Περιμέναμε, βέβαια, να τρέξει πρώτα λίγο το νερό, να φύγει το ζεστό που έκαιγε από τον ήλιο και η πράσινη γλίτσα που έβγαζε το λάστιχο και μετά πίναμε στη σειρά όλα τα παιδιά.Τρώγαμε χτυπητό αυγό. Μη μου πεις, δεν ξέρεις τι είναι. Λοιπόν, χτυπάγαμε καλά τον κρόκο του αυγού με ένα κουτάλι (γεμάτο γεμάτο) ζάχαρη κι ένα κουτάλι κακάο και γινόταν μια αφράτη κρέμα που τότε την έτρωγα με απόλαυση. Τώρα, ούτε ως ιδέα δεν μπορώ να το σκεφτώ.Τρώγαμε μία φέτα ζυμωτό ψωμί, την οποία βρέχαμε με νερό και ρίχναμε πάνω ζάχαρη και κακάο. Ή σκέτο με ζάχαρη.Τρώγαμε τηγανόψωμα από το ζυμάρι που είχε περισσέψει από το ψωμί που είχε ζυμώσει η μαμά.Πηγαίναμε στη βρύση του χωριού και πιάναμε βατράχια.Τσακωνόμασταν με τα παιδιά του άλλου μαχαλά. Υπήρχαν και… βεντέτες.Κάναμε τηλεφωνικές πλάκες.Περιμέναμε πώς και πώς το πανηγύρι του χωριού.Γουρουνοπούλα, χορός, παιχνίδια. Βάζαμε και τα καλά μας.Τρώγαμε τα απογεύματα βανίλια (το γνωστό υποβρύχιο). Ένα μεγάλο κουτάλι της σούπας μέσα σε κρύο νερό. Απόλαυση.Πίναμε σπιτική βυσσινάδα.Τα βράδια μαζευόμασταν τα παιδιά της γειτονιάς και λέγαμε ιστορίες, κυρίως τρόμου.Στη θάλασσα, δε, όταν πηγαίναμε, ήμασταν μικροί Ούνοι. Κάναμε βουτιές από τα βραχάκια, ψάχναμε για αχινούς, κάναμε πατητή ο ένας στον άλλον.Το καλοκαίρι τα αγόρια είχαν κάνει δεύτερη φύση τους τις στολές Παναθηναϊκού, Ολυμπιακού και ΑΕΚ.Βέβαια, τα κορίτσια δεν αποχωρίζονταν τα ξύλινα τσόκαρα και τα σανδάλια με τα πολύχρωμα κορδόνια που έδεναν μέχρι το γόνατο.Και αυτό όταν φορούσαμε παπούτσια, διότι την περισσότερη μέρα τρέχαμε ξυπόλητα.Πηγη: Diaforetiko
ΤΥΡΟΚΟΜΕΙΟ :ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΣ - ΚΑΡΥΑΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑ. 3ο Km ΚΑΡΥΑΣ -ΑΡΓΟΥΣ Τυροπωλείο: ΤΣΩΚΡΗ 2 ΑΡΓΟΣ ☎️ 2751022461 Παραδοσιακό Μπακάλικο : ΦΟΡΜΙΩΝΟΣ 129 ΑΘΉΝΑ ☎️ 21 11 16 1818 📧 kariagal09@gmail.com
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιστροφή στις ρίζες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επιστροφή στις ρίζες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 30 Μαΐου 2022
Και είμαστε ακόμα ζωντανοί...
Αναρτήθηκε από
Γαλακτοκομικά Καρυάς - Μαυρόγιαννης Θεοδόσιος
στις
Δευτέρα, Μαΐου 30, 2022
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Ετικέτες
Επιστροφή στις ρίζες,
Λαογραφικά και Πολιτιστικά,
Με ύφος και ήθος,
Νέα,
οδηγός γευστικής απόλαυσης
Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2021
Τσομπανάκος ήμουνα...
Τα παλαιότερα χρόνια ένας μαθητής αν δεν έπαιρνε τα γράμματα του λέγανε εσύ να γίνεις τσοπάνος, αυτό το λέγανε για να υποβαθμίζουν και νά απαξιώσουν τη δουλειά του τσοπανου κάποιοι δήθεν πολιτισμένοι και ανεβασμένοι άνθρωποι.
Οι δύστυχοι δεν γνώριζαν πως αυτή η δουλειά είναι η πρώτη που έκανε ο προϊστορικός άνθρωπος όταν άρχισε να εξημερώνει ζώα για της ανάγκες τού.
Χαρη σε αυτή την δουλειά ο άνθρωπος βγήκε από της σπηλιές και άρχισε να δημιουργεί πολιτισμο , να εξασφαλίζει επί αιώνες τροφή κρέας γαλακτοκομικά προϊόντα, από το μαλλί των ζώων ρουχισμό κουβέρτες για το σπίτι χαλιά υποδήματα.
Η δουλειά του κτηνοτρόφου είναι δύσκολη και απαιτητική και μόνο οι ικανοί τα βγάζουν πέρα, στα έπη του Ομήρου το επάγγελμα του κτηνοτρόφου κατέχει σημαντική θέση και περηφάνια, ακόμα και για τους βασιλιάδες που έχουν πολλά κοπάδια.
Σεβασμός λοιπόν σε αυτό πανάρχαιο επάγγελμα, και στους ανθρώπους που ζουν από αυτό, γιατί χάρη σε αυτούς εμείς έχουμε έτοιμα προϊόντα στο σπίτι μας και ζούμε μια άνετη ζωή.
Τρίτη 2 Ιουλίου 2019
Παραδοσιακή συνταγή για τις γκόγκες απο την γιαγιά που όλοι αγαπήσαμε!
Στην Αργολίδα βρέθηκε η ελληνοαμερικανίδα σεφ, τηλεπαρουσιάστρια και βραβευμένη συγγραφέας βιβλίων μαγειρικής Νταϊάνα Κόχυλα (Diane Kochilas) για τα γυρίσματα της εκπομπής της η οποία προβάλλεται στη Δημόσια τηλεόραση της Αμερικής. Στην Καρυά, η γνωστή σεφ έμαθε πως φτιάχνονται οι γκόγκες, τα παραδοσιακά ζυμαρικά της περιοχής.
Υλικά για 2-4 άτομα
-1 κιλό αλεύρι σταρένιο
-φρέσκια μαγιά
-λίγο αλάτι
-νερό όσο πάρει (χλιαρό)
Για την γαρνιτούρα
-λίγο λάδι
-καλή μυζήθρα ή ξηρό ανθότυρο
Εκτέλεση
Ζυμώστε όλα τα υλικά ώστε να γίνει μια μπάλα ζύμης που δεν κολλάει στα χέρια. Αφήνετε μισή ώρα να ξεκουραστεί.
Κόψτε την ζύμη σε μεσαία τετράγωνα και πλάστε μακριά κορδόνια ζύμης για να φτιάξετε τα μακαρόνια.
Κόψτε τα σε κομματάκια 1,5 εκ και πασπαλίστε τα με μπόλικο αλεύρι να μην κολλήσουν μεταξύ τους.
Κουφώστε με τα δύο δάχτυλα ένα-ένα τα κομματάκια ώστε να κάνουν λεπτό τοίχωμα και να είναι ομοιόμορφο σε όλο το πλάτος τους.
