Google+ Γαλακτοκομικά Καρυάς - Μαυρόγιαννης Θεοδόσιος: «Θέρος, τρύγος, πόλεμος και στ' αλωνίσματα χαρές..!!»

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

«Θέρος, τρύγος, πόλεμος και στ' αλωνίσματα χαρές..!!»

Ο θερισμός τα παλαιότερα χρόνια ήταν σωστό πανηγύρι. Άρχιζε στις αρχές του Ιούνη και τελείωνε στα μέσα του Ιουλίου. Οι κάτοικοι των χωριών φόρτωναν στα μουλάρια τα πράγματά τους και ξεκινούσαν για τα χωράφια. Τα χωριά ερήμωναν.
Στο θέρο συμμετείχαν όλα τα μέλη της οικογένειας, ακόμα και τα μικρά παιδιά, τα οποία κουβαλούσαν νερό, φαγητό και εργαλεία. Οι γυναίκες που είχαν μωρά τα φορτώνονταν στην πλάτη τους και θέριζαν. Τα εργαλεία που συνήθως χρησιμοποιούσαν ήταν τα δρεπάνια, η παλαμαριά και το λελέκι.
Η δουλειά άρχιζε νωρίς το πρωί με τη δροσιά. Όταν ο ήλιος ανέβαινε ψηλά, για να προστατευτούν, οι γυναίκες φορούσαν μια άσπρη μαντίλα και οι άντρες καπέλα. Στο αριστερό χέρι φορούσαν την παλαμαριά, ένα ξύλινο γάντι, για να πιάνουν τα στάχυα και να μην κόβονται και με το δεξί κρατούσαν το δρεπάνι για να τα κόβουν. Τα στάχυα τα έβαζαν δίπλα τους σε μικρούς σωρούς, τα δεμάτια. Κάποιος είχε τη φροντίδα να τα δένει. Έκανε ζωνάρια από τα ίδια τα στάχυα, τα οποία προηγουμένως είχε βρέξει να μαλακώσουν και να μη σπάζουν. Στη συνέχεια τα φόρτωνε στα μουλάρια και τα μετέφερε στο αλώνι. Εκεί τα τοποθετούσε το ένα πάνω στο άλλο, φτιάχνοντας μικρούς λόφους, τις θημωνιές.
Το μεσημέρι σταματούσαν για φαγητό στη σκιά κάποιου δέντρου. Αν δεν υπήρχε δέντρο, τότε φρόντιζαν να φτιάξουν ένα πρόχειρο κιόσκι με ξύλα και κλαδιά. Το φαγητό τους ήταν πρόχειρο. Ψωμί, όσπρια, ελιές, ψάρι παστό, σκορδαλιά και ξυδοπαπάρα, την οποία έφτιαχναν με νερό, ξύδι , αλάτι και ψωμί. Μετά το μεσημέρι ξεκινούσαν και πάλι το θερισμό μέχρι αργά το απόγευμα. Για να τελειώνουν γρήγορα, η μία οικογένεια βοηθούσε την άλλη. Μερικοί στη μέση κάθε χωραφιού άφηναν μερικά στάχυα άκοπα, όρθια, για να είναι γεροί και την άλλη χρονιά. Καθώς θέριζαν, για να περνάει ευχάριστα η ώρα, έλεγαν διάφορα χωρατά και τραγούδια: 

ΘΑ ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΩ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ 

 Θα παραγγείλω στα βουνά να χαμηλώσουν λίγο,
 κι αν δεν μπορέσω ν' ανεβώ, χαμπέρι θα τους στείλω.
 Ετούτη 'δω την άνοιξη, να μη με καρτερούνε,
 και οι ραχούλες οι ψηλές, τραγούδια μ' δε θ' ακούνε.

 Στέκω και συλλογίζομαι 
Στέκω και συλλογίζομαι σαν τι χαρτί να ανοίξω 
Να ανοίξω το χαρούμενο εγώ χαρά δεν έχω 
Άνοιξα το λυπητερό που το`χω μαθημένο 
Κι από μια στάλα θολικό το`χω ξεσκολισμένο.
 Γλώσσα μου αν λησμόνησες πάλι ξαναθυμήσου 
Μάτια μου αν στεγνώσατε τώρα το δάκρυ αρχίστε 
Άνοιξε αχείλι μου πικρό καρδιά φαρμακωμένη 
Πες μου τα λόγια που ήξερες κι ήσουνα μαθημένη.
 Μαύρε ουρανέ συγνόφιαζε τ`άστρα να πέσουν κάτω 
Κι αναταράξου μαύρη γης πίσω να`ρθούν οι φίλοι. 

