Google+ Γαλακτοκομικά Καρυάς - Μαυρόγιαννης Θεοδόσιος: Ιουνίου 2013

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2013

“Γηράσκω αεί διδασκόμενος”


Είχα πάρει μια μέρα τα δύο μου εγγονάκια και τα πήγα μια βόλτα στο δημοτικό πάρκο να παίξουν. Κάπου εκεί σε μια γωνιά, ανάμεσα στις συστάδες των δέντρων, κάθισα σ’ ένα παγκάκι κι άρχισα να διαβάζω την εφημερίδα μου, προσέχοντας συγχρόνως και τα παιδιά που έπαιζαν.
Στο διπλανό παγκάκι κάθονταν δυο συμπαθητικά γεροντάκια, που με την πρώτη ματιά, σου έδιναν την εντύπωση μοναχικών κι ανήμπορων ανθρώπων. Συζητούσαν μεταξύ τους συνέχεια, και μάλιστα με τέτοιο πάθος κι ένταση, λες κι ήταν σκασμένοι για κουβέντα, λες κι είχαν να μιλήσουν χρόνια. Συζητούσαν κι έλεγαν τα παράπονά τους, για τα χρόνια που πέρασαν, για τη μοναξιά του σήμερα, για το αύριο που μπορεί να είναι χειρότερο του χθες…
Δεν ήθελα να γίνομαι αδιάκριτος, αλλά κάθονταν τόσο κοντά μου, που ακόμη και να μην ήθελα, μπορούσα ν’ ακούω όλα εκείνα που έλεγαν :
«Ένας πατέρας μπορεί να μεγαλώσει και να συντηρήσει δέκα ή ακόμη και δέκα πέντε παιδιά, αν χρειασθεί, όμως δέκα πέντε παιδιά δε μπορούν να συντηρήσουν έναν πατέρα».
Έχω πέντε παιδιά κι οκτώ εγγόνια, συνέχισε να λέει ο ένας από τους δύο  και πάνε τώρα πέντε μήνες και κανένα από αυτά δεν ήλθε να μ’ ανοίξει την πόρτα. Δεν λέω, με παίρνουν καθημερινά στο τηλέφωνο και με ρωτούν τι κάνω, αλλά εγώ ήθελα να έρθουν να τους δω και να σφίξω στην αγκαλιά μου τα εγγονάκια μου, που τόσο επιθύμησα !
Δεν ζητώ να με συντηρήσουν, ούτε να μου φέρουν κάτι, «δοξασμένος ο Θεός!» έχω τη συνταξούλα μου, παίρνω εξακόσια ευρώ το μήνα, μου φθάνουν και μου περισσεύουν, άλλωστε, πού να τα χαλάσω;

Λίγο σπανακόρυζο το μεσημέρι, ένα γιαουρτάκι το βράδυ, μου είναι αρκετά, άντε να πληρώσω ακόμη τα κοινόχρηστα και τη συμμετοχή μου στα φάρμακα, θέλω σου λέω, μόνο να έρχονται και να τους βλέπω, δεν αντέχεται η μοναξιά !
-Δεν είσαι ο μόνος που νοιώθει έτσι φίλε μου, του απαντά ο άλλος.
-Κι εγώ από τότε που έχασα την γυναίκα μου, καθημερινά βιώνω τη σκληρή μοναξιά! Τα βράδια ο ύπνος αργεί να με πάρει, μόνος μου στριφογυρίζω στους τέσσερις άδειους τοίχους, κοιτάζω τα παλιά αντικείμενα, τις φωτογραφίες, τα έπιπλα και μιλάω με τα φαντάσματα…
Κάπου-κάπου ανοίγω την τηλεόραση, ν’ απασχολήσω λίγο την σκέψη μου μήπως και ξεχάσω, αλλά δυστυχώς τίποτα δεν μπορεί ν’ αναπληρώσει την απουσία των αγαπημένων μου προσώπων…
Είχα αφήσει την εφημερίδα μου στην άκρη, χωρίς να την διαβάσω, κι άκουγα τα δυο γεροντάκια που μιλούσαν. Ειλικρινά, ψυχοπλακώθηκα με όλα εκείνα που τους πλήγωναν. Αναρωτιόμουν μέσα μου κι έλεγα: Γιατί γίναμε έτσι οι άνθρωποι;
Αδιάφοροι, μονόχνοτοι, κλειστήκαμε στο καβούκι μας και χάσαμε κάθε ανθρώπινη επαφή. Νοιαζόμαστε διαρκώς για το μέλλον μας και κυρίως για το μέλλον των παιδιών μας και δεν απολαμβάνουμε το σήμερα, δε χαιρόμαστε την κάθε του στιγμή.