Βάλτε νερό να βράσει σε μεγάλη κατσαρόλα γεμάτη στα ¾. Κοσκινίστε τα μακαρόνια και ρίξτε τα να βράσουν όλα μαζί περίπου 25 λεπτά ανακατεύοντας που και που με την τρυπητή κουτάλα γιατί φουσκώνει το νερό.
Προσοχή, σε όλη την διάρκεια του βρασμού τα μακαρόνια πρέπει να καλύπτονται με νερό. Όταν τα μακαρόνια καθίσουν στην κατσαρόλα είναι έτοιμα.
Αποσύρετε την κατσαρόλα από την φωτιά και στραγγίστε τα μακαρόνια στο σουρωτήρι. Βγάλτε με την τρυπητή κουτάλα και βάλτε τα σε πιατέλα ή σε πιάτα σε στρώσεις με μυζήθρα ανάμεσα.
Ζεσταίνετε το λάδι στο τηγάνι. Όταν ζεσταθεί αρκετά, περιχύνετε τα μακαρόνια μ’ αυτό.
Αναρτήθηκε από
Γαλακτοκομικά Καρυάς - Μαυρόγιαννης Θεοδόσιος
στις
Τρίτη, Ιουλίου 02, 2019
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Ετικέτες
Άρωμα Ελλάδας,
γαστρονομία,
Ελλήνων ιδρώτας,
Επιστροφή στις ρίζες,
Μαγειρική,
Πάτριες γεύσεις,
τυροκομικά,
χωριό
Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018
7 χωριά για σούπερ Σαββατοκύριακα το Φθινόπωρο
Εικόνες που δεν φωτογραφίζονται, αισθήματα που δύσκολα περιγράφονται.
![]() |
| Παλαιός Παντελεήμονας, Όλυμπος |
Σε σημεία όπου μπορούμε να κοιτάξουμε άφοβα στον καθρέφτη της ψυχής μας, να πάρουμε άφεση για όλα μας λάθη και επιτέλους να νιώσουμε ότι δεν ανήκουμε σε καμιά θρησκεία, σε καμία φυλή, σε καμιά οικογένεια και κανέναν ουρανό.
Αυτά τα χωριά αξίζει να ξυπνήσεις ένα πρωί και, με μόνες προμήθειες ό,τι έχει απομείνει στη μέσα τσέπη του παλτού, να ψάξεις να τα βρεις. Έτσι ξαφνικά. Άλλωστε, ο πιο σύντομος δρόμος για να ζητήσεις συγγνώμη από τον εαυτό σου για όλα όσα μετάνιωσες την τελευταία στιγμή, είναι η tabula rasa της πέτρας και του βουνού.
Επτά κουκλίστικα χωριά μας καλούν για να περάσουμε σαββατοκύριακα στο ωραιότερο σκηνικό, αυτό της φθινοπωρινής Ελλάδας.
Αγόριανη, Φωκίδα
![]() |
| Χωριό που γέννησε ονομαστούς αγωνιστές του '21 αλλά και της Αντίστασης (γι' αυτό και κάηκε ολοσχερώς στην Κατοχή). |
Στο δρόμο για την Αγόριανη (ή Επτάλοφος όπως είναι επίσημα το όνομά του από το 1928) νομίζεις ότι πετάς μέσα στα σύννεφα, μέσα στο απόλυτο λευκό της ομίχλης. Φτάνοντας βράδυ στην Αγόριανη, μάλλον δεν πρόκειται να δεις τίποτα γύρω σου.
To μόνο που θα σε ειδοποιήσει ότι έφτασες, είναι ο ήχος του καταρράκτη που κατεβαίνει ορμητικός μέχρι το χωριό.
Το ηλιόλουστο πρωινό θα διαλύσει το μυστήριο και θα σου φανερώσει την όμορφη πλατεία της Αγόριανης με τα πραγματικά θεόρατα πλατάνια που με τα φύλλα τους σου στρώνουν χρυσοκόκκινο χαλί. Δυο βρύσες έχουν γίνει ένα με τους κορμούς και το νερό μοιάζει να αναβλύζει από μέσα τους. Έχει κάτι το ειδυλλιακό αυτό το χωριό, που σου βγάζει τη φυσιολατρική πλευρά του εαυτού σου.
Άγραφα, Ευρυτανία
Δυόμιση ώρες από το Καρπενήσι, μετράμε βουνοκορφές, ακολουθούμε την πορεία του Αγραφιώτη, κρατάμε την αναπνοή μας βλέποντας τον γκρεμό να απλώνεται κάτω απ’ τα πόδια μας. Πέτρινες γέφυρες, ρυάκια, ξωκλήσια, πλατάνια, μοναστήρια κρυμμένα μες στο βουνό, πεύκα και αλεπούδες.
Στο πιο απομακρυσμένο κομμάτι της Ευρυτανίας, στη νότια πλευρά της Πίνδου οι παππούδες πίνουν θερμαντικό τσίπουρο με παντοτινή συντροφιά το παλιό τρανζίστορ που επιμένει να λειτουργεί ακόμα. Βόλτα στα καλντερίμια, καθώς η βροχή μαστιγώνει δέντρα και στέγες.
Τα Άγραφα μοιάζουν με ασπρόμαυρη ελληνική ταινία. Τόπος για ταξιδιώτες που λατρεύουν το παλιό, το αυθεντικό και που ονειρεύονται να κλείσουν την τηλεόραση, να σβήσουν το laptop, να χαθεί το σήμα απ’ το κινητό τους. Να τους ξυπνούν το πρωί τα κοκόρια, να πίνουν καφέ στο μπακίρι παρέα με τους παππούδες, να τρώνε ό,τι έχει η κατσαρόλα σε ταβέρνες χωρίς μενού. Τρία καφενεία και τρεις ταβέρνες είναι όλη κι όλη η ψυχαγωγία στ’ Άγραφα. Μόνιμοι κάτοικοι μετρημένοι.
Συρράκο, Ιωάννινα
Αν το Συρράκο έχει ξένους, το καταλαβαίνεις στη θολωτή πέτρινη πύλη του. Εκεί αφήνουν τα αυτοκίνητα, δεν τα σηκώνουν τα σοκάκια. Λίγα και τα φώτα στα πέτρινα αρχοντικά.
Τα χαλάκια έξω από τις πόρτες τα πατάς και βουλιάζουν. Από παντού ακούγονται νερά. Το ποτάμι, οι βρύσες, οι μικροί καταρράκτες και η βροχή που πάντα πέφτει. Στο Συρράκο συνειδητοποιούμε πως βρισκόμαστε πιο ψηλά από τα πυκνά σύννεφα που σκεπάζουν την χαράδρα.
![]() |
| Το διαμάντι των Τζουμέρκων |
Ήταν ικανοί ραφτάδες και δαιμόνιοι έμποροι, που διακινούσαν τα προϊόντα τους σε όλα τα μεγάλα εμπορικά κέντρα και λιμάνια της Ευρώπης. Λιβόρνο, Τεργέστη, Ρώμη, Οδησσός, Μόσχα, Παρίσι. »Εδώ περιμένουμε μόνο τον ψαγμένο ταξιδιώτη, εκείνον που δεν θα απογοητευτεί επειδή δεν θα βρει μπαράκια και πολλές ταβέρνες», λέει η κυρά-Πόπη.
