριού, θα βρει ανάμεσα στα πλατάνια τα ερείπια των παλιών νερόμυλων της Καρυάς. Κάποτε δούλευαν μέρα - νύχτα με τα νερά, που έφταναν ως εκεί από τις φυσικές πηγές του Αρτεμισίου και εξυ­πηρετούσαν ολόκληρη την περιοχή. Οι εγκαταλε­λειμμένες μυλόπετρες μέσα στα χαλάσματα μαρτυ­ρούν ακόμα τα παλιά μεγαλεία τους. 





 Μονή Παναγίας Καρυάς 

 Λίγο πριν από την πλατεία της Καρυάς ο ορεινός δρόμος προς τη Νεστάνη οδηγεί σε υψόμετρο1100 περίπου μέτρων στην παλιά μονή της Παναγίας, ένα χώρο κατάσπαρτο από μνήμες εποχών λησμονημένων, που λειτούργησε ως τον τελευταίο πόλεμο και σαν μοναστήρι.
Πάνω σε ωραίο ξάγναντο, φυσικό μπαλκόνι που εποπτεύει πανοραμικά τον αργολικό κάμπο με θέα ως τα νησιά του αργολικού, όταν ο ορίζοντας είναι καθαρός, απομένουν ακόμα λίγα κελιά και το επι­σκευασμένο καθολικό, ένας καμαροσκέπαστος ναός σε σχήμα σταυρού, που αντικατέστησε τον παλιό βυζαντινό ναό – μέχρι πριν λίγα χρόνια σωζόταν – κτίσμα πιθανόν του 14ου αιώνα, που ήταν θεμελιω­μένος πάνω σε αρχαίο ιερό – ίσως της Αρτέμιδος. Αρχαίες κολόνες πάνω από δύο μέτρα ύψος με κιονόκρανα στήριζαν εσωτερικά το ναό της Παναγίας.
Σκόρπια εδώ κι εκεί και σήμερα μερικά μαρμάρινα τεμάχια και μια μικρή πέτρινη κρήνη με αρχαιότατη δομή χτισμένη θυμίζουν τη σχέση του τόπου με το ιστορικό παρελθόν. Μπροστά από την εκκλησία διακρίνουμε τα ερείπια του παλιού βενετσιάνικου κάστρου, που ήταν κάποτε ενισχυμένο με επάλξεις και υπόγεια θολωτή δίοδο έξοδο προς την Καρυά.
Στη θέση Ξεροβούνι υπάρχει κι’ άλλο κάστρο, παρόμοιο αλλά αρχαιότερο.
Συνεχίζοντας το δρόμο προς τη Νεστάνη, διαμορφωμένο σωστά τα τελευταία χρόνια και με ασφαλή δρόμο, ακουμπάει στα έλατα του Αρτεμισίου και νοιώθει τη δροσιά και την ομορφιά της φύσης. 









Μόλις φτάσει στο «Σωληνάρι», την πρώτη φυσική πηγή που θα συναντήσει στο 11 δρόμο του, μπορεί να στρίψει αριστερά και να συνε­χίσει στο δύσβατο χωματόδρομο με το όχημα του στην αρχή και κατόπιν με τα πόδια μέχρι τη«Νεραίδόβρυση», που θα τη βρει κάτω ακριβώς από την κορυφή του βουνού, στην ανατολική του πλευ­ρά, αν ακολουθήσει πιστά τα σημάδια που έχουν χαράξει οι ορειβάτες στα βράχια, για να μη χάνουν κι αυτοί το δρόμο προς την κορυφή του βουνού.
Αν συνεχίσει ευθεία, θα περάσει πάνω από τον άγιο Κωνσταντίνο με την πλούσια πηγή που υδρεύ­ει το χωριό, και κατηφορίζοντας προς τη Νεστάνη θα βρει αριστερά πάνω στο δρόμο το «Μπρακατσάκι», ονομαστή πηγή που τρέχει από ένα σωλήνα κρυστάλλινο νερό πλούσιο σε θειάφι όλο το χρόνο. Εδώ κατέληγαν από παλιά κάτοικοι από τις γύρω περιοχές για να πιουν το ιαματικό αυτό νερό, που γιάτρευε πολλές αρρώστιες. Ακόμα και σήμερα το αναζητούν πολλοί για θεραπεία, όταν εξαντλήσουν τους γιατρούς και τα φάρμακα και για­τρειά δε βρουν. Μόνο που λένε ότι για να κάνει καλό πρέπει κανείς να το πιει επιτόπου και να μην το μεταφέρει στο σπίτι του, γιατί αλλοιώνεται και χάνει τη θεραπευτική του δύναμη.
Γενικά το Αρτεμίσιο με τα νερά, τα έλατα, τις φυσι­κές ομορφιές του, την πανοραμική θέα προς όλες τις κατευθύνσεις, τα χιόνια το χειμώνα και τις δρο­σιές το καλοκαίρι, είναι το μεγάλο όπλο της Καρυάς, που την κάνει το πιο ονομαστό και γραφι­κό ορεινό θέρετρο της Αργολίδας. Μόνο που δεν έχει αξιοποιήσει όσο θάπρεπε τη θέση και τις μεγά­λες δυνατότητες τουριστικής και πολιτιστικής ανά­πτυξης, για ν’ αναδειχτεί σε παραθεριστικό κέντρο ευρύτερης ακτινοβολίας.
Θέματα a.. Οι εκκλησίες του χωριού και τα ξωκλήσια με ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον ( Μοναστήρι της Παναγιάς, ο Προφήτης Ηλίας, ο Άγιος Κωνσταντίνος, ο Άι Γιάννης ο Θεολόγος, ο Άγιος Δημήτριος, η Αγία Παρασκευή ) Λεύκωμα με τις εκκλησιές της περιοχής μπορείτε να δείτε ΕΔΩ. b..
Το Βενετσιάνικο Κάστρο της Παναγιάς και το προϊστορικό κάστρο στο ξεροβούνι. c..
Το Πλατανόδασος, ένα μνημείο της φύσης που σπάνια συναντά κανείς στον τόπο μας. d.. Οι πρωτόγνωρες διαδρομές στο καταπράσινο ελατόδασος του Αρτεμισίου με τις γάργαρες πηγές. e..
Το διεθνές ορειβατικό μονοπάτι Ε34 που ξεκινάει από την Αρχαία Ολυμπία περνάει από το χωριό μας και καταλήγει στην Αρχαία Επίδαυρο. f.. Οι 7 νερόμυλοι, εικόνα μιας άλλης εποχής. g..
Τις γραφικές εκκλησίες της Ανάληψης και της Υπαπαντής στην περιοχή της Χούνης.
Και όπως είπε κ ο ΘΑΝΟΣ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ για το περιοδικό 4 τροχοί ...<< Όχι, δεν πήγαμε στην Καρυά -«τηλεοπτικό» Κολοκοτρωνίτσι αν προτιμάτε- για να βρούμε τον «Ουδεπόποτα» και την παρέα του, αλλά αποφασίσαμε να κάνουμε ένα δροσερό και εποικοδομητικό διάλειμμα! Σας ενημερώνουμε, λοιπόν, ότι με 45 ευρώ μπορούν να φάνε πολύ καλά τρία άτομα στην πλατεία του χωριού, ενώ στην τιμή συμπεριλαμβάνεται και παγωτό ή γλυκό του κουταλιού! >> 