Μήπως, πρέπει να φροντίσουμε να δοθεί στα παιδιά μας καλύτερη παιδεία και περισσότερη ανθρωπιστική μόρφωση, για να μάθουν πρώτα να σέβονται τον ίδιο τους τον εαυτό, ώστε να μπορέσουν αργότερα με τα δικά τους αποθέματα να σεβαστούν κι εμάς, αφού στη θέση τη δική μας είναι σίγουρο, πως κάποια στιγμή θα έλθουν…
Κι ενώ έκανα αυτές τις σκέψεις ξαφνικά ένοιωσα πίσω μου δυο μικρά χεράκια να μ’ αγκαλιάζουν και μια φωνούλα να μου λέει: «Παππού σ’ αγαπώ πολύ, γιατί είσαι ο καλύτερος παππούς του κόσμου». Γύρισα κι αντίκρισα την πεντάχρονη εγγονούλα μου, που ήταν μαζί με το δίχρονο αδελφάκι της.
Αφού χόρτασαν παιχνίδι και κουράστηκαν ήλθαν και κάθισαν κοντά μου, πλησίαζε η ώρα για αναχώρηση.
Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα αν ήμουν ο καλύτερος παππούς του κόσμου, άλλωστε θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόμουν κάτι τέτοιο, σίγουρα όμως ένοιωθα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου!
Γυρίζοντας στο σπίτι, εκείνο το βράδυ είχα χάσει κι εγώ τον ύπνο μου, από τη μια σκεπτόμουν τα δυο γεροντάκια του πάρκου κι από την άλλη τις παλιές-καλές εκείνες εποχές, όταν το σπίτι χωρούσε και τον παππού και τη γιαγιά…
Το πρώτο χέρι που άγγιζε το μέτωπο κι έδιωχνε τον εφιάλτη του παιδικού ύπνου ήταν της γιαγιάς. Η ψυχή του κάθε σπιτιού, η πιο ζεστή αγκαλιά μετά τη μητρική. Εκείνη που το πρωί ξυπνούσε πρώτη και πλάγιαζε τελευταία, και στο τραπέζι καθόταν άκρη-άκρη στην καρέκλα, για να’ ναι έτοιμη να πεταχτεί στην κουζίνα, μην λείψει τίποτε. Τυχερά τα σπίτια που είχαν και παππού να παίζει με τα αγόρια.
Οι παππούδες κι οι γιαγιές ήταν η προσωποποίηση της γαλήνης και της πείρας, το καταφύγιο κάθε σκανταλιάς. Οι μόνοι που μπορούσαν να γλιτώσουν τα εγγόνια από την τιμωρία των γονιών. Τα εγγόνια είναι «δυο φορές παιδιά», δυο φορές αγαπημένα. Στα χρόνια που κυλούσαν αυτοί ήταν οι θεματοφύλακες του σπιτιού. Κι όταν ήρθαν τα δύσκολα, ο πόλεμος, η πείνα, αυτοί ήταν που έδεναν την οικογένεια, έδιναν κουράγιο στον πατέρα που έτρεχε να βρει φαγώσιμα για τα παιδιά και φάρμακα όταν οι αρρώστιες χτυπούσαν την πόρτα.
Τι να πεις στα σημερινά παιδιά, για εκείνα τα παιδιά που έπαιζαν στους χωματένιους δρόμους και στις αλάνες της γειτονιάς, τότε που περνούσε ένα αυτοκίνητο την ημέρα…
Εκείνα τα παιδιά της επαρχίας, που ποτέ γι’ αυτά δεν υπήρχε χρόνος για διακοπές και ξεκούραση, ακόμη και τα καλοκαίρια που στο σχολείο σταματούσαν τα μαθήματα, εκείνα ολημερίς ακολουθούσαν τους γονείς τους στα χωράφια και στις δουλειές. Μόνο τα Σαββατοκύριακα αν έβρισκαν λίγο χρόνο και τα χρήματα φυσικά, που ήταν πολύ δύσκολο να βρεθούν, πήγαιναν κινηματογράφο στο «Ιντεάλ» ή στο «Ελληνίς». Έτρωγαν παγωτό ξυλάκι και η ζακέτα, καλοσιδερωμένη, να κρέμεται στο μπράτσο για την ψύχρα. Τι συντροφιά, Θεέ μου ! Αυτές οι ευωδιές από το γιασεμί, τις μπουκαμβίλιες και τα γαρίφαλα !
Θυμάμαι το σπιτάκι μας. Ένα ισόγειο χαμηλό κτίσμα δυο δωματιάκια όλο κι όλο, κατασκευασμένο από καδρόνια, καλάμια και πηλό, που τα καλοκαίρια οι δυο μουριές της αυλής, ο κισσός και η μπουκαμβίλια, σαν επιχρίσματα κάλυπταν τις πλευρές του, το έκρυβαν και το έκαναν αόρατο. Τα μόνα που διέκρινες ήταν τα πράσινα ξύλινα πορτοπαράθυρα. Κι όμως εκείνο το σπιτάκι ήταν αρκετό για να φιλοξενήσει όχι μόνο τη δεκαμελή οικογένειά μας, αλλά όταν χρειαζόταν, κι αρκετούς από τους φίλους και συγγενείς.
Η μάνα μου συχνά έλεγε: «Όλοι οι καλοί χωράνε!».
Ήταν μια καλοσυνάτη, απλοϊκή γυναίκα, που επάνω της διέκρινες μια παιδική αφέλεια. Εμένα μου άρεσε να την πειράζω: «Χριστιανή μου» της έλεγα, τι τα ήθελες τόσα παιδιά; Μέχρι τα έξι δικαιολογείσαι, αφού πήγαινες γι’ αγόρι, κι έκανες πέντε κορίτσια στη σειρά…. Όταν όμως το έκτο, είδες πως ήταν αγόρι και μάλιστα πρώτο πράμα ! Τι τους ήθελες τους άλλους από πίσω; Να μου μοιράσουν τα λιγοστά χωράφια που έχουμε; Τι σόι κληρονόμο περίμενες;
Και τότε αυτή μ’ ένα πλατύ χαμόγελο γεμάτο ικανοποίηση μου απαντούσε. Τους ήθελα για τον ίδιο λόγο που ήθελα κι εσένα. Έπειτα τί να τα κάνεις εσύ τα παληοχώραφα; Αυτά είναι παιδεμός! Δε βλέπεις την κατάντια μας; Εσύ αγόρι μου τα παίρνεις τα γράμματα, θα σπουδάσεις και θα βοηθήσεις και τις αδελφές σου να παντρευτούν !
Αν μάνα της έλεγα, οι αδελφές μου περιμένουν βοήθεια από μένα, σίγουρα θα μείνουν στο «ράφι». Η μεγάλη μου αδελφή τότε ήταν κόρη της παντρειάς κι εγώ ήμουν παιδάκι της τρίτης Δημοτικού…..
Τώρα στους ίδιους δρόμους της γειτονιάς-ασφαλτοστρωμένους πια- περνούν επιθετικά τα αυτοκίνητα, με τους ανθρώπους μέσα παγιδευμένους. Και το περίεργο είναι ότι τους αρέσει και καμαρώνουν. Οι κινηματογράφοι το «Παλλάς», Το «Ριάλτο» και το «Ιντεάλ» έγιναν πολυκατοικίες. Η μοναξιά, γι’ αυτή που έγραψαν οι τραβαδούροι της εποχής, ήρθε πολύ αργότερα, για να εγκατασταθεί στις άδειες μας καρδιές.
Το κρύο έρχεται από μέσα μας, τώρα που το σπίτι δεν χωρά πια τον παραδοσιακό παππού και τη γιαγιά.
Γιατί οι σημερινοί παππούδες και γιαγιάδες είναι νέοι κι έχουν δικαιώματα στη ζωή και δεν θέλουν υποχρεώσεις, θέλουν λένε την ανεξαρτησία τους. Δίνουν χρήματα για τα εγγόνια, αλλά όχι χρόνο οι περισσότεροι, κι όμως τα παιδιά έχουν περισσότερο ανάγκη τη στοργή και την αγάπη μας και λιγότερο τα δώρα μας.
Ως πότε όμως θα τρεφόμαστε με τις αναμνήσεις; ως πότε ένα φωτισμένο κλειστό παραθυρόφυλλο θα φέρνει χτυποκάρδι, γιατί εκεί πίσω από τις γρίλιες, κάποτε, ήταν ο κόσμος μας, που χάσαμε.
Όσο αδειάζουν οι καρδιές μας τόσο γεμίζουμε το σπίτι μας με παλιά αντικείμενα. Κι όσο φεύγουν κι απομακρύνονται οι άνθρωποι που κάποτε γέμιζαν τους τέσσερις τοίχους με γέλια, τραγούδια ή παράπονα, τόσο πληθαίνουν τα χαμογελαστά πρόσωπα μέσα στις κορνίζες…


“Εκεί που είσαι ήμουν και εδώ που είμαι θα’ ρθεις” έλεγε η γιαγιά μου.
Κουβαλούν μια ζωή στις πλάτες τους. Άνθρωποι αυθεντικοί οι περισσότεροι. Με μια σπάνια μορφή πλούσιας εμπειρίας. Ούτε μονότονοι, ούτε φωτοτυπίες…ίσως γιατί και η ίδια τους η ζωή ήταν αυθεντικότερη. Δεν παριστάνουν, είναι. Δεν είναι αλάθητοι, μα αληθινοί. Άνετοι και ελεύθεροι. Ο χρόνος έχει λειάνει την τραχύτητα και την ένταση.
Η πορεία τους φανερώνει θέληση για ζωή και όχι επιβίωση. ‘Οσα θυμούνται δείχνουν πως βαθιά μέσα τους πιστεύουν πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από τη ζωή. Σίγουρα δεν έζησαν σε ευκολότερα χρόνια αλλά η οπτική τους για τα πράγματα ήταν διαφορετική. Κάποιοι σήμερα ίσως είναι πιο γερασμένοι από τους γέρους. Μάκαρι κι εμείς να περνάμε τη ζωή μας έτσι έντονα, αληθινά, ξεχωριστά. Με αρχοντιά και λεβεντιά σε όλα.




Ένα διήγημα του Ανδρέα Μουντούρη
(Συντ/χος εφοριακός-συγγραφέας)
E-mail: a.moudouris@gmail.com
Πηγή: xiromeronews.blogspot.gr

Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Καγιανάς ή στραπατσάδα.??