Μεταξοχώρι, Λάρισα
![]() |
| Το χωριό των καλλιτεχνών με τα επιβλητικά αρχοντόσπιτα και την απίστευτη ομορφιά |
Χειμώνας από μετάξι σε ένα χωριό κρυμμένο πίσω από την Αγιά, στους πρόποδες του Κισσάβου. Τεράστια αρχοντικά φτιαγμένα από πέτρα. Ψηλοτάβανα και επιβλητικά, με μεγάλες πόρτες και χρωματιστά παραθυρόφυλλα. Στα σοκάκια, άνθρωποι ευτυχισμένοι, χαμογελαστοί όλη τη διάρκεια του χρόνου. Παππούδες που περπατούν γυρτοί πάνω στις γκλίτσες τους με τις τσέπες γεμάτες καραμέλες.
Η μεγάλη πλατεία του χωριού περιμένει το χειμώνα για να φορέσει τα λευκά της. Ο αέρας μοσχοβολά από τα κυδώνια και τα μήλα που ψήνονται στο φούρνο, κεντημένα με μυρωδικά και ξύλα κανέλας.
Ξαφνικά, από το πουθενά, δυναμώνει. Φυσά τώρα μανιασμένος. Το νυχτερινό περπάτημα στο Μεταξοχώρι εξελίσσεται σε συναυλία. Drums παίζει ο αγριεμένος άνεμος που ξεκινά από το πουθενά, ηλεκτρική κιθάρα τα νερά που κατεβαίνουν από το Κίσσαβο και πλήκτρα τα γυμνά κλαδιά των δέντρων. Πρωταγωνίστρια η βροχή, που κάνει τα φωνητικά. Κάτι τέτοιες νύχτες, αξίζει να μην κοιμηθείς.
Σμίξη, Γρεβενά
Το ένα από τα τέσσερα Βλαχοχώρια –ίσως το καλύτερο και πιο ενδιαφέρον- μπορεί να καυχιέται ότι παρέχει απλόχερα το οξυγόνο και την ζωογόνα βλάστηση του βουνού.
![]() |
| Απόδραση με θέα στην Πίνδο |
Την ηρεμία ενός τόπου που οι μυρωδιές έχουν το άρωμα της φύσης και οι ήχοι σε συνδέουν με το alter ego σου. Και όταν θα φύγεις από εκεί το σίγουρο είναι ένα: ότι μαζί με τις εικόνες που ταΐζουν την φαντασία σου, θα πάρεις και γεμάτες μπαταρίες που θα αποφορτιστούν μόνο όταν θα έχεις πλέον αποφασίσει την επιστροφή σου. Οι μόνιμοι κάτοικοι είναι ελάχιστοι αφού το χωριό από τον εμφύλιο ως το 1990 είχε ερημώσει, μέχρι κάποιοι μερακλήδες ντόπιοι να αναπαλαιώσουν τα αρχοντικά τους.
Ζαρούχλα, Αχαΐα
Εδώ νιώθουμε πάλι σαν σχολιαρόπαιδα που μόλις ανακάλυψαν το καλύτερα κρυμμένο μυστικό των Αροανίων μόλις μισή ώρα απ’ τα Καλάβρυτα, κάνουμε πικ-νικ πλάι στον ποταμό Κράφη και παίζουμε κρυφτό ανάμεσα στα έλατα.
![]() |
| ένας παράδεισος στον Χελμό |
Ένα αλπικό τοπίο σε μικρογραφία στην καρδιά της Αχαΐας. Στα νερά της καθρεφτίζεται το χρυσοκίτρινο πάπλωμα των πλαγιών που σε λίγους μήνες θα δώσει τη θέση του στο λευκό του Χειμώνα. Κατηφορίζοντας προς τη λίμνη, οι κορμοί των πεύκων, των ελάτων και των πλατανιών δημιουργούν ένα φυσικό χωμάτινο μονοπάτι, που διατηρεί τα χνάρια από τα αυλακωτά λάστιχα των mountain bikes.
Στις όχθες της ζευγάρια δασκαλεμένα από τους κατοίκους της Ζαρούχλας μιλούν δυνατά για την τυχαία ανακάλυψη της »δικής τους» γωνιάς και κουρασμένοι γιάπηδες που επιτέλους ξέκλεψαν μια έξτρα μέρα διαφυγής από την πρωτεύουσα.
Κοσμάς, Αρκαδία
![]() |
| Εάν κατορθώσετε να πάτε και στο παρατηρητήριο, οι φήμες λένε πως τις ημέρες που επικρατεί ξαστεριά η ματιά σας μπορεί να ταξιδέψει μέχρι την Μήλο. |
Για να χαθούμε στη μετάφραση προσπαθώντας να καταλάβουμε την τσακώνικη διάλεκτο. Και να μάθουμε να μη φοβόμαστε τις στιγμές που δεν έχουμε τίποτα να μοιραστούμε – είναι κι αυτό μια μορφή ελευθερίας.
Μέχρι πρόσφατα ο Κοσμάς δεν ανήκε σε κανένα δήμο – ήταν κοινότητα και μάλιστα η μοναδική του νομού. Σήμερα, ανήκει στο δήμο Νότιας Κυνουρίας με έδρα το γειτονικό του Λεωνίδιο. Η φύση προίκισε τον Κοσμά με μυριάδες ομορφιές.
Οι πλαγιές του Πάρνωνα που τον φιλοξενούν στάθηκαν γενναιόδωρες και τρέφουν τα καστανόδεντρα. Τα πλατάνια τραβούν τους χυμούς της ιστορίας και τα φύλλα τους την ψιθυρίζουν. Λένε για τις μάχες που γίνανε εδώ, λένε για τις καταστροφές. Λένε για τους »γιωργαντζάδες» και τους βοσκούς. Μιλάνε για το μοναστήρι, την Παναγιά την Έλωνα και το Μαλεάτη Απόλλωνα,εικάζεται ότι βρισκόταν η αρχαία πόλη Σελινούς και ναός αφιερωμένος στον Απόλλωνα.
ΠΗΓΗ: www.newsone.gr
Δευτέρα 14 Μαΐου 2018
Τα λόγια μιας μάνας

Η πολυπραγμοσύνη της τα λέει όλα...
Τ η δεύτερη Κυριακή του Μάη,
γιορτάζει η μητέρα.
Η ημέρα είναι αφιερωμένη
στην πηγή της δημιουργίας,
τη μάνα, την αγωνίστρια
σε όλα τα μέτωπα της ζωής.
![]() |
| Γεωργία Κοπίτα.1984 |
Σε μια τέτοια αγωνίστρια θα γίνει η αναφορά, ενδεικτικά σε μια πολύτεκνη μητέρα στη Βλαχοκερασιά, που βρίσκεται στο 82ο έτος της ηλικίας της, τη Γεωργία Κοπίτα. Κόρη του Παναγιώτη και της Αιμιλίας Γκουμένη, παντρεύτηκε το 1956 το Γιάννη Κοπίτα και απέκτησε εφτά (7) παιδιά και μπήκε δυναμικά στον αγώνα της κτηνοτροφικής και γεωργικής ζωής, αντιπαλεύοντας με την εργατικότητά της και την πολυπραγμοσύνη της τις αντιξοότητες.
