Google+ Γαλακτοκομικά Καρυάς - Μαυρόγιαννης Θεοδόσιος: Ο ακρίτας της Αργολίδας - Ένα ξεχωριστό οδοιπορικό στο Αρτεμίσιο

Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Ο ακρίτας της Αργολίδας - Ένα ξεχωριστό οδοιπορικό στο Αρτεμίσιο

H Καρυά είναι ένα από τα πιο όμορφα και γραφικά χωριά της ορεινής Αργολίδας. Το σκηνικό που στήνουν τα παραδοσιακά πέτρινα σπίτια, η ηρεμία του χωριού, ο φιλόξενος κόσμος, το καλό φαϊ, δεν χρειάζεται και πολύ για να κερδίσουν τον κάθε επισκέπτη. Όμως μια απλή βόλτα στο τηλεοπτικό Κολοκοτρωνίτσι δεν είναι αρκετή για αυτούς που έχουν μια… αδυναμία για τα βουνά.

Το Αρτεμίσιο άλλωστε, η κορυφή της Αργολίδας, είναι γεμάτο όμορφες γωνιές και κρυμμένα μυστικά που σε περιμένουν να τα ανακαλύψεις. Πέρα από το φυσικό κάλλος και τον αμόλυντο αέρα που γεμίζει τα πνευμόνια σου, αυτό το μέρος έχει και κάτι άλλο που δεν θα το νιώσεις αν δεν ακούσεις τις ιστορίες του. Έτσι, με τον φίλο και συνάδελφο Μιχάλη, πήραμε τον δρόμο προς την κορυφή κι αναζητήσαμε έναν παλιό φίλο…


Στα 1.300 περίπου μέτρα πάνω από τη θάλασσα, εκεί που νομίζεις ότι θα απλώσεις το χέρι και θα αγγίξεις την κορυφή του βουνού, συναντάς ένα μοναχικό σπίτι. Είναι του κυρ Βασίλη του Γαλάνη- του τελευταίου ανθρώπου που θα συναντήσεις πριν αφήσεις την ορεινή αργολική γη για να πάρεις τον κατήφορο για την Τρίπολη- ενός πραγματικού ακρίτα.

Εδώ και 84 χρόνια ο κυρ Βασίλης είναι ακούραστος "φρουρός" του βουνού και θεματοφύλακας της ιστορίας του. Ένας άνθρωπος που σ' αυτήν ακόμα την ηλικία σου σφίγγει το χέρι με δύναμη και καταλαβαίνεις ότι το πέρασμα των χρόνων δεν κατάφερε να του στερήσει την όρεξη και τη ζωντάνια του. Εκεί τον μεγάλωσαν, εκεί μεγάλωσε κι αυτός την οικογένειά του.

Αμέσως με το που μας είδε μας καλωσόρισε και μας φώναξε να μπούμε να κάτσουμε μέσα στο σπίτι γιατί ο αέρας έξω δε σήκωνε αστεία.

"Βοριάς, μας έχει πεθάνει αυτές τις μέρες", μας λέει.

Προσφέρθηκε να μας φιλέψει, αλλά αρνηθήκαμε ευγενικά, για να τον γλυτώσουμε από τον κόπο.

"Δεν έχω και πολλά". Πριν μια βδομάδα, που έλειπε γιατί ήταν στην Αθήνα, στο νοσοκομείο εξαιτίας μιας κοίλης που τον ταλαιπωρούσε, ήρθαν και τον λήστεψαν. Του πήραν τη γεννήτρια, τη στόφα και τις δύο καραμπίνες του.

"Εμένα βρήκαν", λέει με παράπονο, "αλλά πάλι καλά". "Ήταν νωρίς και δεν είχε επιστρέψει το κοπάδι μου από τη βοσκή, θα μου έκλεβαν και ζωντανά". Χαρά στο κουράγιο σου κυρ Βασίλη, σκέφτομαι. Αφού σου "σήκωσαν" όλο το σπίτι και βρίσκεις και θετικό σ' αυτή την ιστορία, μπράβο σου.

Έχει 150 γίδια ο κυρ Βασίλης. Τα αφήνει το πρωί να βοσκήσουν και αυτά με το σούρουπο παίρνουν, χωρίς πολλά-πολλά, τον δρόμο της επιστροφής.

Η πρώτη Καρυά

Θυμάται τα δύσκολα χρόνια, όταν ήταν μικρός. Τότε, πριν τον πόλεμο το χωριό της Καρυάς ήταν χτισμένο εκεί πάνω, στα 1200-1300 μέτρα, πριν κατέβουν στη συνέχεια στα 900μ. και τέλος στη σημερινή τοποθεσία του. Εκεί πάνω γεννούσαν, εκεί πάνω καλλιεργούσαν, όλα ξεκινούσαν από εκεί.

"Να, εμένα πάνω σε εκείνον εκεί τον βράχο με έκανε η μάνα μου", λέει και δείχνει έξω από το σπίτι του, τον απέναντι βράχο στο βουνό.