Το αγαπημένο καλοκαιρινό πιάτο σε 3 εύκολες βερσιόν

Υλικά: 
8-10 ντοματάκια ή 3 -5 μέτριες ντομάτες,
3 -4 αυγά (ανάλογα) ,
αλάτι, πιπέρι,
ελαιόλαδο,
ψιλοκομμένος μαϊντανός ή ρίγανη ή θυμάρι και φέτα για γαρνίρισμα, 1
μικρή καυτερή πιπεριά ή τσίλι.
Η Υλοποίηση:
Ελληνικός τρόπος Περνάμε τις ντομάτες από το μπλέντερ και ρίχνουμε το ελαιόλαδο σε βαθύ τηγάνι. Mόλις κάψει, ρίχνουμε την ντομάτα, χαμηλώνουμε τη φωτιά, ανακατεύουμε και αφήνουμε να σιγοβράσει (8’-10’) μέχρι να φύγουν τα υγρά Xτυπάμε καλά τα αυγά, τα ρίχνουμε στο τηγάνι και αλατοπιπερώνουμε. Aνακατεύουμε σιγά-σιγά μέχρι να δέσουν όλα τα υλικά και να ψηθούν τα αυγά. Aποσύρουμε το τηγάνι από τη φωτιά, πασπαλίζουμε με μαϊντανό ή ρίγανη ή θυμάρι, γαρνίρουμε με φέτα και σερβίρουμε αμέσως.
Φιλοευρωπαικός τρόπος Κόβουμε τα ντοματάκια στα τέσσερα. Ζεσταίνουμε το ελαιόλαδο σε ένα αντικολλητικό τηγάνι, ρίχνουμε τα τοματάκια, αλατοπιπερώνουμε και σοτάρουμε για 2-3΄μέχρι να μαλακώσουν χωρίς να χάσουν το σχήμα τους. Χτυπάμε ελαφρά τα αυγά, πασπαλίζουμε με μαϊντανό τα ντοματάκια και ρίχνουμε τα αυγά. Κουνάμε το τηγάνι ώστε να πάει παντού το μείγμα. Μόλις ψηθούν τα αυγά αποσύρουμε από την φωτιά και αν είμαστε επιδέξιοι διπλώνουμε την ομελέτα (όπως Ισπανία) και σερβίρουμε.
Πικάντικος τρόπος Κόβουμε σε ροδέλες το τσίλι και το καθαρίζουμε από τα σπόρια, κόβουμε τις ντομάτες με την φλούδα σε μικρά κυβάκια. Ρίχνουμε το ελαιόλαδο στο τηγάνι και μόλις ζεσταθεί σοτάρουμε τις πιπεριές ( αν θέλουμε εδώ σοτάρουμε και μερικές ροδέλες κρεμμύδι) και μετά προσθέτουμε τις ντομάτες. Μαγειρεύουμε μέχρι να εξατμιστούν τα υγρά τους( 10’). Στο μεταξύ χτυπάμε τα αυγά και αλατοπιπερώνουμε. Χαμηλώνουμε τη θερμοκρασία και ρίχνουμε τα αυγά. Κουνάμε και ανακατεύουμε ώστε να απλωθούν καλά. Μόλις γίνουν τα αυγά (προσοχή να μην παραψηθούν και πάρουν καφέ χρώμα ) γαρνίρουμε με φέτα και σερβίρουμε αμέσως με φρυγανισμένο ψωμί.






Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Μία πολύ διδακτική ιστορία..!!

Μια μέρα o γάιδαρος ενός αγρότη έπεσε σε ένα πηγάδι.
Το ζώο φώναζε απελπισμένα για ώρες κι ο αγρότης προσπαθούσε να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει.
Τέλος, αποφάσισε ότι το ζώο ήταν γέρικο, και τα έξοδα που απαιτούνταν για να το βγάλει από το πηγάδι ήσαν πολλά.
Δεν άξιζε τον κόπο να προσπαθήσει να σώσει τον γάιδαρο. Το μόνο που σκέφτηκε να κάνει ήταν να το θάψει ζωντανό.
Κάλεσε όλους τους γείτονές του να έρθουν και να τον βοηθήσουν. Πήραν όλοι από ένα φτυάρι και άρχισαν να πετάνε χώματα στο πηγάδι. Στην αρχή, ο γάιδαρος συνειδητοποίησε τι συνέβαινε και φώναξε φρικτά. Μετά όμως, προς έκπληξη όλων, ησύχασε.
Λίγα φορτία χώμα αργότερα, ο γεωργός κοίταξε κάτω το πηγάδι κι έμεινε έκπληκτος με αυτό που είδε.
Ήταν κάτι καταπληκτικό!!!!
Με κάθε φτυαριά χώμα που έπεφτε στην πλάτη του, ο γάιδαρος τιναζόταν και έκανε ένα βήμα προς τα πάνω.
Οι γείτονες του αγρότη συνέχισαν να πετάνε φτυαριές χώμα πάνω στο ζώο, κι αυτό κάθε φορά τιναζόταν κι έκανε ένα βήμα προς τα πάνω. Πολύ σύντομα, όλοι ήταν έκπληκτοι με το γαϊδούρι να έχει φτάσει στην επιφάνεια του πηγαδιού.

Ηθικό δίδαγμα: Η ζωή μπορεί να φέρει σε σας πολλές φτυαριές από σκουπίδια μέσα στο πηγάδι της ζωής σας. Να θυμάστε όμως πως κάθε ένα από τα προβλήματά σας αυτά είναι ένα εφαλτήριο. Μπορούμε να βγούμε από τα βαθύτερα πηγάδια απλά με ένα τίναγμα. Πατάμε πάνω στο πρόβλημα και κάνουμε ένα βήμα πάνω.
Ηθικό δίδαγμα 2:

Προσοχή! 

Όταν πρόκειται για ανθρώπους - γαϊδούρια, ρίχνουμε τσιμέντο ταχείας πήξεως
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Τρίτη, 18 Ιουνίου 2013

Ο Γιώργος Νικολάκης-Λιόντας και η μοναδική Κασιώτικη σιτάκα.

    Κάθε τόπος, εκτός από τη ντοπιολαλιά, τις παραδόσεις και τα έθιμά του, έχει τα δικά του προϊόντα, τις δικές του, θα έλεγε κανείς, γαστριμαργικές ιδιαιτερότητες.

 Η Κάσος, το ακριτικό αυτό νησί της νοτιοανατολικής Δωδεκανήσου, όχι μόνο δεν αποτελεί εξαίρεση σ' αυτόν τον κανόνα, αλλά κατέχει τα δικά της πρωτεία στον τομέα των παραδοσιακών φαγητών και των γαλακτοκομικών προϊόντων.

 Η σιτάκα κατέχει κυρίαρχη θέση σ' αυτόν τον κατάλογο, με μια ιστορία που χάνεται στα βάθη του χρόνου. Πρόκειται γι' αυτό που μένει στο καζάνι μετά από το βράσιμο και την συνεχή ανάδευση του γάλακτος επί ώρες. Η σιτάκα ισορροπεί μεταξύ του βουτύρου και του μαλακού τυριού, με μια υφή και γεύση που δύσκολα μπορεί κανείς να περιγράψει, ιδίως όταν περιχύνουν μ' αυτήν τις μακαρούνες και τις στολίζουν με τσιγαρισμένο κρεμμύδι!
Το μιτάτο του κυρ Γιώργη Νικολάκη στην περιοχή της Μαρίτσας. Είχα την εξαιρετική τύχη να βρεθώ στην περιοχή της Μαρίτσας, στο μιτάτο (μαντρί) ενός παλαίμαχου αλλά αειθαλή Κασιώτη κτηνοτρόφου και μαντιναδόρου, του κυρ Γιώργη Νικολάκη ή Λιόντα, να συζητήσω μαζί του για το υπέροχο αυτό Κασιώτικο γαλακτοκομικό προϊόν και να το γευτώ ζεστό, όπως βγήκε απ' το καζάνι! Σημειώστε ότι πολλές εκφράσεις του δεν τις άλλαξα για να φανεί η ιδιαίτερη Κασιώτικη προφορά ωρισμένων λέξεων και εκφράσεων.
Ιωσήφ Παπαδόπουλος : Πόσα είδη σιτάκας υπάρχουν κυρ Γιώργη; Έχω ακούσει ότι υπάρχει ξινή και γλυκειά σιτάκα. Έτσι είναι;

Έτοιμος για το άρμεγμα...Γιώργος Νικολάκης : Έτσι είναι. Όταν ξινίσει το γάλα πολύ, θα βγει ξινή και η σιτάκα. Όταν είναι να "πάρει βόλτα" το γάλα, προτού ξινίσει δηλαδή, το ψήνεις και η σιτάκα βγαίνει γλυκειά. Γλυκειά γίνεται και όταν βάλεις φρέσκο γάλα και το ανακατώσεις με το ξινό, να το γλυκάνει. Εξαρτάται τι θέλει κανείς. Σε άλλους αρέσει ξινή, σε άλλους γλυκειά.