«Από δουλειά άλλο τίποτα, είχαμε ζωντανά, ξεκινήσαμε με 150 γίδια και κάποια στιγμή φτάσαμε και τα 600. Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια που δεν ταΐζαμε τα γίδια καρπούς πήγαινα κι εγώ στο νυχτόσκαρο, τα βγάζαμε στη βοσκή στις 1-2 τη νύχτα, γυρνάγαμε βρεγμένοι, ούτε ομπρέλες δεν είχαμε τότε. Bρισκόμουν μπροστά σε όλες τις δουλειές, άρμεγα, τυροκόμαγα τυρί - μυτζήθρες με επιτυχία, έφτιαχνα τραχανάδες. Ήμουν μαστόρισσα στα τυροκομικά, είχα μάθει τα μυστικά από τους γονείς μου που ήταν κτηνοτρόφοι. Δούλευα και στις γεωργικές εργασίες, έβγαζα δουλειά για τρεις ανθρώπους.
Όταν ήμουν έγκυος στο τρίτο παιδί μου, μάζεψα σχεδόν μόνη μου έξι τόνους ελιές. Κοντά έπαιρνα και τα παιδιά. Το πιο μικρό το κρέμαγα στη γλαντζινιά με τη νάκα. Ήμασταν διπλοκάτοικοι, το χειμώνα (από φθινόπωρο μέχρι Μάη) πηγαίναμε στη Μποκοβίνα, στο Σεντουκάκι. 4-5 ώρες κάναμε με τα ζωντανά μας να πάμε. Το καλοκαίρι πιάναμε Λογγάκι, Αμμωνίτσα και κάναμε στρούγκες, κοιμόμασταν έξω – στρώναμε τράγινα σαΐσματα- και μαγειρεύαμε στο κακαβολίθι».
Ακούραστη ήταν και στις δουλειές του σπιτιού. Αθόρυβα κυβερνούσε τις καθημερινές ανάγκες.
Να κάνεις νοικοκυριό για δέκα ανθρώπους δεν είναι λίγο πράγμα. «Άναβα το καζάνι, πιο κάτω από το σπίτι στα χειμαδιά στη σπλιθάρα (τεράστια βαθουλωτή πέτρα όσο το σπίτι) και έφτιαχνα την πλύστρα μου που υψωνόταν τεράστια και δεν σωνόταν. Άπλωνα τα πλυμένα ρούχα στα σκίνα και στις γλαντζινιές να στεγνώσουν.

Επίσης φούρνιζα κάθε οχτώ ημέρες 10 ψωμιά στο φούρνο κι έφτιαχνα και 7 λαγάνες, μία για το κάθε παιδί. Ακόμη έχω τη μυρωδιά από τις γαλόπιτες που έφτιαχνα. Μια φουρνιά γαλόπιτες, να φάει η οικογένεια, να χορτάσει, να φιλέψω και τα άλλα τσιοπανόπουλα που έβοσκαν τριγύρω τα ζωντανά τους. Μια την έριχνα στο ατσαλοτήγανο να την βγάλω πρώτη, να προφτάσω τα παιδιά. Αλλά και το πλέξιμο δεν μου απέλειπε. Έγνεθα με τη ρόκα και το σφοντύλι. Έπλεκα φανέλες, ζακέτες, δαντέλες, έφτιαχνα και κουβέρτες για τις προίκες των κοριτσιών. Έφτιαξα κι ένα εντυπωσιακό χαλί από τραγόμαλο».
Ανεξάντλητη ήταν η υπομονή της με τα παιδιά της. Ευχαριστιόταν που παίζανε κοντά στη φύση και μάθαιναν τα μυστικά της, ενώ αναπολεί τα βράδια που το ρίχνανε στο γλέντι... «Παίζανε τα παιδιά στην εξοχή. Στου Κοπελιά το ρέμα μαζεύανε πέτρες, κόκκινες, άσπρες, μικρές, μεγάλες, λαζουρές και στήνανε μαντρί και παρίσταναν τα γίδια με τις πέτρες, ακόμα βρίσκονται οι πέτρες. Στήνανε μαντρί και με χελώνες. Παίζανε και με άλλα παιδιά. Ευχαριστιόντουσαν τη φύση. Υπήρχε κόσμος στην ύπαιθρο, όλα τα καλύβια ήταν γεμάτα κόσμο,15.000 γιδοπρόβατα βόσκανε στην περιοχή, μην κοιτάτε σήμερα που δεν υπάρχει άνθρωπος, σκοτείδιασαν οι δρόμοι. Τα βράδια στήναμε χορό και γλέντι μόνοι μας, τραγουδάγαμε πολλά τραγούδια με αγαπημένο μου το:«Μια Βλαχοπούλα όμορφη
στις ρεματιές γυρνάει
βόσκει τα προβατάκια της
και λιανοτραγουδάει.
Να και το τσελιγκόπουλο
στο λόγκο από πέρα
τραγούδι λέει με καημό
και παίζει τη φλογέρα».
Σταθερή ήταν και η επιθυμία της να ακολουθεί τις συνήθειες του τόπου, έχοντας συνείδηση του λαϊκού μας πολιτισμού. «Η Μεγάλη Παρασκευή ήταν η γιορτή των παιδιών. Παίρναμε τα λεφτά από τα γίδια που είχαμε σφάξει, ψωνίζαμε στα παιδιά παπούτσια και ρούχα και πηγαίναμε με τα ζα, άλλοι καβάλα κι άλλοι με τα πόδια, στην εκκλησία στην Κονιδίτσα. Την παραμονή του Πάσχα πήζαμε ένα καζάνι γιαούρτη, τη στραγγίζαμε σε πάνινες σακούλες και τη μοιράζαμε σε φίλους και σε όσους μας έδιναν τα χωράφια να βόσκουν τα ζωντανά μας.
Της Άγιασης υπήρχε συνήθεια να παίρνουμε αγιασμό να αγιάζουμε τα ζώα μας, τις απόκριες να βάζουμε τα αυγά στη χόβολη, ένα για τον καθένα, γέμιζε η χόβολη αυγά, που ήμασταν πολυμελής οικογένεια. Και πάντα, όταν μαγείρευα κρέας, συνήθιζα να βάζω την πλάτη στον άντρα μου για «να βλέπει» την τύχη της χρονιάς.
Δεν βαρυγκωμούσε η κ. Γεωργία, αισθανόταν πλούσια κοντά στη φύση με τα αγαθά που έβγαζε με τον τίμιο ιδρώτα της και την ανεξάντλητη προσφορά και την αγάπη της στα εφτά παιδιά της. «Πλούτος είναι τα παιδιά και σα γεροντότερη θα συμβούλευα τις νεότερες να κάνουν 3-4 παιδιά, να μη ρημάξει η Ελλάδα και να μη σκέφτονται πώς θα τα μεγαλώσουν με την κρίση.
Και ο φτωχός αν κουμαντάρει μυαλό θα βρει τον τρόπο να μεγαλώσει τα παιδιά του. Η φτώχεια κάνει καλύτερους τους ανθρώπους, τους σκληραγωγεί, τους ενεργοποιεί».