 Πηγές Αλέξης Τότσικας, « Ορεινές Διαδρομές, Οδοιπορικό στα χωριά της δυτικής Αργολίδας », Έκδοση, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας 1999. 
Η Ιστοσελίδα του Xωριού http://www.karyaargous.gr 
και την Καρυά του facebook
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2012

Η Ελληνική Παράδοση

   
Όπως κάθε άνθρωπος έχει το δικό του χαρακτήρα, έτσι και κάθε έθνος έχει κι αυτό το δικό του χαρακτήρα.
      Τον πιο ζωηρό χαρακτήρα και τον πιο ιδιόρρυθμο τον έχει η πατρίδα μας, η Ελλάδα.
 Αυτή η Ελλάδα έχει μέσα της κάποια δύναμη δραστική, που δεν την έχει κανένα έθνος. Κι αυτή η δύναμη της είναι δύναμη πνευματική. Δεν είναι μονάχα η εξυπνάδα, αλλά είναι προπάντων η φλόγα της καρδιάς και κάποια ιδιαίτερη σεμνή καρτερία της ψυχής, που δε βρίσκεται σε κανένα λαό.
      Πολλά έθνη έχουν μεγάλη ιστορία. Μα όποιος διαβάζει την ιστορία της Ελλάδας νομίζει πως τον τραβά μια ανεξήγητη δύναμη, γλυκιά και ποιητική, σαν ένας μαγνήτης που δεν ξέρει που είναι κρυμμένος.

     Απορεί, διαβάζοντας πολέμους και σκληρά βάσανα, πού βρίσκεται αυτή η μυστηριώδης πηγή απ' όπου αναβρύζει τόση ποίηση που τον μαγεύει και τον κάνει να την αγαπήσει.
     Αυτό το μυστήριο μάγεψε τον κόσμο όλο και τον έκανε να παραμιλά για την Ελλάδα. Και το πιο μικρό επεισόδιο της ιστορίας μας, το πιο τιποτένιο περιστατικό, ένας απλός λόγος που είπε ο Μιλτιάδης, ή ο Επαμεινώνδας, ένα ρητό που είπε ο χρηστός Φωκίωνας, μία χειρονομία που έκανε ο Αγησίλαος, μια απλή προσευχή που είπε ο Παλαιολόγος, παίρνουν τέτοια σημασία στις ψυχές όλων των ανθρώπων, που ζούνε σ' όλη τη ζωή τους μ' αυτά, σαν τα παιδιά που θυμούνται έως τα γηρατειά τους κάποια παραμύθια που γλυκάνανε τη φαντασία τους.

        Τι είναι λοιπόν τούτη η μαγική ουσία που έχει μέσα της αυτή η Ελλάδα και κάνει τον κόσμο να νιώθει σαν δική του ιστορία την ιστορία της; 

Είναι αυτό το άπιαστο πνεύμα που έχουμε μέσα μας όλοι οι Έλληνες, αυτό που έχετε κι εσείς, και που μπαίνει σε κάθε πράξη σας, σε κάθε σκέψη σας, σε κάθε αίσθημα σας, φυσικά κι αβίαστα, απροσπάθητα, χωρίς καν να το καταλάβετε.