Ι.Π. : Στην ουσία βράζεις ξινισμένο γάλα δηλαδή...

Γ.Ν. : Ψήνεις το μαζί με το γλυκό, αμέ!

Ι.Π. : Πόσες ώρες ψήσιμο χρειάζεται το γάλα για να γίνει σιτάκα;

Γ.Ν. : Αναλόγως με την ποσότητα του γάλακτος. Στα 80 κιλά γάλα θέλεις 8 ώρες γεμάτες.

Ι.Π. : Και πόσα κιλά σιτάκα βγάζουν αυτά τα 80 κιλά;

Μοναδικό πιάτο. Μακαρούνες με σιτάκα και τσιγαρισμένο κρεμμύδι!Γ.Ν. : Μιλάμε τώρα για γάλα της αίγας. Αυτή την εποχή ψήνουμε συνήθως κατσικίσιο γάλα. Δεν έχει πρόβειο τώρα. Από τα 80 λοιπόν αυτά κιλά γάλα θα βγάλεις 16 περίπου κιλά σιτάκα. Άκουε. Εξαρτάται και απ' τους μήνες. Δεν είναι όλοι οι μήνες το ίδιο. Άλλο γάλα είναι τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο. Σιτάκα ψήνουμε από το τέλος Απριλίου και πάμε μέχρι τον Σεπτέμβρη. Τα πρό(β)ατα γεννούν από Νοέμβρη μήνα. Λογάριαζε μήνες το λοιπό. Το πρό(β)ατο πρέπει να στειρέψει τώρα, γκαστρώνεται, ξέρεις τα; Πρέπει να στειρέψει, να απολαύσει ύστερα της γέννας αυτά που χρειάζεται. Φεύγει το γάλα, πήζει, διαλύεται και αρχινάει νέο.

Ι.Π. : Πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία με την σιτάκα; Ποιος την έκανε πρώτος;     

Τα ζώα μαντρώνονται για το άρμεγμα.Γ.Ν. : Κανένας δεν γνωρίζει! Φιλόσοφος ήταν αυτός που το σκέφτηκε! Πού την βρήκε αυτή τη σκέψη να κάθεται τόσες ώρες να ψήνει το γάλα για να βγει σιτάκα μέχρις ότου το νερό να εξατμιστεί; Το τυρί είναι εύκολο! Σε ό,τι γάλα βάλεις την πιτιά, τη μαγειά δηλαδή, θα πήξει και θα βγάλεις το τυρί. Στο γάλα, που ψήνουμε για να βγάλουμε τη σιτάκα, δεν βάζουμε τίποτα.

Ι.Π. : Και οι Κρητικοί βγάζουν κάτι ανάλογο, μόνο που το λένε στάκα.

Γ.Ν. : Πέραν της Κάσου δεν μ' ενδιαφέρει τι κάνουν οι παραπέρα!

Ι.Π. : Δεν είναι ίδια δηλαδή η Κρητικιά σιτάκα;

Γ.Ν. : Αφού την ανακατεύουν με το αλεύρι πώς να είναι ίδια;

Ι.Π. : Οι Καρπάθιοι;

Η σύζυγος του κυρ Γιώργη Μαρούκλα δεν υστερεί σε τίποτε!Γ.Ν. : (Δ)εν κάνουν σιτάκα οι Καρπάθιοι, μην ακούς! Κάθε μέρα πηγαίνουν οι Κασιώτες κτηνοτρόφοι στην Κάρπαθο και πουλάνε τη σιτάκα τους και τα τυριά. Όσα τυριά και να είχα στην Όλυμπο, μου λέει ο Αντωνάς, ήταν να τα πάρουσι με 10 ευρώ το κιλό!

Ι.Π. : Δηλαδή το μοναδικό μέρος στον κόσμο που γίνεται η σιτάκα είναι εδώ ε;

Γ.Ν. : Ναι, εδώ! Η σιτάκα της Κάσου φτάνει όμως τώρα μέχρι την άκρη του κόσμου, που λες!

Ι.Π. : Πες μου για τη φωτιά και το εργαλείο που χρησιμοποιείς για να ανακατεύεις το γάλα.

Το γάλα σουρώνεται, για ευνόητους λόγους...Γ.Ν. : Το γάλα είναι πολύ ευαίσθητο πράγμα. Ό, τι ξύλο βάλεις από κάτω θα το επηρεάσει. Παίρνει το γάλα τη μυρωδιά του ξύλου, την οποία εγώ την αντιλαμβάνομαι από τον ατμό που φτάνει στη μύτη μου! Το καλύτερο ξύλο για να κάνεις σιτάκα είναι ο σχίνος. Μετά είναι η συκιά, η ελιά, η μυγδαλιά και η χαρουπιά. Όλα τα άλλα ξύλα είναι ακατάλληλα για τη σιτάκα. Και το αμπέλι καλό είναι αλλά βγάζει πολλή φωτιά και μπορεί να κάνει ζημιά. Αν ανάψεις το ασελήνι ας πούμε, θα βγάλει διπλή φωτιά απ' τον σχίνο. Ο σχίνος είναι καλός γιατί ανάβει, αλλά η φωτιά του δεν έχει δύναμη. 

Ι.Π. : Το εργαλείο που κρατάς, με το οποίο ανακατεύεις το γάλα πώς το λέτε;

Γ.Ν. :Καλαμούτσι το λέμε.

Ι.Π. : Από τι ξύλο είναι αυτό;

Γ.Ν. : Από βαγειά είναι.

Ι.Π. : Δεν φθείρεται με την χρήση;

Γ.Ν. : Και βέβαια φθείρεται, αλλά κόβεις το καμμένο και συνεχίζεις. Να μη κοντύνει βέβαια πολύ και καίγεσαι μετά εσύ!

Ι.Π. : Πώς την είπες τη μαντινάδα πριν;

Γ.Ν. : "Εγώ βοσκός γεννήθηκα, βοσκός θε ν' αποθάνω, κι' αν δε σ' αρέσει η τέχνη μου πάρε πρωτευουσιάνο"! (γελάει).

Ι.Π. : Ο Κασιώτικος σκοπός "αλέντι" έχει κάποια σχέση με τη σιτάκα;

Η ανάδευση αρχίζει και θα διαρκέσει αρκετές ώρες μέχρις ότου εξατμιστεί το νερό και μείνει στον πάτο του καζανιού η σιτάκα.Γ.Ν. : Εκείνος απούψηνε τη σιτάκα ήτο μερακλής και τρα(γ)ούδα το αλέντι. "Σκοπέ μου μερακλίδικε όταν σε τραγου(δ)ήσω, σα να πετώ χωρίς φτερά στον ουρανό ν' αγγίσω"! Λέει και μια άλλη μαντινά: "Αυτός που το τρα(γ)ούδησε και το' βγαλε αλέντι, φαίνεται θά'το μερακλής και πρώτος εις το γλέντι"! Έτσι είναι οι μερακλή(δ)ες οι άνθρωποι!  Τρα(γ)ουδούν! Και μεις τρα(γ)ουδούμε, για να μη κοιμηθούμε τόση ώρα που ανακατεύγουμε το γάλα! 

Ι.Π. : Πες μου κάτι. Στον καιρό του πολέμου πρέπει να ήσουνα εικοσάρης...  

Γ.Ν. : Στο άνθος της νιότης μου!

Ι.Π. : Κάνατε σιτάκα τότε;

Γ.Ν. : Πώς δεν κάναμε!