Η πολυπραγμοσύνη της τα λέει όλα όπως και όλα τα λένε τα λόγια αναγνώρισης και του γιου της Παναγιώτη σε παλιότερη συνέντευξή του στην εφημερίδα του Γυμνασίου Βλαχοκερασιάς:
«Δε θέλω να αφήσω ποτέ τα ζώα μου, μέσα σ’ αυτά είναι η μάνα μου με τις μέτρες, που ανέβαινε με τα λιοπύρια τα μονοπάτια για να μας μεγαλώσει».
Αφιερωμένο μέσω της θεια- Γιωργίας σε όλες τις μανάδες που δίνουν το δικό τους αγώνα.
Απρίλης 2016
Αγγελική Κατσαφάνα
Από τη φωνή τηςΒλαχοκερασιάς,
φύλλο8
Σημείωση: Η Γεωργία Κοπίτα απεβίωσε το Σεπτέμβρη του 2017.
Αρθρο από:
Αναρτήθηκε από
Γαλακτοκομικά Καρυάς - Μαυρόγιαννης Θεοδόσιος
στις
Δευτέρα, Μαΐου 14, 2018
0
σχόλια
Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Ετικέτες
Άρωμα Ελλάδας,
Ελλήνων ιδρώτας,
Επιστροφή στις ρίζες,
Λαογραφικά και Πολιτιστικά,
Με ύφος και ήθος
Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016
Το όνειρο αποτελεί το πρώτο βήμα της επιτυχίας
Όλοι κατά καιρούς έχουμε, συχνά με έκπληξη, δοκιμάσει προϊόντα της ελληνικής γης, τα οποία φτιάχτηκαν με αγάπη και μεράκι από γνωστούς, φίλους ή συγγενείς που συχνά χωρίς να είναι επαγγελματίες κατορθώνουν να παράγουν κάτι το ξεχωριστό.
Από τυροκομικά προϊόντα, αρωματικά ελαιόλαδα, σαπούνια, βρώσιμες ελιές και πολλά άλλα, οι συμπολίτες αυτοί αφιερώνουν σκέψη, χρήμα και χρόνο μετατρέποντας σε χειροπιαστό το προϊόν τη φαντασία τους.
Γιατί από εκεί ξεκινούν όλα, από το αν αφήνουμε πού και πού το μυαλό μας να δραπετεύει από τη σκληρή καθημερινότητα και να ονειρεύεται. Το γεγονός ότι επιτρέπουμε στον εαυτό μας την «πολυτέλεια» αυτή δεν μας κάνει φυσικά καλύτερους, ούτε και βελτιώνει τη θέση μας. Το βέβαιο όμως είναι πως χωρίς να ονειρευτούμε, χωρίς να θελήσουμε κάτι, αυτό από μόνο του δεν θα συμβεί ποτέ.
Το για την ώρα ανυπέρβλητο πρόβλημα της χώρας δεν είναι άλλο από την έλλειψη παραγωγής ακόμα και των βασικών τροφίμων. Αυτό για μια βιομηχανική χώρα ίσως και να είναι ανεκτό, για μια (έως πριν μερικά χρόνια), αγροτική χώρα όμως όχι. Η μόνιμη δικαιολογία πως για την εγκατάλειψη των καλλιεργειών ευθύνονται οι οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι επαρκείς. Τα εθνικά κράτη πρέπει να προσαρμόζουν τις επιμέρους πολιτικές τους, ευθύνη της Ελλάδας λοιπόν ήταν να δοθούν κατευθύνσεις για το πού θα έπρεπε να οδηγηθούν τα πράγματα. Για μία ακόμα φορά το πρόβλημα χαρακτηρίζεται πολιτικό… Από την άλλη, το καλό με τον νομό μας είναι διπλό, αφού όσον αφορά την παραγωγή τα πράγματα είναι κάπως πιο ξεκάθαρα, αλλά και η προώθησή τους σε αγορές του εξωτερικού είναι ευκολότερη λόγω του τουρισμού. Το πρόβλημα που κατακερματισμού του κλήρου είναι μεγάλο και υπαρκτό, μπορεί όμως να αντιμετωπιστεί, πολλά είναι και τα εργαλεία που έχουν δημιουργηθεί με σκοπό τις συνέργιες και τις οικονομίες κλίμακας. Το σημαντικό σε κάθε περίπτωση είναι να δημιουργήσουμε ολοκληρωμένο προϊόν πριν προβούμε σε προωθητικές ενέργειες.
Το σύνηθες να πηγαίνουμε μέσω περιφέρειας, δήμων και επιμελητηρίων σε εκθέσεις, να παίρνουμε άριστες κριτικές, αλλά συνεργασίες είτε να μην γίνονται, είτε να σταματούν μετά τις πρώτες παραγγελίες πρέπει να σταματήσει.
Οι συνεργασίες ξενοδόχων – παραγωγών και οι γιορτές που γίνονται το καλοκαίρι σ’ ολόκληρη τη χώρα είναι μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία γνωριμίας και προώθησης των προϊόντων μας.
Όμως επαναλαμβάνω, οι ίδιοι οι παραγωγοί, επαγγελματίες ή όχι, πρέπει όχι μόνο να επιτρέψουν στον εαυτό τους να ονειρευτεί αλλά και μέσω εκπαιδευτικών σεμιναρίων να αποκτήσουν νέες απαραίτητες δεξιότητες, κυρίως στις νέες τεχνολογίες.
Άρθρο του Κώστα Ν. Πολυχρονάκη
από http://www.goodnet.gr/
Ο ακρίτας της Αργολίδας - Ένα ξεχωριστό οδοιπορικό στο Αρτεμίσιο
H Καρυά είναι ένα από τα πιο όμορφα και γραφικά χωριά της ορεινής Αργολίδας. Το σκηνικό που στήνουν τα παραδοσιακά πέτρινα σπίτια, η ηρεμία του χωριού, ο φιλόξενος κόσμος, το καλό φαϊ, δεν χρειάζεται και πολύ για να κερδίσουν τον κάθε επισκέπτη. Όμως μια απλή βόλτα στο τηλεοπτικό Κολοκοτρωνίτσι δεν είναι αρκετή για αυτούς που έχουν μια… αδυναμία για τα βουνά.
Το Αρτεμίσιο άλλωστε, η κορυφή της Αργολίδας, είναι γεμάτο όμορφες γωνιές και κρυμμένα μυστικά που σε περιμένουν να τα ανακαλύψεις. Πέρα από το φυσικό κάλλος και τον αμόλυντο αέρα που γεμίζει τα πνευμόνια σου, αυτό το μέρος έχει και κάτι άλλο που δεν θα το νιώσεις αν δεν ακούσεις τις ιστορίες του. Έτσι, με τον φίλο και συνάδελφο Μιχάλη, πήραμε τον δρόμο προς την κορυφή κι αναζητήσαμε έναν παλιό φίλο…
Στα 1.300 περίπου μέτρα πάνω από τη θάλασσα, εκεί που νομίζεις ότι θα απλώσεις το χέρι και θα αγγίξεις την κορυφή του βουνού, συναντάς ένα μοναχικό σπίτι. Είναι του κυρ Βασίλη του Γαλάνη- του τελευταίου ανθρώπου που θα συναντήσεις πριν αφήσεις την ορεινή αργολική γη για να πάρεις τον κατήφορο για την Τρίπολη- ενός πραγματικού ακρίτα.