         Αυτό το ήθος, αυτή η φυσική ουσία που μας δώρισε ο θεός, είναι στολισμένη με κάποιες μυστηριώδεις χάρες, που αγιάζουνε τον πόνο, ημερεύουνε το θάνατο, νοστιμεύουνε το καθετί που δημιουργούμε, μ' ένα λόγο «κάνουμε την έρημο ν' ανθίσει» κατά το λόγο του Προφήτη Ησαΐα. 

         Κι αυτά όλα μεταδίδονται από γενιά σε γενιά μέσ' από το αίμα, μα πιο πολύ με κάποια ιερή και καταπληκτική λειτουργία που λέγεται Ελληνική παράδοση.

Αυτή η παράδοση είναι το θησαυροφυλάκιο που κλείνει μέσα του και φυλάγει στον αιώνα την αθάνατη ψυχή μας, την αθάνατη καρδιά μας. Μ' αυτή ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε.
     Αυτή έκανε τον τυφλό τον Όμηρο να δείξει στους ανθρώπους που είχανε μάτια τη μυστική ομορφιά του κόσμου,αυτή έκανε τον Αισχύλο να πετά απάνω από τη γη σαν αετός χρυσοφτέρουγος, αυτή έκανε τον Μεγαλέξανδρο να 'χει τον Όμηρο κάτω από το προσκέφαλο του και να ζήσει μια ζωή τριάντα μονάχα χρονών σαν ένα εξαίσιο παραμύθι που βάσταξε αιώνες, αυτή έκανε τον Πολύκλειτο και τον Φειδία και τον Λύσιππο να μεταμορφώσουν σε ανθρώπους τα λιθάρια της Ελλάδας,αυτή έκανε τον Θουκυδίδη να κλαίγει από χαρά ακούγοντας τον Ηρόδοτο να διαβάζει την ιστορία του, αυτή έκανε τον Κολοκοτρώνη να φορά την περικεφαλαία σαν αρχαίος Έλληνας και να πολεμά χαμογελώντας, αυτή έκανε τον Ρήγα να βγάζει φωτιά από το στήθος σαν τον αρχαίο Πίνδαρο, αυτή έκανε τον Νικηταρά, τον Διάκο, τον Ανδρούτσο, τον Τζαβέλλα, τον Ησαΐα Σαλώνων να κλαίνε απάνω στα αρχαία λιθάρια, και να ποθούνε να πεθάνουνε αντρειωμένα πολεμώντας για το βασανισμένο και το ατίμητο χώμα που κληρονομήσανε. 
         

Και δεν έφτασε πως η Ελλάδα τιμήθηκε με την ανθρώπινη δόξα και στάθηκε η χαρά και η ελπίδα της οικουμένης, αλλά σαν ήρθε ο Χριστός στον κόσμο τιμήθηκε και με θεϊκή δόξα, γιατί αυτή την αγαπημένη θυγατέρα Του διάλεξε ο θεός για να της παραδώσει το Ευαγγέλιο του και να της παραγγείλει να το κηρύξει σ' όλο τον κόσμο με τη δική της τη γλυκύτατη γλώσσα, που την άπλωσε ο Μεγαλέξανδρος κατά θεϊκή οικονομία, μέχρι την Ινδία και τη Βακτριανή. Το Βυζάντιο στάθηκε το χρυσό παλάτι απ' όπου βγήκε η νέα λάμψη του Ελληνισμού. Ο σκοτεινιασμένος και ξεραμένος κόσμος, πάλι ξανάνθισε σαν περιβόλι μοσχοβολημένο, κι ο σπόρος ήταν ο ένας κι ακατάλυτος σπόρος της ζωής, ο Ελληνικός. Αυτό έκανε το μεγάλο ποιητή της Ιταλίας Giacomo Leopardi να πει κατάπληκτος, γράφοντας για το βυζαντινό φιλόσοφο Πλήθωνα: «Ακατάλυτη και τρομερή δύναμη Ελλάδα! Χωρίς το δικό σου πνεύμα, τίποτα δε γίνεται στον κόσμο. Όλα τα γονιμοποιείς εσύ. Για μια στιγμή φαίνεται πως πεθαίνεις, κι άξαφνα παρουσιάζεσαι πάλι ολοζώντανη και δροσερή εκεί που δε σε περίμενε κανείς!»  

Κόντογλου Φώτης  

Χρώματα και μεθυστικά αρώματα! 

      Αυτές είναι οι λέξεις που μας έρχονται ξανά και ξανά στο νου όταν προσπαθούμε να περιγράψουμε την εντύπωση που μας κάνει η Ελληνική παράδοση. 
Τα έθιμα αναβιώνουν σε όλη την Ελλάδα με τοπικό χαρακτήρα και χρώμα. 
     