Ι.Π. : Και ποιος την έτρωγε τόση σιτάκα; Οι Ιταλοί;

Εν τω μεταξύ η κυρα Μαρούκλα τσουβάλιασε μια αίγα για τον φουρνόξυλο...Γ.Ν. : Δεν έκαναν όλοι σιτάκα γιατί το γάλα εξαφανίζετο! Ερχόταν ο κόσμος με τα μπουκάλια στις μάντρες και το αγόραζε! Αφήνασι καθόλου για να ψήσεις σιτάκα; Ο κόσμος υπόφερνε και συ θα έψηνες σιτάκα; Ο άλλος εξεψύχα! Έπινε ο κόσμος ένα ποτήρι γάλα και κάτι εγίνετο. Έδινε κουράγιο στην καρδιά!

Ι.Π. : Πώς ήταν η ζωή εδώ στον πόλεμο; Στην Αθήνα, ας πούμε, μου έλεγε ο πατέρας μου ότι ο κόσμος πέθαινε στους δρόμους απ' την πείνα.

Γ.Ν. : Καμμία σύγκριση η Αθήνα με τα νησιά. Εδώ ήταν αλλοιώς τα πράγματα. Είχεν ο κόσμος λεφτά μπόλικα γιατί τα χρήματα δεν εξοδεύγοντο. Δεν είχε τι να αγοράσει ο κόσμος. Και ήρχοντο με τα πάκα τα φράγκα...

Ι.Π. : Ναι αλλά και τα χρήματα ήταν πληθωριστικά, δεν είχαν αξία.
Γ.Ν. : Δεν είχασι αξία γιατί δεν υπήρχε πράγμα ν' αγοράσεις! Γι' αυτό δεν εχόρτασεν άνθρωπος έξι χρόνια! Μπορεί να τρώ(γ)αμε αλλά δεν χορταίναμε για να πούμε, ε δόξα σοι ο θεός! Δεν πέθανε όμως κανείς απ' την πείνα εδώ.

Ι.Π. : Ψαρεύατε;

Ακόμα λίγο και τελειώσαμε! Γ.Ν. : Όχι γιατί ήταν απαγορευμένα ούλα! Πού να ξεμυτίσεις να πάεις στη θάλασσα αφού αυτοί που ήταν στις βάρδειες ήταν τρομκρατημένοι και σου λέει, μπορεί να έρθει κανένα υποβρύχιο! Όλο με υποψίαν ήτο, με φόβο! Σε βλέπει κάτω στη ρίβα της θάλασσας, ξέρει ποιος είσαι; Και αν εξεμπάρκαρε κανένας με υποβρύχιο και ήτο κατάσκοπος; Σπάνια, καμμιά φορά, έπιανε κάποιος ψάρια...

Ι.Π. : Πόσοι κτηνονοτρόφοι φτιάχνουν σιτάκα σήμερα στην Κάσο με τον παραδοσιακό τρόπο; Εκτός απ' το τυροκομείο του Βοναπάρτη βέβαια όπου η σιτάκα παράγεται με σύγχρονες μεθόδους.

Γ.Ν. :  Όλοι οι βοσκοί κάνουμε σιτάκα με τον ίδιο τρόπο. Ακόμη κι' αυτοί που έχουν τα οικόσιτα ζώα φτιάχνουν σιτάκα! Την πουλάνε βλέπεις...

Ι.Π. : Εκτός από τα μακαρόνια, πώς αλλοιώς τρώγεται η σιτάκα;

Έτοιμη κι' εγώ δεν κρατιόμουν! Γ.Ν. : Όπως θέλεις την τρως! Με το μέλι να την κάνεις, τρώγεται. Με τη ζάχαρη, το ίδιο. Πολλοί την χρησιμοποιούν μαζί με άλλα είδη. Όταν κάνουν τούρτες ωρισμένοι την ανακατεύγουν με τη μυζήθρα. Οι Καρπαθιές το συνηθίζουν αυτό. Οι παλιές γυναίκες, οι γιαγιές μας, εκάναν αλευρά, εκάναν και τουρτούϊ από Κασιώτικο κρίθινο αλεύρι. Το τρίβαν και το έκαναν στενό, όπως το αργάθι, και κάνασι και φιδέ και μακαρούνες με τη σιτάκα. Με λίγα λόγια η σιτάκα τρώγεται με πολλούς τρόπους. Ακόμη και σκέτη, με το ψωμί!

Ι.Π. : Λένε ότι είναι ανθυγιεινή όμως. Ανεβάζει την χοληστερίνη.

Η ώρα της συσκευασίας.Γ.Ν. : Ίσα ίσα! Η σιτάκα είναι το μόνο είδος στο οποίο δεν κάθεται μικρόβιο αφού ψήνεται στη φωτιά με τις ώρες. Είναι πράγμα της φύσης. Η αίγα τρώει απ' όλα τα βότανα που υπάρχουν στα βουνά.  Μέσα σ' αυτά υπάρχουν φάρμακα για όλες τις αρρώστιες! Το ίδιο και στο γάλα της. Νομίζει κανείς ότι αν φάει σιτάκα, που είναι λιπαρή, θα του δημιουργήσει χοληστερίνη. Όμως τρως και δεν σου κάνει τίποτα! Εκτός βέβαια και αν έχεις ήδη χοληστερίνη! Αλλοίμονό μας! Αν ήτο έτσι, εγώ θα είχα πεθάνει προ πολλού!

Ι.Π. :Πες μου πώς είναι τα πράγματα στην Κάσο σήμερα όσον αφορά την κτηνοτροφία.

Η εγγονή του κυρ Γιώργη μαζεύει ό,τι απέμεινε...Γ.Ν. : Εμείς απόδοση δεν έχουμε πια, ούτε από κρέας, ούτε από δέρματα, ούτε από μαλλιά, ούτε από τίποτα! Τα μαλλιά τα καίομε! Τα δέρματα τα ρίχνομε στο λάκο! Τώρα και το κρέας περιμένεις τη Λαμπρή το Πάσχα για να το πουλήσεις. Και όποτε θέλει ο χασάπης θα' ρθεί και όσο θέλει θα το πάρει! Γι' αυτό η κτηνοτροφία πάει κατά διαόλου!

Ι.Π. : Και τι πάει καλά;

Γ.Ν. : Τίποτα! Και η υγεία, κι' αυτή κακά πάει!

Ι.Π. : Μη μιλάς εσύ, καλά είσαι. Ψήνεις σιτάκα, τυροκομείς, τραγουδάς, φτιάχνεις μαντινάδες, τι άλλο θέλεις; Αν συνεχίσεις έτσι θα φθάσεις τα 150 χρόνια!

Γ.Ν. : Τι να το κάνεις; Άκου μια μαντινά τώρα για το γήρας: "Ποτέ να μη παρακαλείς για να πολυγεράσεις, γιατί όποιον κι' αν έχεις δίπλα σου κακά θα την περάσεις"! Έχω ακούσει παιδιά να λένε : "Ω κακομοίρα μάνα, δεν πεθαίνεις πιο"; Γιατί ως ότου να την αλλάξει, νά' τη πάλι, λερώνεται! (γελάει). Την ταίριαξα αυτή τη μαντινά με τα χάλια που βλέπω. Εγώ ξέρεις τι λέω; "Πως θ' αποθάνω ξέρετε, την ώρα δεν γνωρίζω, αν θέλει ο χάρος ας ερθεί την ώρα που γλεντίζω"!
Ι.Π. : Αυτή μάλιστα, είναι ωραία μαντινάδα!