Εδώ και 84 χρόνια ο κυρ Βασίλης είναι ακούραστος "φρουρός" του βουνού και θεματοφύλακας της ιστορίας του. Ένας άνθρωπος που σ' αυτήν ακόμα την ηλικία σου σφίγγει το χέρι με δύναμη και καταλαβαίνεις ότι το πέρασμα των χρόνων δεν κατάφερε να του στερήσει την όρεξη και τη ζωντάνια του. Εκεί τον μεγάλωσαν, εκεί μεγάλωσε κι αυτός την οικογένειά του.
Αμέσως με το που μας είδε μας καλωσόρισε και μας φώναξε να μπούμε να κάτσουμε μέσα στο σπίτι γιατί ο αέρας έξω δε σήκωνε αστεία.
"Βοριάς, μας έχει πεθάνει αυτές τις μέρες", μας λέει.
Προσφέρθηκε να μας φιλέψει, αλλά αρνηθήκαμε ευγενικά, για να τον γλυτώσουμε από τον κόπο.
"Δεν έχω και πολλά". Πριν μια βδομάδα, που έλειπε γιατί ήταν στην Αθήνα, στο νοσοκομείο εξαιτίας μιας κοίλης που τον ταλαιπωρούσε, ήρθαν και τον λήστεψαν. Του πήραν τη γεννήτρια, τη στόφα και τις δύο καραμπίνες του.
"Εμένα βρήκαν", λέει με παράπονο, "αλλά πάλι καλά". "Ήταν νωρίς και δεν είχε επιστρέψει το κοπάδι μου από τη βοσκή, θα μου έκλεβαν και ζωντανά". Χαρά στο κουράγιο σου κυρ Βασίλη, σκέφτομαι. Αφού σου "σήκωσαν" όλο το σπίτι και βρίσκεις και θετικό σ' αυτή την ιστορία, μπράβο σου.
Έχει 150 γίδια ο κυρ Βασίλης. Τα αφήνει το πρωί να βοσκήσουν και αυτά με το σούρουπο παίρνουν, χωρίς πολλά-πολλά, τον δρόμο της επιστροφής.
Η πρώτη Καρυά
Θυμάται τα δύσκολα χρόνια, όταν ήταν μικρός. Τότε, πριν τον πόλεμο το χωριό της Καρυάς ήταν χτισμένο εκεί πάνω, στα 1200-1300 μέτρα, πριν κατέβουν στη συνέχεια στα 900μ. και τέλος στη σημερινή τοποθεσία του. Εκεί πάνω γεννούσαν, εκεί πάνω καλλιεργούσαν, όλα ξεκινούσαν από εκεί.
"Να, εμένα πάνω σε εκείνον εκεί τον βράχο με έκανε η μάνα μου", λέει και δείχνει έξω από το σπίτι του, τον απέναντι βράχο στο βουνό.
"Δεν πρέπει να ήταν και πολύ εύκολο κυρ Βασίλη", αστειεύομαι.
"Βρίσκαν ένα δέντρο κόντρα και κρατάγαν οι γυναίκες και σφιγγόντουσαν μέχρι να βγει το μωρό", λέει και γελάει.
"Η δουλειά κι αυτή δύσκολη. Πως έβγαινε το φαγητό, τότε εκεί πάνω";
"Με το χέρι και το δρεπάνι το θερίζανε τότε το στάρι. Το φορτώναμε στα άλογα και τα γαϊδούρια και το κατεβάζαμε μέχρι τον κάμπο, κάτω από την Καρυά. Αν τύχαινε και κουτσαινόταν κανένα ζώο, άστα μην τα συζητάς".
"Ποδαρόδρομος";
Αν ήθελες να κατέβεις στο Άργος ή να πας στην Τρίπολη, ήταν 2-3 ώρες". (Μάλλον φιλόδοξοι οι χρόνοι του κυρ Βασίλη, εκτιμώ. Για βάλε άλλο τόσο...)
"Κατοχή νιώσατε εδώ πάνω";
"Αν νιώσαμε; Για να φάμε, παίρναμε βελανίδια και τα αλέθαμε μαζί με στάρι κι ότι άλλο βρίσκαμε και τρώγαμε τη μπομπότα, γιατί ούτε φαϊ δεν είχαμε. Οι πιο κονομημένοι ρίχναν και σταφίδα μέσα να νοστιμίσει".
"Τον έχεις φτιάξει τώρα τον κηπάκο σου, ωραία έξω τώρα κυρ Βασίλη, μπράβο".
"Μάλιστα. Αλλά και τι να βγει εδώ πάνω. Την πέτρα πρέπει να σκάψεις για να καλλιεργήσεις. Να μας φορολογάνε ξέρουνε, όμως. Μας βάλαν και τα δηλώσαμε και μας ζητάνε και λεφτά γι' αυτά εδώ. Δεν αφήνουν τίποτα".
"Εδώ πάνω θα ξεχειμωνιάσεις κυρ Βασίλη";
"Μέχρι του Αγιου-Δημητρίου ελπίζω να κάτσω. Μετά θα κατέβω κάτω στο κτήμα (σ.σ στα Γαλαναίικα). Έχω σπείρει σιτάρι φέτος, αλλά πολλή ξηρασία και θα το χάσω, γαμώτη του. Εδώ πάνω μπορεί να φτάσει και πάνω από ένα μέτρο το χιόνι".
Είχε αρχίσει να νυχτώνει κι έπρεπε δυστυχώς να αφήσουμε την ωραία παρέα του κυρ Βασίλη και να γυρίσουμε σιγά-σιγά.
"Καθίστε ντε, να πούμε τίποτα"... Σε λίγη ώρα θα ερχόταν η γυναίκα του. Θα έφερναν δύο αγελάδες να τις πάνε στην Τρίπολη για σφάξιμο. Την πετύχαμε καθ'οδόν στην επιστροφή, τρία αγροτικά.
Φυσικά, δεν θα μπορούσαμε, αφού φτάσαμε ως εκεί, να μην κάνουμε στάση λίγο πιο πέρα από το σπίτι της οικογένειας Γαλάνη, για να γεμίσουμε τα παγούρια μας νερό από την πηγή, στο Μπρακατσάκι. Νερό-κρύσταλλο. Μια από τις ορεινότερες πηγές της Αργολίδας, αν όχι η πιο ορεινή.
Τόσα ωραία πράματα. Αλλά σαν τη δύναμη και το κουράγιο που σου δίνει μια κουβέντα με τον κυρ Βασίλη, τίποτα. Ένας άνθρωπος λεβέντης, ένα μυαλό κοφτερό στα 84 του χρόνια. Που έχει επιλέξει να ζει μακριά από τα πολλά.
Κι όμως έχω σίγουρα δει πολλούς που ζουν κοντά στα πολλά, αλλά δείχνουν να βρίσκονται πολύ πιο μακριά από την πραγματικότητα.