Είχα ένα περιβολάκι

 Είχα ένα περιβολάκι, έμμορφο και μικρουλάκι. 
Είχε γύρω γύρω αφάνες και στη μέση ματζουράνες.
 Είχε μια μηλιά στη μέση, που απ' τα μήλα πάει να πέσει
 Πάει κι ο νιος να κόψει μήλο, κι αποκρίνεται το φύλλο:
 "Τάχει αφέντης μετρημένα, κι η κυρά λογαριασμένα"

 «Παπαδοπούλα θέριζε σ’ένα βαθύ σιτάρι» 

Παπαδοπούλα θέριζε σ’ ένα δασύ σιτάρι. 
Έργο τον έργο θέριζε, έργο δεμάτια δένει.
 Και στο δεμάτι ακούμπησε και το παιδί εγεννήθη.
 Και στη ποδιά της τόβαλε και πάει να το πετάξει. 
Μια περδικούλα αγνάντευε από ψηλή ραχούλα. 
-Μωρ’ που το πας το βασιλιά; Μωρ’ που το πας το ρήγα; 
-Πό ΄γω ‘χω δεκαοχτώ πουλιά, κανένα δεν αρνιέμαι 
-Κι αν πέσει αητός και πάρει δυο, θα χάσω τη λαλιά μου
 -Και θα βρω μαύρη καψαλιά να βάψω τα φτερά μου. 


Όταν θερίζονταν όλα τα χωράφια, άρχιζε το αλώνισμα. Κάθε οικογένεια είχε το δικό της αλώνι. Το αλώνι ήταν ένας χώρος, τον οποίο προηγουμένως είχαν στρώσει με πλατιές πέτρες. Στη μέση τοποθετούσαν έναν ξύλινο στύλο, στον οποίο έδεναν τα ζώα για να περιστρέφονται.
Έπαιρναν λοιπόν μερικά δεμάτια και τα έστρωναν στο αλώνι. Μετά ζεύανε στα μουλάρια ή στα βόδια τη δοκάνη. Η δοκάνη ήταν ένα πλατύ ξύλο, που στο κάτω μέρος είχε κοφτερές πέτρες. Πάνω στην δοκάνη καθόταν ένας άνθρωπος για να δίνει βάρος. Καθώς γύριζαν τα ζώα, η δοκάνη έκοβε στα στάχυα και έβγαινε το σιτάρι.
Επειδή όμως ήταν ανακατεμένο με άχυρα, για να το ξεχωρίσουν έπρεπε να το λιχνίσουν. Προϋπόθεση για να γίνει το λίχνισμα ήταν να φυσάει. Γι αυτό φρόντιζαν τα αλώνια να είναι σε ύψωμα. Γέμιζαν έναν κουβά με σιτάρι και άχυρα και τον άδειαζαν από ψηλά πάνω σε ένα χαλί. Τα άχυρα, που ήταν ελαφρότερα από το σιτάρι, τα έπαιρνε ο αέρας και το σιτάρι έπεφτε κάτω. Τέλος το κοσκίνιζαν με ένα κόσκινο, το δερμόνι. Όσοι όμως δεν είχαν ζώα ή αλώνι, έπαιρναν τα δεμάτια και τα χτυπούσαν δυνατά με δύο ξύλα, το διράβδι, που ήταν ενωμένα μεταξύ τους με ένα σχοινί ή λουρί,.
Το σιτάρι το έβαζαν σε τσουβάλια, το φόρτωναν στα μουλάρια και το μετέφεραν στην αποθήκη και στη συνέχεια στο μύλο για να το κάνουν αλεύρι. Ένα μέρος από τη σοδειά το κρατούσαν για σπόρο. Το άχυρο το μαζεύανε κι αυτό στις καλύβες τους και το έδιναν για τροφή στα ζώα.

Related Posts :



Blog Widget by LinkWithin
Δημοσίευση σχολίου