Εκείνη έτρωγε, τα δικά μου σάλια έτρεχαν! Γ.Ν. : Εγώ τις βγάζω τις μαντινά(δ)ες απ' τη ζωή μου. Λέω τες και γελάω μοναχός μου! Έτσι είναι μωρέ. Τι να σου κάμουσι τα δάκρυα; Ό, τι και να σου κάμουσι, χώμα θα γίνεις! "Δεν θέλει ο τάφος λούλουδα και σ(κ)έτος πρέπει να' ναι, ούτε και πολυτέλειες γιατί μεσ' τα σκατά 'ναι"! (γελάει). Άνοιξέ τον (τον τάφο) και θα δεις! Πού να τις ακούσεις αυτές τις μαντινά(δ)ες; Είναι και μια άλλη, στάσου να την θυμηθώ...  τη λέω για τους πλούσιους που έχουν μανία με το χρήμα : "Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά φυσούν πολλά μποφόρια, μα όλοι θα περάσουμε με δίχως πορτοφόλια"! (γελάει). Έτσι είναι η ζωή. Τι να τα κάνεις τα ψηλά παλάτια;

Ι.Π. : Δεν μου λες, το επώνυμό σου πώς είναι τελικώς; Λιόντας ή Νικολάκης;

Γ.Ν. : Νικολάκης.

Ι.Π. : Το Λιόντας πώς βγήκε;

Αδύνατον να πιστέψεις την ηλικία του!Γ.Ν. : Το πήρε ο πάππος μου γιατί ήτο ο δεύτερος γιος της μάνας του.  Και πάντα ο δεύτερος γιος παίρνει της μάνας το επίθετο. Το καθαρό επίθετο του προπάππου μου ήτο Πρωτόπαππας. Επειδή όμως είχε ένα γιο κι' απόθανε, και τον έλεγαν Νικολάκη, έκανε το όνομα επίθετο για να μη χαθεί! Αυτά έκαναν οι παλιοί επί τουρκοκρατίας, που δεν υπήρχαν ούτε χαρτιά ούτε τίποτα.

Και ξαφνικά, ο κυρ Γιώργης, σαν να ξύπνησε από κάποιο όνειρο, φώναξε στη γυναίκα του τη Μαρούκλα : "Φέρε βρε να φάμε σιτάκα τώρα που κρύωσε...".


Επιμέλεια - Φωτογραφίες : Ιωσήφ Παπαδόπουλος.  απο www.ribandsea.com
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Η ζωή στο χωριό

Η γενιά μας είναι η γενιά της πόλης. Οι παππούδες ήρθαν στην πόλη, ο άνδρας έγινε δημόσιος υπάλληλος και η γυναίκα νοικοκυρά. Με ένα μισθό, ζούσαν σε μια μονοκατοικία ή ένα διαμέρισμα και τους έφτανε. Και ήταν μοντέρνοι, ήταν προοδευτικοί όσοι το έκαναν και παρατούσαν τη ζωή στο χωριό για να ζήσουν δίπλα σε καταστήματα, τσιμέντο και αυτοκίνητα. Τότε ακόμα, υπήρχε πράσινο στις πόλεις.
Τώρα, πρέπει να δουλεύουν και οι δύο γονείς. Και έχουμε καταπιεί πολύ καυσαέριο στις πόλεις από παιδιά. Όσοι είχαν χωριά και τρεις μήνες το καλοκαίρι ξέφευγαν εκεί, είναι τυχεροί. Όσοι έχουν ευάερα σπίτια, όχι σφηνωμένα σε πλάκες τσιμέντου και μπαλκόνια γειτόνων, είναι επίσης τυχεροί. Αλλά, γιατί ήρθαμε όλοι εδώ; Πόσους χωρούν οι ελληνικές πόλεις;

Η απόφαση να ξαναγυρίσουμε σε χωριάτικο τρόπο ζωής, έστω κι αν δεν είναι απαραίτητα αγροτικός, είναι δύσκολη. Θα πρέπει να αλλάξουμε πολλά μικρά πράγματα που δεν έχουμε καν σκεφτεί. Δηλαδή, το μυαλό φτάνει μόνο σε μεγάλες και κραυγαλέες διαφορές, όπως ότι αποχωριζόμαστε την οικογένεια, τους φίλους, τις εξόδους και την τρέλα της πόλης. Με πόση ηρεμία αρκείται ο καθένας;
Από την άλλη, γιατί θα πρέπει να γκρινιάζουμε με την πολλή ηρεμία, όταν οι φρενήρεις ρυθμοί πια δεν παλεύονται και οργανικά; Είναι δυνατό να προτιμά κάποιος τα παιδιά του να μεγαλώσουν σε διαμέρισμα από ό,τι σε μια μονοκατοικία με κήπο, άπλα, πράσινο, φίλους, επαφή με φύση και ζώα, σε μια μικρή κοινωνία με λιγότερο φόβο; Γιατί στο εξωτερικό, που έχουν ποιότητα ζωής, όλοι ζουν σε όμορφα σπίτια, με δέντρα, κήπους και ζώα και αντέχουν την ηρεμία και μεγαλώνουν όμορφες οικογένειες;

Ο φόβος για τη μεγάλη αλλαγή μπορεί να καθηλώσει γενιές και γενιές σε μια ψυχολογική πίεση χωρίς τέλος...
 
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Ω Τρισευτυχισμένη Ελλάς..!!

Η ιστορία είναι πραγματική. Και είναι η ιστορία της χώρας μας. Που όπως όλες οι ιστορίες, όλων των κρατών έχουν κάτι πολύ περιέργες συμπτώσεις . Ίσως επειδή τα κράτη ,όπως και οι άνθρωποι αρνούνται να μάθουν από τα λάθη τους. Κι έτσι τα επαναλαμβάνουν.

Διαβάστε λοιπόν το κείμενο ,που μας υπέδειξε ένας πολύ σοβαρός καθηγητής στρατιωτικής Σχολής για το τι είχε συμβεί στην Ελλάδα το 1843! Θα βρείτε πιστέψτε μας πάρα πολλές …συμπτώσεις και ομοιότητες με το σήμερα:


“Το καλοκαίρι του 1843, η Ελλάδα έπρεπε να καταβάλει στις τράπεζες της Ευρώπης τα τοκοχρεολύσια παλιότερων δανείων που είχε πάρει η χώρα. Δυστυχώς τα λεφτά δεν είχαν πάει σε υποδομές που θα βοηθούσαν την κατεστραμένη Ελληνική οικονομία, αλλά είχαν σπαταληθεί στους εμφυλίους της επανάστασης και στα λούσα του παλατιού και των Βαυαρών συμβούλων του στέμματος.

Οι τόκοι που έπρεπε να καταβάλλονται κάθε χρόνο ήταν 7 εκατομμύρια δραχμές και ισοδυναμούσαν με το μισό τών συνολικών εσόδων του. ελληνικού κράτους που έφταναν μετά βίας τα 14 εκατομμύρια ετησίως. Στην πραγματικότητα, με την καταβολή των τόκων δεν περίσσευε τίποτα να επενδυθεί προς όφελος του ελληνικού λαού. (Μήπως κάτι αρχίζει να μας θυμίζει;)

Την άνοιξη του 1843, η κυβέρνηση παίρνει μέτρα λιτότητας, τα οποία όμως δεν αποδίδουν τόσο ώστε να .συγκεντρωθούν τα απαιτούμενα για την ετήσια δόση χρήματα. Έτσι, τον Ιούνιο του 1843, η ελληνική κυβέρνηση ενημερώνει τις ξένες κυβερνήσεις ότι αδυνατεί να καταβάλει το ποσό που χρωστά! ει και ζ ητά νέο δάνειο από τις μεγάλες δυνάμεις, ώστε να αποπληρώσει τα παλιά. Αυτές αρνούνται κατηγορηματικά. (Βρε κοίτα κάτι συμπτώσεις.)