Σκέφτομαι, τελικά, μήπως για όλους είναι επιβεβλημένη μια τέτοια βόλτα που και που. Εκεί στην κορυφή της Αργολίδας, η συναναστροφή με έναν άνθρωπο που εδώ και 84 χρόνια στα άγρια βουνά και τις τόσες αντιξοότητες, δεν έχει "μασήσει" ποτέ, ήταν τόσο αναζωογονητική, περισσότερο κι από τον πεντακάθαρο αέρα της.
Κάπως έτσι, πήραμε τον δρόμο για τον... πολιτισμό, που λέμε.
Του Μάνου Παπαδάκη
΄
Το Αρτεμίσιο άλλωστε, η κορυφή της Αργολίδας, είναι γεμάτο όμορφες γωνιές και κρυμμένα μυστικά που σε περιμένουν να τα ανακαλύψεις. Πέρα από το φυσικό κάλλος και τον αμόλυντο αέρα που γεμίζει τα πνευμόνια σου, αυτό το μέρος έχει και κάτι άλλο που δεν θα το νιώσεις αν δεν ακούσεις τις ιστορίες του. Έτσι, με τον φίλο και συνάδελφο Μιχάλη, πήραμε τον δρόμο προς την κορυφή κι αναζητήσαμε έναν παλιό φίλο…
Στα 1.300 περίπου μέτρα πάνω από τη θάλασσα, εκεί που νομίζεις ότι θα απλώσεις το χέρι και θα αγγίξεις την κορυφή του βουνού, συναντάς ένα μοναχικό σπίτι. Είναι του κυρ Βασίλη του Γαλάνη- του τελευταίου ανθρώπου που θα συναντήσεις πριν αφήσεις την ορεινή αργολική γη για να πάρεις τον κατήφορο για την Τρίπολη- ενός πραγματικού ακρίτα.
Εδώ και 84 χρόνια ο κυρ Βασίλης είναι ακούραστος "φρουρός" του βουνού και θεματοφύλακας της ιστορίας του. Ένας άνθρωπος που σ' αυτήν ακόμα την ηλικία σου σφίγγει το χέρι με δύναμη και καταλαβαίνεις ότι το πέρασμα των χρόνων δεν κατάφερε να του στερήσει την όρεξη και τη ζωντάνια του. Εκεί τον μεγάλωσαν, εκεί μεγάλωσε κι αυτός την οικογένειά του.
Αμέσως με το που μας είδε μας καλωσόρισε και μας φώναξε να μπούμε να κάτσουμε μέσα στο σπίτι γιατί ο αέρας έξω δε σήκωνε αστεία.
"Βοριάς, μας έχει πεθάνει αυτές τις μέρες", μας λέει.
Προσφέρθηκε να μας φιλέψει, αλλά αρνηθήκαμε ευγενικά, για να τον γλυτώσουμε από τον κόπο.
"Δεν έχω και πολλά". Πριν μια βδομάδα, που έλειπε γιατί ήταν στην Αθήνα, στο νοσοκομείο εξαιτίας μιας κοίλης που τον ταλαιπωρούσε, ήρθαν και τον λήστεψαν. Του πήραν τη γεννήτρια, τη στόφα και τις δύο καραμπίνες του.
"Εμένα βρήκαν", λέει με παράπονο, "αλλά πάλι καλά". "Ήταν νωρίς και δεν είχε επιστρέψει το κοπάδι μου από τη βοσκή, θα μου έκλεβαν και ζωντανά". Χαρά στο κουράγιο σου κυρ Βασίλη, σκέφτομαι. Αφού σου "σήκωσαν" όλο το σπίτι και βρίσκεις και θετικό σ' αυτή την ιστορία, μπράβο σου.
Έχει 150 γίδια ο κυρ Βασίλης. Τα αφήνει το πρωί να βοσκήσουν και αυτά με το σούρουπο παίρνουν, χωρίς πολλά-πολλά, τον δρόμο της επιστροφής.
Η πρώτη Καρυά
Θυμάται τα δύσκολα χρόνια, όταν ήταν μικρός. Τότε, πριν τον πόλεμο το χωριό της Καρυάς ήταν χτισμένο εκεί πάνω, στα 1200-1300 μέτρα, πριν κατέβουν στη συνέχεια στα 900μ. και τέλος στη σημερινή τοποθεσία του. Εκεί πάνω γεννούσαν, εκεί πάνω καλλιεργούσαν, όλα ξεκινούσαν από εκεί.
"Να, εμένα πάνω σε εκείνον εκεί τον βράχο με έκανε η μάνα μου", λέει και δείχνει έξω από το σπίτι του, τον απέναντι βράχο στο βουνό.
"Δεν πρέπει να ήταν και πολύ εύκολο κυρ Βασίλη", αστειεύομαι.
"Βρίσκαν ένα δέντρο κόντρα και κρατάγαν οι γυναίκες και σφιγγόντουσαν μέχρι να βγει το μωρό", λέει και γελάει.
"Η δουλειά κι αυτή δύσκολη. Πως έβγαινε το φαγητό, τότε εκεί πάνω";
"Με το χέρι και το δρεπάνι το θερίζανε τότε το στάρι. Το φορτώναμε στα άλογα και τα γαϊδούρια και το κατεβάζαμε μέχρι τον κάμπο, κάτω από την Καρυά. Αν τύχαινε και κουτσαινόταν κανένα ζώο, άστα μην τα συζητάς".
"Ποδαρόδρομος";
Αν ήθελες να κατέβεις στο Άργος ή να πας στην Τρίπολη, ήταν 2-3 ώρες". (Μάλλον φιλόδοξοι οι χρόνοι του κυρ Βασίλη, εκτιμώ. Για βάλε άλλο τόσο...)
"Κατοχή νιώσατε εδώ πάνω";
"Αν νιώσαμε; Για να φάμε, παίρναμε βελανίδια και τα αλέθαμε μαζί με στάρι κι ότι άλλο βρίσκαμε και τρώγαμε τη μπομπότα, γιατί ούτε φαϊ δεν είχαμε. Οι πιο κονομημένοι ρίχναν και σταφίδα μέσα να νοστιμίσει".
"Τον έχεις φτιάξει τώρα τον κηπάκο σου, ωραία έξω τώρα κυρ Βασίλη, μπράβο".
"Μάλιστα. Αλλά και τι να βγει εδώ πάνω. Την πέτρα πρέπει να σκάψεις για να καλλιεργήσεις. Να μας φορολογάνε ξέρουνε, όμως. Μας βάλαν και τα δηλώσαμε και μας ζητάνε και λεφτά γι' αυτά εδώ. Δεν αφήνουν τίποτα".
"Εδώ πάνω θα ξεχειμωνιάσεις κυρ Βασίλη";
"Μέχρι του Αγιου-Δημητρίου ελπίζω να κάτσω. Μετά θα κατέβω κάτω στο κτήμα (σ.σ στα Γαλαναίικα). Έχω σπείρει σιτάρι φέτος, αλλά πολλή ξηρασία και θα το χάσω, γαμώτη του. Εδώ πάνω μπορεί να φτάσει και πάνω από ένα μέτρο το χιόνι".
Είχε αρχίσει να νυχτώνει κι έπρεπε δυστυχώς να αφήσουμε την ωραία παρέα του κυρ Βασίλη και να γυρίσουμε σιγά-σιγά.