Η ποιότητα, η γνησιότητα, η πρωτοτυπία των μηνυμάτων, μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά και εμπλουτίζονται με νέες ιδέες μέσα από τα ήθη και τα έθιμα, μέσα από τις παραδόσεις, από αντικείμενα, από τα ιστορικά μνημεία, αλλά και μέσα από διάφορες εκδηλώσεις που οργανώνουν φορείς και σύλλογοι, τοποθετώντας ο καθένας το δικό του λιθαράκι στο οικοδόμημα που λέγεται πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Ολη η Ελλάδα ένα πανηγύρι

Η ελληνική ύπαιθρος γιορτάζει ακόμη στα πανηγύρια. Διοργανώνονται κυρίως τον Δεκαπενταύγουστο, διατηρούν την παράδοση παρά τις δυσκολίες των καιρών, έχουν τους κανόνες τους, τους θρύλους και τους αστέρες τους-που έχουν γεμάτο το καρνέ τους μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου. Αλλωστε, δεν είναι λίγα τα σημαντικά ονόματα του σημερινού ελληνικού τραγουδιού που πέρασαν από τη... μεγάλη των πανηγυριών σχολή, έχουν θητεία στα πατάρια και οδοιπορικά σε όλη την Ελλάδα Μια φορά και έναν καιρό υπήρχαν τα πανηγύρια, όπου η μουσική ήταν ταυτισμένη με μια μορφή ιερουργίας.


 Αφορμή πάντα είχαν τον εορτασμό του εκάστοτε αγίου, η «μάχη» των πανηγυριών κλιμακωνόταν κατά την περίοδο μεταξύ της γιορτής του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Δημητρίου, οι τραγουδιστές αμείβονταν με «χαρτούρα» (δηλαδή όχι με μεροκάματο αλλά με φιλοδώρημα) και διοργανώνονταν από τα καφενεία στην πλατεία του χωριού. «Με τη χαρτούρα αναγνωριζόταν ο καλλιτέχνης απ΄ ευθείας απ΄ τον λαό. 
   

Οργανοπαίκτες Καρυάς, δεκαετία 1930 

Αμειβόταν η ικανότητα του οργανοπαίχτη να αγγίξει την ψυχή του χορευτή», εξηγεί ο τραγουδιστής Δημήτρης Κοντογιάννης από τη Δαύλεια Βοιωτίας που έχει θητεύσει στα πανηγύρια από 14 ετών. «Τότε ο πληθυσμός είχε βιωματική σχέση με τον χορό, ο χορευτής απειλούσε τον ατζαμή καλλιτέχνη με τα μάτια, οι Ελληνες ήξεραν τον ρυθμικό κανόνα», προσθέτει χαράζοντας τις γραμμές μιας τοιχογραφίας με αρχή, μέση και τέλος.
Ακόμη και ο χορός είχε τη σημειολογία του. «Ο κόσμος ήξερε να χορεύει ομαδικά, εξ άλλου οι κυκλικοί χοροί γεννήθηκαν στην Ελλάδα και συμβολίζουν μια κοινότητα δημοκρατική. Ο πρώτος χορευτής δείχνει το ταμπεραμέντο του, την ιδιωτική του προσέγγιση. Μετά πηγαίνει τελευταίος και ξαναστηρίζει την ομάδα του χορού, την κοινότητα», σημειώνει ο κ. Κοντογιάννης. 

 Η «καρδιά» των μεγάλων πανηγυριών χτυπούσε σε Ηπειρο, Αιτωλοακαρνανία, Παρνασσό. Οι προπολεμικοί σταρ ήταν οι Γιώργος Παπασιδέρης, Γιώργος Μεϊντανάς, Κώστας Ρούκουνας, Γεωργία Μητάκη και άλλοι, ενώ τα μεγάλα κλαρίνα ήταν οι Γιαούζος, Φουσκομπούκας, Κοκοντίνης, Μπατζής και Βασιλόπουλος. Τη δεκαετία ΄50-΄60 το είδος γνώρισε άνθηση και τα μεγάλα ονόματα στο τραγούδι ήταν οι Τάκης Καρναβάς, Ανδρέας Τσαούσης, Κώστας Σκαφίδας, Αλέκος Κιτσάκης, Δημήτρης Ζάχος, Στάθης Κάβουρας, Σοφία Κολλητήρη, Τασία Βέρρα, Φιλιώ Πυργάκη. Στο κλαρίνο οι Βασίλης Σαλέας, Τάσος Χαλκιάς, Παναγιώτης Κοκοντίνης, Γιάννης Βασιλόπουλος, Βαγγέλης και Βασίλης Σούκας και στο βιολί ο Γιώργος Κόρος. Μάλιστα, η ιεροτελεστία ήταν δεδομένη. 

«Οι παρέες έπαιρναν νούμερο σειράς για τον χορό», θυμάται η τραγουδίστρια Σοφία Κολλητήρη, ενώ προσθέτει πως τα «δυνατά» πανηγύρια ήταν στην Αττικοβοιωτία αλλά και στην Αιτωλοακαρνανία (και ειδικότερα στα χωριά του Ξηρομέρου, όπου κυριαρχούσε ο τραγουδιστής Τάκης Καρναβάς).

 ΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

 «Το “σύστημα” τότε ήθελε μία ζυγιά (κομπανία) σε ένα καφενείο και μία στο απέναντι. Χωρίς μικρόφωνα, μόνο κλαρίνο, βιολί, σαντούρι, λαούτο και- λίγο μετά- κιθάρα. 
Τα πανηγύρια κρατούσαν δύο ημέρες.
Την παραμονή παίζαμε στα καφενεία, την άλλη ημέρα αμέσως μετά την εκκλησία και το απόγευμα στην πλατεία (στον «γενικό χορό»), ενώ σχηματίζαμε κοινό ταμείο. 
Μεροκάματο ήταν η χαρτούρα, αν και υπήρχαν και κόντρες. Οταν μάλιστα δεν συνεννοούμασταν, έβλεπες στην ίδια πλατεία δύο ή και τρεις κομπανίες!», θυμάται χαμογελώντας ένας βετεράνος των πανηγυριών, ο κιθαρίστας Κώστας Πίτσος. «Υπήρχε σειρά χορού, ενώ όπως έλεγε ο Κοκοντίνης: “οι μουσικοί ήταν κατά τόπους”. 


Ο Κοκοντίνης ήταν “θεός” στη Θήβα. Στο Ξηρόμερο λάτρευαν τον Καρναβά και στην Ηπειρο τον Τάσο Χαλκιά και το συγκρότημά του. Σήμερα οι Αρβανίτες λατρεύουν τον Γιώργο Κόρο, τη Βάσω Χατζή, τη Σοφία Κολλητήρη και τον Κώστα Σκαφίδα, ενώ στην Πελοπόννησο τη Φιλιώ Πυργάκη. Ανάλογα με το πού θα πηγαίναμε, παίρναμε τα ανάλογα κλαρίνα και τους τραγουδιστές» εξηγεί ο κ. Πίτσος, ενώ διευκρινίζει ότι ο κάθε τόπος καθόριζε (και εν μέρει ακόμη) τον μουσικό τρόπο. «Οταν παίζεις το “Παπάκι”, το πράττεις με άλλη ρυθμική, ανάλογα με το μέρος. Στο Ξηρόμερο, ας πούμε, το παίζεις πιο αργά», προσθέτει. 
Κι αν για δεκαετίες τα πανηγύρια είχαν τη θέση της γιορταστικής συνάθροισης ανθρώπων με κώδικες, με τα χρόνια μετασχηματίστηκαν. «Εχει αλλάξει πολύ το πανηγύρι. Το κάποτε ευγενές ποτό (η σαμπάνια) μπήκε στα χωράφια. Σήμερα τα πανηγύρια γίνονται από τα μαγαζιά, τους πολιτιστικούς συλλόγους και τις ποδοσφαιρικές ομάδες. Τώρα πια είναι ζήτημα να παίξουμε πέντε τσάμικα. Τα υπόλοιπα είναι τσιφτετέλια και συρτορούμπες», αναφέρει ο κ. Πίτσος και τοποθετεί τη μεταβολή κατά την τελευταία εικοσαετία. 
    «Το πανηγύρι έχει υποβιβαστεί σε εκτόνωση, δεν είναι πια πεδίο συγκίνησης. Εχουν χαθεί τα κατά τόπους χορευτικά και μουσικά ιδιώματα. Τώρα πια βλέπεις και κακούς χορευτές. Δεν φταίνε τα σημερινά παιδιά, πάντως. Διακόπηκε η προφορική παράδοση και έπαιξε τον ρόλο της η τηλεόραση και το σταρ σύστεμ», προσθέτει ο κ. Κοντογιάννης.
     Βεβαίως πανηγύρια συνεχίζουν να γίνονται, ο κόσμος τα προτιμάει (αν και για χαρτούρα ούτε κουβέντα), ο «Σελήμπεης» ή το «Μαραίνομ΄ ο καημένος» συνεχίζουν να συγκινούν στο άκουσμά τους, μουσικοί και τραγουδιστές ακόμη αποθεώνονται, τίποτε όμως δεν είναι όπως παλιά.
     
«Ο κόσμος είναι πιο συγκρατημένος. Μεγάλη κατανάλωση είχαμε πάντα στα πανηγύρια στα αρβανιτοχώρια της Θήβας. Τώρα λειτουργεί πολύ το “ψαλίδι” (όταν κάνει κάποιος μεγάλο λογαριασμό σε λουλούδια, του γίνεται έκπτωση)» εξηγεί η Δώρα Πετράκη, που διατηρεί επιχείρηση με λουλούδια και προμηθεύει πανηγύρια της υπαίθρου αλλά και κέντρα την τελευταία δεκαετία.  
       Οι κανόνες δεν υπάρχουν πια, όμως η συνταγή για πετυχημένο πανηγύρι τηρείται: 
«Το πανηγύρι είναι μια αλυσίδα πραγμάτων: σωστό φαγητό (αρνί σούβλας, βραστό ,γουρνοπούλα,γκιόσα, παγωμένη μπύρα), σέρβις, προσιτές τιμές, σωστά σχήματα καλλιτεχνών», διευκρινίζει ο Βαγγέλης Κασελίμης, που οργανώνει πανηγύρια τα τελευταία 10 χρόνια. «Τα πράγματα είναι δύσκολα με την κρίση. Το σύστημα έχει το “καπάρο” (ένα είδος προκαταβολής που κατατίθεται μέσω τραπεζών, ενώ η εκκαθάριση γίνεται με το πέρας της βραδιάς) ενώ η χαρτούρα έχει εξαλειφθεί (έχει απομείνει σε ελάχιστα, όπως στο Υπατο Θήβας)», λέει.
        Σήμερα, που το σκηνικό του πανηγυριού θυμίζει όλο και περισσότερο απόπειρα να «μετακομίσουν» για μια βραδιά τα σκυλάδικα στην ύπαιθρο (ο μοναδικός δίαυλος ενημέρωσης είναι το ραδιοφωνικός σταθμός του Βlackman,Tο περιοδικό "Πίστα" Δημοτικό Τραγούδι και οι αφίσες στην Εθνική Οδό), που η ορχήστρα έχει μετασχηματιστεί και οι καλοί χορευτές λιγοστεύουν, είναι πράξη υψηλής αισθητικής η παρουσία παλιών θρύλων στο πατάρι, η προσήλωση στο δημοτικό ρεπερτόριο, αλλά και οι πρώτες πρωινές ώρες μέσα σε κάποιο οικόπεδο ή στην πλατεία του χωριού (στη Ρούμελη, την Ηπειρο, την Πελοπόννησο), όπου τα λαμπάκια παραμένουν αναμμένα, οι μουσικοί παίζουν πιο αργά, τα κιβώτια της μπίρας έχουν αδειάσει και όλοι έχουν ξορκίσει (έστω και για λίγο) την καθημερινότητα της πόλης. 