Αντί να εγκρίνουν νέο δάνειο, εκπρόσωποι των τριών μεγάλων δυνάμεων (Αγγλία-Γαλλία-Ρωσία) κάνουν μια διάσκεψη στο Λονδίνο για το ελληνικό χρέος και καταλήγουν σε καταδικαστικό πρωτόκολλο. Οι πρεσβευτές των μεγάλων δυνάμεων με το πρωτόκολλο στο χέρι, παρουσιάζονται στην ελληνική κυβέρνηση και απαιτούν την ικανοποίηση του. Αρχίζουν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα δύο μέρη και μετά από έναν μήνα υπογράφουν μνημόνιο (απ νάτο!), σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα πρέπει να πάρει μέτρα ώστε να εξοικονομήσει μέσα στους επόμενους μήνες το αστρονομικό επιπλέον ποσό των 3,6 εκατομμυρίων δραχμών, που θα δοθούν στους δανειστές της. (Αυτό σίγουρα κάτι μας θυμίζει;)

Για να είναι σίγουροι ότι το μνημόνιο θα εφαρμοστεί κατά γράμμα, οι πρεσβευτές απαιτούν να παραβρίσκονται στις συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου που θα εγκρίνει τα μέτρα και να παίρνουν ανά μήνα λεπτομερή κατάσταση της πορείας εφαρμογής τους, αλλά και των ποσών που εισπράττονται. (Ε όχι, δεν γίνεται, πλάκα μας κάνουν.)

Για να μην τα πολυλογώ, σας αναφέρω τα βασικά μέτρα που επέβαλε η κυβέρνηση μέσα στο 1843 σε εφαρμογή του τότε μνημονίου. Κάθε ομοιότητα με την εποχή μας, είναι εντελώς τυχαία και πέραν των προθέσεων του ιστορικού που τα κατέγραψε:

1. Απολύθηκε το ένα τρίτο των Δημοσίων υπαλλήλων και μειώθηκαν 20% οι μισθοί όσων παρέμειναν. (όπα.)

2. Σταμάτησε η χορήγηση συντάξεων, που τότε δεν δίνονταν στο σύνολο του πληθυσμού αλλά σε ειδικές κατηγορίες. (αμάν.)

3. Μειώθηκαν κατά 60% οι στρατιωτικές δαπάνες, μειώθηκε δραστικά ο αριθμός των ενστόλων και αντί για μισθό οι στρατιωτικοί έπαιρναν χωράφια.

4. Επιβλήθηκε προκαταβολή στην είσπραξη του φόρου εισοδήματος και της "δεκάτης", που ! ήταν ο φ όρος για την αγροτική παραγωγή. (από τότε έ.)

5. Αυξήθηκαν οι δασμοί και οι φόροι χαρτοσήμου.(ΦΠΑ δεν είχε τότε.)

6. Απολύθηκαν όλοι οι μηχανικοί του Δημοσίου και σταμάτησαν όλα τα δημόσια έργα. (έλα.)

7. Καταργήθηκαν εντελώς όλες οι υγειονομικές υπηρεσίες του κράτους. (είχε ο Λοβέρδος προ-προπάππου τότε;)

8. Απολύθηκαν όλοι οι υπάλληλοι του εθνικού τυπογραφείου, όλοι οι δασονόμοι, οι δασικοί υπάλληλοι και οι μισοί καθηγητές πανεπιστημίου. (πιθανόν να έφερναν ξένους.)

9. Καταργήθηκαν όλες οι διπλωματικές αποστολές στο εξωτερικό. (ε, όχι, αυτό όχι.)

10. Νομιμοποιήθηκαν όλα τα αυθαίρετα κτίσματα και οι καταπατημένες "εθνικές γαίες" με την πληρωμή προστίμων νομιμοποίησης. (ερχόμαστε δεύτεροι.)

11. Περαιώθηκαν συνοπτικά όλες οι εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις με την καταβολή εφάπαξ ποσού. (αθάνατη Ελλάδα.)


(Είναι να τρελαίνεσαι, είναι δυνατόν να αντέγραψαν οι τωρινοί ένα τόσο παλιό σχέδιο, μια που δεν είχαν άλλες ιδέες;) Δεν είναι ανατριχιαστικά όμοια με την εποχή μας; Είδατε που οι οικονομικές συνταγές λιτότητας είναι σαν το παλιό καλό κρασί; για ποιούς; Ίδιες, αιώνιες, ανυπόφορες. Κι επειδή ξέρω ότι θα ρωτήσετε "τι πέτυχαν με όλα αυτά;", σας απαντώ:

Ο κόσμος εξαθλιώθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι ξένοι πήραν ένα μέρος των χρημάτων τους, η χώρα είδε κι έπαθε να συνέλθει, αλλά φαλήρισε ξανά μετά από πενήντα ακριβώς χρόνια, με το "Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν" του Χαριλάου Τρικούπη, το 1893.
Πάντως, το συγκεκριμένο μνημόνιο του 1843, από πολλούς ιστορικούς θεωρείται μία από τις σοβαρότερες αφορμές για το ξέσπασμα της επανάστασης της 3ης Σεπτέμβρη 1843, που έφερε Σύνταγμα στη χώρα”.

απο "ό Πολίτης" των Κωνσταντινουπολιτων.
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Οι Ελληνες που νικούν την κρίση