"Δεν πρέπει να ήταν και πολύ εύκολο κυρ Βασίλη", αστειεύομαι.

"Βρίσκαν ένα δέντρο κόντρα και κρατάγαν οι γυναίκες και σφιγγόντουσαν μέχρι να βγει το μωρό", λέει και γελάει.

"Η δουλειά κι αυτή δύσκολη. Πως έβγαινε το φαγητό, τότε εκεί πάνω";

"Με το χέρι και το δρεπάνι το θερίζανε τότε το στάρι. Το φορτώναμε στα άλογα και τα γαϊδούρια και το κατεβάζαμε μέχρι τον κάμπο, κάτω από την Καρυά. Αν τύχαινε και κουτσαινόταν κανένα ζώο, άστα μην τα συζητάς".

"Ποδαρόδρομος";

Αν ήθελες να κατέβεις στο Άργος ή να πας στην Τρίπολη, ήταν 2-3 ώρες". (Μάλλον φιλόδοξοι οι χρόνοι του κυρ Βασίλη, εκτιμώ. Για βάλε άλλο τόσο...)

"Κατοχή νιώσατε εδώ πάνω";

"Αν νιώσαμε; Για να φάμε, παίρναμε βελανίδια και τα αλέθαμε μαζί με στάρι κι ότι άλλο βρίσκαμε και τρώγαμε τη μπομπότα, γιατί ούτε φαϊ δεν είχαμε. Οι πιο κονομημένοι ρίχναν και σταφίδα μέσα να νοστιμίσει".

"Τον έχεις φτιάξει τώρα τον κηπάκο σου, ωραία έξω τώρα κυρ Βασίλη, μπράβο".

"Μάλιστα. Αλλά και τι να βγει εδώ πάνω. Την πέτρα πρέπει να σκάψεις για να καλλιεργήσεις. Να μας φορολογάνε ξέρουνε, όμως. Μας βάλαν και τα δηλώσαμε και μας ζητάνε και λεφτά γι' αυτά εδώ. Δεν αφήνουν τίποτα".

"Εδώ πάνω θα ξεχειμωνιάσεις κυρ Βασίλη";

"Μέχρι του Αγιου-Δημητρίου ελπίζω να κάτσω. Μετά θα κατέβω κάτω στο κτήμα (σ.σ στα Γαλαναίικα). Έχω σπείρει σιτάρι φέτος, αλλά πολλή ξηρασία και θα το χάσω, γαμώτη του. Εδώ πάνω μπορεί να φτάσει και πάνω από ένα μέτρο το χιόνι".

Είχε αρχίσει να νυχτώνει κι έπρεπε δυστυχώς να αφήσουμε την ωραία παρέα του κυρ Βασίλη και να γυρίσουμε σιγά-σιγά.

"Καθίστε ντε, να πούμε τίποτα"... Σε λίγη ώρα θα ερχόταν η γυναίκα του. Θα έφερναν δύο αγελάδες να τις πάνε στην Τρίπολη για σφάξιμο. Την πετύχαμε καθ'οδόν στην επιστροφή, τρία αγροτικά.

Φυσικά, δεν θα μπορούσαμε, αφού φτάσαμε ως εκεί, να μην κάνουμε στάση λίγο πιο πέρα από το σπίτι της οικογένειας Γαλάνη, για να γεμίσουμε τα παγούρια μας νερό από την πηγή, στο Μπρακατσάκι. Νερό-κρύσταλλο. Μια από τις ορεινότερες πηγές της Αργολίδας, αν όχι η πιο ορεινή.

Τόσα ωραία πράματα. Αλλά σαν τη δύναμη και το κουράγιο που σου δίνει μια κουβέντα με τον κυρ Βασίλη, τίποτα. Ένας άνθρωπος λεβέντης, ένα μυαλό κοφτερό στα 84 του χρόνια. Που έχει επιλέξει να ζει μακριά από τα πολλά.
Κι όμως έχω σίγουρα δει πολλούς που ζουν κοντά στα πολλά, αλλά δείχνουν να βρίσκονται πολύ πιο μακριά από την πραγματικότητα.

Σκέφτομαι, τελικά, μήπως για όλους είναι επιβεβλημένη μια τέτοια βόλτα που και που. Εκεί στην κορυφή της Αργολίδας, η συναναστροφή με έναν άνθρωπο που εδώ και 84 χρόνια στα άγρια βουνά και τις τόσες αντιξοότητες, δεν έχει "μασήσει" ποτέ, ήταν τόσο αναζωογονητική, περισσότερο κι από τον πεντακάθαρο αέρα της.

Κάπως έτσι, πήραμε τον δρόμο για τον... πολιτισμό, που λέμε.

Του Μάνου Παπαδάκη
΄


Related Posts :



Blog Widget by LinkWithin
Δημοσίευση σχολίου