                   ΖΩΝΤΑΝΟΙ ΘΡΥΛΟΙ 
     «Πανηγύρια δεν γίνονται όπως παλιότερα. Τώρα όλα κινούνται σε διαφορετικό στυλ. Ειδικά με την κρίση, οι δουλειές είναι σπασμένες. Τα διοργανώνουν πλέον οι σύλλογοι και οι δήμοι, ενώ τη θέση τους παίρνουν οι συναυλίες. Εγώ πηγαίνω επιλεκτικά. Η ύπαιθρος πάντως διψάει, με παίρνουν από παντού και με καλούν», διαπιστώνει ένα όνομα-θρύλος των πανηγυριών και του δημοτικού τραγουδιού, η Σοφία Κολλητήρη, που η διαδρομή της γεμίζει βιβλία αφού γυρίζει την Ελλάδα εδώ και 50 χρόνια. «Θυμάμαι ακόμη το πρώτο μου πανηγύρι. 
Ηταν στον Αγιο Σπυρίδωνα Φωκίδας, στις 12 Δεκεμβρίου, όπου πήγα για να βγάλω το ψωμί μου αφού ήμασταν πολύτεκνη οικογένεια. Πήγα με έναν θείο μου που έπαιζε σαντούρι, αφού ο πατέρας μου δεν με άφηνε», θυμάται η κ. Κολλητήρη.
Ενα άλλο «ιερό» πρόσωπο των πανηγυριών είναι η Τασία Βέρρα. «Δεν πάω πια. Δεν ακούνε οι μουσικοί τον τραγουδιστή, κυριαρχούν τα μηχανήματα. Δεν ακούς τι λες», μου λέει. «Το πατάρι υπήρξε το... ιερό μου. Τα έχω ζήσει όλα.
Πριν από 15 χρόνια, σε πανηγύρι στο Αιτωλικό Μεσολογγίου, ήταν μια ωραία παρέα ηλικιωμένων, χόρευαν, πλήρωναν καλά. Ενας από αυτούς, ξαφνικά, όπως χόρευε έχασε το χρώμα του. Πέθανε! Τρελάθηκα», θυμάται η κ. Βέρρα. «Πρώτο μου πανηγύρι ήταν το 1956 στην Ναύπακτο (12 ετών!) με Βασίλη Σαλέα, Φάνη Λαβίδα και την αδελφή μου, τη Φρόσω. Μερικά “ζόρικα” που θυμάμαι ήταν στις Φαρές Αχαΐας (20 Ιουλίου), στην Πεντάλοφο Αγρινίου και στη Ναύ πακτο. Πολλοί γλεντζέδες ήταν στα αρβανιτοχώρια της Θήβας. Εκεί έδινα τον εαυτό μου. Πλήρωναν αδρά και τρελαίνονταν όταν έλεγα τα κλέφτικα. Στον Αγιο Θωμά Θήβας μια φορά πήγε πρωί και δεν έφευγε ο κόσμος. “Ρε παιδιά έχω στούντιο”, τίποτε! Τα “τυχερά” πάντως ήταν πολλά. Θυμάμαι 40.000 δρχ. το 1965, στον Αγιο Θωμά Θήβας. Τώρα πια ο χορός είναι ελεύθερος, βλέπεις 1.000 άτομα και είναι μουδιασμένα», προσθέτει.
Η Γιώτα Γρίβα, από την άλλη, ανήκει στις νέες δυνάμεις του δημοτικού και των πανηγυριών. Αρχισε το 2002 με τον κλαρινιτζή Πετρολούκα Χαλκιά και τον Αντώνη Κυρίτση. Είναι γεννημένη στη Βουλγαρία και έχει σαρακατσάνικη καταγωγή. «Μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου είμαι κλεισμένη να πηγαίνω σε πανηγύρια. Μπορεί να μην υπάρχει μεγάλη κατανάλωση, αλλά βλέπω καλή ανταπόκριση. Θυμίζουν όλο και περισσότερο συναυλίες, χάνεται η παλιά δομή με τη σειρά του χορού, τώρα η πίστα είναι ελεύθερη. Κάποια κρατάνε πάντως, όπως στα Τριπόταμα Αχαΐας που είναι τριήμερο», εξηγεί στα «ΝΕΑ». «Το πρώτο μου πανηγύρι ήταν στο Κρυεκούκι, του Ευαγγελισμού το 1956 και ήμουν 17 ετών.Δούλευα σε κουρείο και έβγαλα σε εκείνο το πανηγύρι όσα λεφτά έβγαζα στο κουρείο σε δύο μήνες», θυμάται ο τραγουδιστής Κώστας Σκαφίδας, με 55 χρόνια στο τραγούδι και καταγωγή από τη Λαμία.
Γιάννης Σιέττος-Γιώτα Γρίβα
«Παλιά τα πανηγύρια γίνονταν από τα καφενεία του χωριού. Είχαν υποχρέωση να βάλουν ζυγιά (συγκρότημα). Ο κόσμος άκουγε, ζητούσαν σειρά χορού. Χαρτούρα είχαμε πολλή στα Μεσόγεια και στα αρβανιτοχώρια. Μεγάλωσα πέντε παιδιά από τη δουλειά. Τότε αμειβόσουν υλικά και συναισθηματικά. Χαιρόμασταν τον πελάτη.
Πανηγύρι του Αγίου Γιάννη του Προδρόμου στη ΚΑΡΥΑ 28-29-Αυγούστου.
Θυμάμαι εμποροπανήγυρη στη Λιβαδειά ή στην Εύβοια, όπου τραγουδούσαμε ολόκληρες ημέρες.