Το 2000 ο Παναγιώτης Παπανικολάου, με το πτυχίο των Οικονομικών φρέσκο στο χέρι, αποφάσισε να επιστρέψει στη Σαμοθράκη και να θέσει ξανά σε λειτουργία το μικρό τυροκομείο του παππού του.
Το εκσυγχρόνισε και μαθητεύοντας πλάι σε μάστορες τυροκόμους, σήμερα παράγει προϊόντα που γοητεύουν τους πιο απαιτητικούς ουρανίσκους.
Απόδειξη ότι το βράδυ της Δευτέρας, φορώντας τα καλά του, ανέβαινε στη σκηνή του Μουσείου Μπενάκη για να παραλάβει το βραβείο Παραγωγής Τυροκομικών Προϊόντων στα Βραβεία Ποιότητας 2013 του «Γαστρονόμου».
«Σας ευχαριστώ πολύ. Εχω ένα μικρό τυροκομείο, τόσο μικρό που απορώ πώς με ξετρυπώσατε». Τα γέλια και τα χειροκροτήματα διέλυσαν την αμηχανία του. «Δύο εκκλήσεις μόνο. Στον κόσμο να αγαπούν τα ελληνικά προϊόντα και στους πολιτικούς να τα βοηθούν».
Ηταν και ο μεστός λόγος ένα από τα νήματα που ένωναν τους διακριθέντες της φετινής διοργάνωσης, που μετρά ήδη έξι χρόνια ζωής, επενδύοντας και αναδεικνύοντας «ήδη από την εποχή που το lifestyle ήταν ακόμα στις δόξες του» την έξοχη πρώτη ύλη, όπως είπε στο καλωσόρισμα ο διευθυντής των περιοδικών εκδόσεων της «Καθημερινής» Σωκράτης Τσιχλιάς.
Ανθρωποι απλοί, της γης, της παραγωγής, μίλησαν από καρδιάς, συναρπάζοντας και συγκινώντας. Οπως ο Νίκος Μάζης, o αρτοποιός από τη Σπάρτη, που κατάφερε να κλείσει το bake off του διπλανού σούπερ μάρκετ. «Μεγάλωσα μέσα στον φούρνο. Αυτές τις μυρωδιές προσπάθησα να μεταφέρω μέσα από τα προϊόντα μου. Εύχομαι ο φούρνος της γειτονιάς να συνεχίσει να προσφέρει ποιοτικό ψωμί στη ελληνική οικογένεια», είπε παραλαμβάνοντας το Βραβείο Καταστήματος.
Τις γυναίκες της Ελλάδας και του κόσμου, επέλεξε να ευχαριστήσει ο Παναγιώτης Σαϊτανούδης, ιδρυτής της κοινότητας «Πελίτι» που έχει διασώσει χιλιάδες γηγενείς σπόρους και στον οποίο απονεμήθηκε το Τιμητικό Βραβείο: «Aυτές καλλιεργούσαν τους κήπους, κρατούσαν τους σπόρους, αυτές επιλέγουν τι θα βάλουν στην κατσαρόλα». Δύσκολα κράτησε τα δάκρυά του ο Νίκος Τσατσαρωνάκης της βιομηχανίας κρίθινου παξιμαδιού «Το Μάννα», μιλώντας για τα παιδιά του (Βραβείο Προϊόντος Ευρείας Κατανάλωσης): «Λένε ότι η πρώτη γενιά φτιάχνει, η δεύτερη τα διατηρεί, η τρίτη τα τρώει. Εγώ μπορώ να πω ότι τα παιδιά μου όχι μόνο το διατηρούν, αλλά το μεγαλώνουν κάθε μέρα». Στην εγγονή του αφιέρωσε το Βραβείο Παραγωγής Ελαιολάδου ο Μανώλης Βασιλάκης, που διατηρεί πρότυπο ελαιοτριβείο στη Νεάπολη Μιραμβέλλου Κρήτης. «Της εύχομαι να συνεχίσει την παράδοση της οικογένειάς μας, που από τον προπάππου μου, το Βασιλομανώλη, 160 χρόνια πριν, ασχολείται με την παραγωγή ελαιολάδου».
Το Βραβείο «Αλέξανδρος Γιώτης» δόθηκε στο Τυροκομείο Ζαγόρι από την Ηπειρο, πατρίδα του πρόωρα χαμένου δημοσιογράφου, συνεργάτη του «Γαστρονόμου». Το Βραβείο Βιοκαλλιέργειας, στον Αγροτικό Συνεταιρισμό Ροβιών που επεξεργάζεται την ελιά με τον ελληνικό φυσικό τρόπο, χωρίς καυστική σόδα, διατηρώντας όλα τα θρεπτικά της συστατικά. Βραβείο και στο εξαιρετικό Κασέρι Ξάνθης που έγινε ΠΟΠ χάρη στις προσπάθειες του τυροκόμου Δημήτρη Χατζηιωαννίδη. Διάκριση και για την εμβληματική εταιρεία Κύκνος που «παρά την απουσία της Πολιτείας εδώ και 100 χρόνια» έχει κερδίσει μόνιμη θέση στο ελληνικό τραπέζι. Βραβείο Καινοτομίας για τους ιδρυτές της «Μανιτάρια Δίρφυς», Εξαγωγών στην «Αγροβίμ» της Καλαμάτας, Ποτού στη μικροζυθοποιία Septem.
Προσήλωση στην πρώτη ύλη, στην ποιότητα, αδιαπραγμάτευτος σεβασμός στο περιβάλλον και τον άνθρωπο, τα υλικά των ελληνικών success stories. «Δεν υπερτιμολογούν, δεν διαφημίζονται επιθετικά, ανταγωνίζονται μεγαθήρια και βγαίνουν κερδισμένοι» όπως είπε η κ. Καλλιόπη Πατέρα, υπεύθυνη συντάκτις του «Γαστρονόμου» για τα Βραβεία. Για ανθρώπους που στηριζόμενοι στις δικές τους δυνάμεις «μας δείχνουν τον δρόμο της άξιας Ελλάδας» έκανε λόγο ο δήμαρχος Αθηναίων κ. Γιώργος Καμίνης παρουσιάζοντας το βραβείο Εξαγωγών.


Λινα Γιανναρου για την καθημερινή
 καλα νεα in Μικροί Ηρωες
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Καρυώτικο μοιρολόι...


Καρυώτικο μοιρολόι

για τους 23 εκτελεσμένους τον Μάιο του 1944

Της Παναγούλας Ράπτη

Έχω πολλά να σας ειπώ και από καρδιά να κλάψω
δεν είναι ώρα και στιγμή να μην αναστενάξω
με το κακό που έγινε στις 17 του Μάη
οι Γερμανοί πλακώσανε μας βάλανε σημάδι.

Την Αγριλίτσα ζώσανε τη μαύρη Στραβηράχη
και στη Γιαγέικη γειτονιά ερίξανε κονάκι
γίδια, γουρούνια σφάξανε και τρώγαν όλη νύχτα
και το πρωί ξημέρωσαν σαν τα άγρια θηρία.

Γέρους και νιους σκοτώσανε μα πέντε παλικάρια
που ψάχναν να τα βρουν εδώ και εκεί στα στάρια
και δύο σπίτια κάψανε όπου τα κάναν χώμα
και εκείνοι που τα είχανε κλαίνε, θρηνούν ακόμα.

Ξένοι διαβάτες πέρναγαν να πάνε στα χωριά τους
και αυτούς τους εσκοτώσανε, τους πήρανε τα ζα τους
εφτάσανε και στο χωριό με μια μαγγούφα κούρσα
επιάσαν ένα μάστορα που μπάλωνε παπούτσια
βαριά τον εφορτώσανε και σπρώχνοντας τον πάνε
στην Ελιτσά σαν φτάσανε εκεί τον ντουφεκάνε.

Θέλτε να ακούσετε κλάματα και αντρίκια μοιρολόγια
περάστε από τη Φρέγκαινα και από την Αγριλίτσα
κλαίνε μανούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες
κλαίνε και οι διαβατάρισσες που μείνανε στις στράτες.


Άλλο καρυώτικο μοιρολόι

 

για τους 7 εκτελεσμένους τον Αύγουστο του 1944
Της Κατίνας Π. Μαυρόγιαννη - Καπετάνου

 
 
Εσείς κορφούλες του Αϊ-Λια, πλαγιές τ' Αϊ-Κωνσταντίνου
Φέτο μη λουλουδίσετε χορτάρι μη φυτρώστε
για το κακό που γίνηκε το φετινό το χρόνο
Προδότες βγήκαν στα βουνά γύρω απ' τα χωριά μας
ήταν φίλοι συγγενείς κι από τη γειτονιά μας
Βγήκαν να κυνηγήσουνε οι Γερμανοί τους οπλίσανε
δεν κυνηγήσανε λαγούς μα ούτε λεοντάρια
πήραν το άνθος της Καρυάς αθώα παλικάρια
πήραν αθώους και φτωχούς το Γιώργη το Μπουτσέλη
και το μικρό του αδελφό ανήλικο το Νίκο
Πήραν τον Κώστα το Νταγρέ του Καπετάν εγγόνι
το Γιάννη το Κατσίμπελη τον Κώστα Στεφανάκη
και τους δασκάλους της Καρυάς το Νώντα και το Σπύρο
μα όσους νέους βρήκανε κανέναν δεν ανακρίνανε
Τους έπιασαν τους έδεσαν και τους εξιπολύσανε
Σα να ήταν βάρβαροι εχθροί πικρά τους βασανίσανε
Στου Βρούστη τους επήγανε στο πλάτανο τους δέσανε
και βλέπουνε τη βρύση λίγο νερό τους γύρεψαν
Κανένας δεν τους δίνει
στον πλάτανο γονάτισαν και το θεό δοξάσαν
στον Αϊ-Θανάση δίπλα τους σε'κείνον προστάξαν
Εσύ που βλέπεις δίκια το άδικο να κρίνεις
οι βρύσες να στερέψουν κι ο πλάτανος να μείνει
να μαρτυράει στις γενιές πιο είναι το κακό που'γίνει
Εδώ δε τούτο τον κορμό, εδώ σ' αυτές τις ρίζες
τα παλικάρια δέσανε και στέρεψαν οι βρύσες
Όλους μαζί τους πήρανε στους Γερμανούς τους πήγανε
και με γερμανική ριπή τους εκτέλεσαν όλους μαζί
Εσύ προφήτη Αϊ-Λια κι εσύ Αϊ-Κωνσταντίνο
φέτο που θα γιορτάσετε να μην πανηγυρίστε
δείτε παιδιά και ορφανά δείτε νιφάδες χήρες
δείτε και τις μανούλες τους που κλαίνε οι κακομοίρες

 
Άρθρο απο την εφημερίδα του Χωριού.
http://www.karyaargous.gr/category/press/

Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...