"Καθίστε ντε, να πούμε τίποτα"... Σε λίγη ώρα θα ερχόταν η γυναίκα του. Θα έφερναν δύο αγελάδες να τις πάνε στην Τρίπολη για σφάξιμο. Την πετύχαμε καθ'οδόν στην επιστροφή, τρία αγροτικά.
Φυσικά, δεν θα μπορούσαμε, αφού φτάσαμε ως εκεί, να μην κάνουμε στάση λίγο πιο πέρα από το σπίτι της οικογένειας Γαλάνη, για να γεμίσουμε τα παγούρια μας νερό από την πηγή, στο Μπρακατσάκι. Νερό-κρύσταλλο. Μια από τις ορεινότερες πηγές της Αργολίδας, αν όχι η πιο ορεινή.
Τόσα ωραία πράματα. Αλλά σαν τη δύναμη και το κουράγιο που σου δίνει μια κουβέντα με τον κυρ Βασίλη, τίποτα. Ένας άνθρωπος λεβέντης, ένα μυαλό κοφτερό στα 84 του χρόνια. Που έχει επιλέξει να ζει μακριά από τα πολλά.
Κι όμως έχω σίγουρα δει πολλούς που ζουν κοντά στα πολλά, αλλά δείχνουν να βρίσκονται πολύ πιο μακριά από την πραγματικότητα.
Σκέφτομαι, τελικά, μήπως για όλους είναι επιβεβλημένη μια τέτοια βόλτα που και που. Εκεί στην κορυφή της Αργολίδας, η συναναστροφή με έναν άνθρωπο που εδώ και 84 χρόνια στα άγρια βουνά και τις τόσες αντιξοότητες, δεν έχει "μασήσει" ποτέ, ήταν τόσο αναζωογονητική, περισσότερο κι από τον πεντακάθαρο αέρα της.
Κάπως έτσι, πήραμε τον δρόμο για τον... πολιτισμό, που λέμε.
Του Μάνου Παπαδάκη
Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016
Αγνά Τυροκομικά Προϊόντα, φτιαγμένα με σεβασμό στην παράδοση
Τα χωριά της ορεινής Αργολίδας που απαγκιάζουν στις πλαγιές του Αρτεμίσιου όρους, διακρίνονται για το ιδιαίτερα όμορφο αλλά φτωχό φυσικό περιβάλλον τους. Ανάμεσα στα ποιοτικά προϊόντα που παράγονται εκεί, ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα τυροκομικά , για την υψηλή ποιότητά τους και την γεμάτη αρώματα του βουνού γεύση τους.
Αιώνων παράδοση στην αιγοπροβατοτροφία, σε συνδυασμό με την εμπειρία των γηγενών κατοίκων, να αξιοποιούν με τον καλύτερο τρόπο το γάλα των κοπαδιών των ορεινών βοσκοτόπων, δίνουν προϊόντα άξια προσοχής και ...δοκιμής!
Μιλάμε με τον Θεοδόση Μαυρόγιαννη, από το χωριό Καρυά, ο οποίος διαθέτει μια πρότυπη τυροκομική επιχείρηση, μαζί με την γυναίκα του Αγγελική και τους τέσσερις γιους τους, τον Επαμεινώνδα, τον Κώστα, τον Νικήτα, και τον Γιώργο.
-Σε ποιο επίπεδο, σε σχέση με την ζήτηση στην εσωτερική αγορά, βρίσκεται η παραγωγή τυροκομικών προϊόντων στην Ορεινή Αργολίδα;
Αν και σε γενικές γραμμές η τυροκομία στην Πελοπόννησο είναι σε ικανοποιητικά επίπεδα,στην ορεινή Αργολίδα υπάρχουν ελάχιστα τυροκομεία.Το καλό είναι ότι ο καταναλωτής αναγνωρίζει την διαφορά ποιότητας στο προϊόν,προτρέποντας την στροφή στην ορεινή παραγωγή τυροκομικών προϊόντων. Άλλο γάλα θα δώσει το ζώο που τρέφεται με χόρτα του βουνού και άλλο αυτό που τρέφεται με σόγια.
-Πως θα χαρακτηρίζατε τον τρόπο επεξεργασίας της πρώτης ύλης που ακολουθείτε στην επιχείρησή σας;
Αγνά Προϊόντα, φτιαγμένα με σεβασμό στην παράδοση, είναι ο απαράβατος κανόνας μας που μας δικαιώνει διαρκώς.
-Ποια θα θεωρούσατε ως ποιοτικά χαρακτηριστικά των προϊόντων σας;
Το κύριο ποιοτικό πλεονέκτημα των προϊόντων Καρυάς είναι το γάλα. Συλλέγεται καθημερινά από ελεύθερα ζώα της οροσειράς του Αρτεμισίου.Σε συνδυασμό με την εμπειρία μιας επαγγελματικής διαδρομής στα τυροκομεία του πατέρα (Θεοδόση Μαυρόγιαννη), επιτυγχάνεται το τέλειο αποτέλεσμα. Ένα τυρί, με οσμή βουνού και γεύση από ορεινά βότανα!
-Υπάρχουν περιθώρια για μεγαλύτερη ανάπτυξη της αιγοπροβατοτροφίας στην περιοχή σας;
Ο κλάδος της αιγοπροβατοτροφίας αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους κλάδους της πρωτογενούς ζωικής παραγωγής. Συμβάλει καθοριστικά στην αγροτική ανάπτυξη του σχεδόν άγονου τόπου μας και στη διατήρηση του κοινωνικού ιστού στο ιστορικό χωριό ,αξιοποιεί τις ορεινές και μειονεκτικές εκτάσεις μας, που είναι αδύνατο να αξιοποιηθούν διαφορετικά.
Πάντα όμως υπάρχει χώρος για μεγαλύτερη ανάπτυξη.Αρκεί να υπάρχει αγάπη και πραγματική θέληση για εργασία και όχι να είναι αυτοσκοπός το χρήμα.
-Υπάρχει μέλλον για τους νέους που ασχολούνται με τον πρωτογενή τομέα της οικονομίας, όπως εσείς;
Όσο πιο νέα και φρέσκα μυαλά εισέρχονται στον πρωτογενή τομέα στη χώρα μας, τόσο μεγαλύτερο είναι το κέρδος για τον τόπο.Αρκετοί νέοι άνθρωποι μέσα στη δύσκολη οικονομική συγκυρία τόλμησαν και τα κατάφεραν στον πρωτογενή τομέα και αυτοί πρέπει να είναι το πρότυπό μας. Πρότυπο όχι για την επιλογή να δημιουργήσουν στον βασικό πυλώνα της οικονομίας μας, άλλα για το σθένος την επιμονή ,την αντοχή που επιδεικνύουν, στην υπερνίκηση των εμποδίων που σε άλλους φαντάζουν ανυπέρβλητα.
Και όπως λέει ο θυμόσοφος λαός μας : "Πολλά κεφάλια ραγίζουν αλλά στο τέλος θα σπάσουν τα σίδερα".

Άρθρο από http://agroeconomy.gr/
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




