Εγώ κατάργησα το τραγούδι της ημέρας, με ζήτησαν σε ένα πανηγύρι του Αγίου Σεραφείμ στη Λαμία και δέχθηκα να πάω μόνο βράδυ», λέει. Σήμερα; «Πάω επιλεκτικά. Εχουν αλλάξει πολύ. Τώρα σηκώνονται και χορεύουν σαν αρκούδες, σπανίζουν οι μερακλήδες. Φέτος υπάρχει πτώση τουλάχιστον 40% σε μεροκάματα. Οι δήμοι έχουν υποχρέωση να πάρουν πάνω τους τα πανηγύρια». 












                                  ΠαλεΪκό πανηγύρι στη Καρυά το 15ΑΎΓΟΥΣΤΟ :





ΚΑΡΥΑ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΠΑΝΗΓΥΡΙ

ΜΠΕΚΙΟΣ ΜΟΥΓΚΟΠΕΤΡΟΣ 'ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΡΙΜΑ ΚΙ ΑΔΙΚΟ' ΑΓΡΙΛΙΤΣΑ ΚΑΡΥΑΣ 2012



πηγή : tanea.gr άρθρο Του Δημήτρη Ν. Μανιάτη 
ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΤΟΥ ΚΩΝ/ΝΟΥ ΚΑΛΑΜΠΑΛΙΚΗ.
https://www.facebook.com/groups/109580839068145/
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

ΟΙ ΑΡΓΑΛΕΙΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΥΦΑΝΤΑ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

Οι αργαλειοί και τα υφαντά, τα παλιά χρόνια, βασικά ήταν μια οικιακή βιοτεχνία πολύ μεγάλης αξίας και χρησιμότητας. Έπειτα ήταν και μια χωριάτικη γραφικότητα. Πρέπει να θυμηθούμε ότι οι πρόγονοί μας, σαν οικογενειάρχες, σ' αυτό το μικρό ξύλινο εργαλείο στήριζαν την υπόστασή τους, βοηθήθηκαν στον δύσκολο αγώνα της τότε ζωής. Και είναι σίγουρα γνωστό ότι και το έργο αυτό, η τεραστίας σημασίας εργασία αυτή ήταν προσφορά των γυναικών. Χωρίς τους αργαλειούς, πως θα ντύνονταν μισή ντουζίνα παιδιά και πως θα αγοράζονταν ο ρουχισμός του σπιτιού; Παντελόνια, πουκάμισα, εσώρουχα, φουστάνια, νυχτικά, πετσέτες, πεσκίρια, σεντόνια, κουβέρτες, στρωματόπανα, προσκεφαλάδες, τραπεζομάντιλα, κιλίμια, κουρελούδες και τόσα άλλα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παλιά, τα κορίτσια όταν παντρεύονταν έπρεπε να έχουν τα προικιά τους: δύο - τρία και τέσσερα κάρα ρουχισμό, που τα έφτιαχνε η μάνα τους και η ίδια η κοπέλα στον αργαλειό του σπιτιού της.
Και μπορούμε να πούμε ότι μαζί με αυτόν τον ρουχισμό, που ετοιμάζονταν από πολύ νωρίς, πλέκονταν και οι ελπίδες και τα όνειρα τις κάθε κοπέλας για τον "καλό" της και για την νέα ζωή που θα έφτιαχνε, τη ζωή της παντρεμένης. Κάθε σπίτι είχε τον μικρό ή μεγάλο αργαλειό του, στο κατώι, στη σοφίτα, στο παράσπιτο, ή και κάπου αλλού. Πλάι σ' αυτόν έστεκε η δρούγα και η ανέμη, που η μάνα ή η κυρά ετοίμαζε τα νήματα ή τα καρούλια για να μπουν στις σαΐτες για την ύφανση. Η δουλειά του αργαλειού ήταν ολόκληρη διαδικασία.
Ξεκινούσε από τη ρόκα, τη βαφή των νημάτων, τα καρούλια και τόσες άλλες μικροδουλειές ανάλογα με το ρούχο που έπρεπε να υφανθεί: μεταξωτά, μάλλινα, πάνινα, κουβέρτες, κουρελούδες κλπ. Και είναι γνωστό ότι δεν είχαν τελειωμό όλες αυτές οι δουλειές, μαζί με το σχέδιο που έπρεπε να κάνει η υφάντρα για το ρούχο που θα έφτιαχνε. Τα σχέδια αυτά τις πιο πολλές φορές ήταν μυστικά, γιατί η κάθε υφάντρα ήθελε να βγάλει ένα καινούριο ρούχο, καλύτερο από τα ρούχα των άλλων.
Η δουλειά του αργαλειού γινόταν ακανόνιστα, όποτε άδειαζε η νοικοκυρά. Συστηματικά όμως το βράδυ και το πρωί, πριν ξημερώσει η μέρα και πριν ξεκινήσει για τις άλλες δουλειές του σπιτιού. Πολλές φορές γίνονταν νυχτέρια με το κρεμασμένο λυχνάρι πάνω στον αργαλειό, με την μάνα και την κυρά πλάι (η μια στην ανέμη και η άλλη στη ρόκα) και τα παιδιά κατάχαμα σ' ένα σάισμα ν' ακούνε παραμύθι ή να κουτουλάνε.Όχι σπάνια η δουλειά της υφάντρας συνοδευόταν και από ωραία και με σημασία τραγούδια, όπως τα έχει απαθανατίσει η Λαϊκή μας Μούσα στα σχετικά δημοτικά μας τραγούδια. Τα ρούχα που φτιάχνονταν ήταν όμορφα, γερά και φτηνά. Στόλιζαν τις σάλες, τις κρεβατοκάμαρες, τα μπαλκόνια των σπιτιών και βεβαίωναν την εργατικότητα και την νοικοκυροσύνη των γυναικών της κάθε οικογένειας. Βεβαίωναν ακόμα το μόχθο και την ανεκτίμητη προσφορά τους στον αγώνα της ζωής των δύσκολο εκείνο καιρό. πηγή: www.meropitopik.blogspot.com
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

"Ο πραγματικός ήρωας της οικογένειας "

Ο ήρωας της οικογένειας στο χωριό.....η μάνα...
       
Η κλασσική Ελληνίδα μάνα με την αστείρευτη πηγή δύναμης,αγάπης και τρυφερότητας.
 Ας δούμε πως περνούσε την μέρα της μια μάνα στα παλιά εκείνα χρόνια στα χωριά μας...
   
     
Γύριζε το βράδυ εξουθενωμένη από την ολοήμερη δουλειά κάτω από τον ήλιο, το κρύο ή τη βροχή χωρίς να πάρει ανάσα έπρεπε να αρχίσει της δουλειές του σπιτιού. 
     Να αρμέξει τα ζώα, να ταΐσει, στη συνέχεια να βάλει το γάλα (για να το πάει το μεγαλύτερο παιδί στα σπίτια που το πουλούσαν), να ετοιμάσει το βραδινό φαγητό που συνήθως ήταν τραχανάς, κουρκούτι, τηγανητό, γλίνα, κλωτσοτύρι και αυγά. 


      Κρέας η οικογένεια έτρωγε μία φορά ανά 8 ή 15 ημέρες σε ελάχιστες μερίδες. 
      Το Πάσχα και τα Χριστούγεννα που έσφαζαν γουρούνι γινόταν φαγοπότι με κρέας, λουκάνικα, μπουμπάρια, τσιγαρίδες, καπνιστό ψαχνό (μεσίσκλια). Το χοιρινό λίπος, η γλίνα, έλυνε τα χέρια της μάνας στο φαγητό για το πρωινό με τη μπουκουβάλα, τις ζυμαρόπιτες και τα τηγανητά. 
      Το λάδι ήταν πανάκριβο και το χρησιμοποιούσαν ελάχιστα με το σταγονόμετρο. Για αυτό η γλίνα (το λίπος του χοιρινού) έλυνε τα χέρια της νοικοκυράς την Παρασκευή του φαγητού. 
     Η μάνα αφού τακτοποιούσε το βραδινό, όπως είπαμε, έπρεπε να ζυμώσει και να ψήσει ψωμί, να ετοιμάσει το φαγητό της επόμενης, να σηκωθεί νύχτα, να ταΐσει τα ζώα που θα τα πήγαινε για δουλειά το πρωί, να αρμέξει πάλι τα ζώα, να ετοιμάσει το πρωινό για τα παιδιά για να πάνε σχολείο. Ακόμη, να τους δώσει οδηγίες για το τι πρέπει να κάνουν όταν γυρίσουν από το σχολείο. 


Αυτή είναι η μάνα.. Ας μην ξεχνάμε ότι Μάνα είναι μόνο μία και ας τη βάλουμε στον πιο ψηλό θρόνο που της αξίζει: στην καρδιά μας. πηγή από : http://prassia-eyrytanias.blogspot.com/
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...