1. Είναι ένα ηθικό χρέος για την τιμή και την μνήμη των θυμάτων μιας εθνικής τραγωδίας.
2.Κάθε άδικος θάνατος, κάθε απώλεια δικών μας παιδιών, είναι μια αγιάτρευτη πληγή για την κοινωνία.
Όλοι έχουμε ευθύνη. Ο καθένας μας ας σηκώσει το κεφάλι και ας αναγνωρίσει το μερίδιό του σε αυτή την τραγωδία.
Η μόνη συγνώμη που έχει νόημα είναι αυτή που λέμε στον εαυτό μας, όταν αποφασίζουμε να μην επιτρέψουμε να συμβεί ξανά.
Δεν υπάρχουν αθώοι εδώ.
Όλοι φέρουμε το βάρος της ευθύνης, η ευθύνη ειναι παντού, ακόμα και στη σιωπή, στην αδιαφορία,στην έμμεση συγκατάθεση ή στη συνειδητή συμβίωση σε ένα κράτος που εξακολουθεί να αποτυγχάνει, δείχνοντας οτι εμείς έχουμε αποτύχει.
Η ΛΑΪΚΉ της Παρασκευής απεργεί.
Ακόμα και στην νοοτροπία να είμαστε ιδιώτες , όπως φάνηκε και στο να έχει θέση ένα καλάθι της νοικοκυράς και όχι ενα ντόπιο καλάθι από Έλληνες παραγωγούς.
Το κυβερνητικό καλάθι εκεί.
3.Η εξουσία είναι πρόσκαιρη, και η δύναμή της προέρχεται από εμάς.
Η ΔΙΚΑΙΟΣΎΝΗ,μας έχει ανάγκη κάθε στιγμή να κάνουμε αγώνα.
Όσοι κρατούν τα ηνία της φεύγοντας πρέπει πρώτα να λογοδοτούν σκληρά και χωρίς κανένα ελαφρυντικό γιατί ήταν επιλογή τους να βρεθούν εκεί.
Όσοι εκμεταλλευομενοι την εξουσία για προσωπικό όφελος και τρέφοντας την νοσηρότητα κάποιοι βέβαια να δικαιωθούν όπου πρέπει για το έργο τους.
4.Σίγουρα θα αντικατασταθούν από κάποιον που θα στέκεται δίπλα μας αύριο.
Ας μην ξεχάσουμε ποτέ οτι η δίκαιη αντίδρασή δεν είναι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ για τις δικές μας ευθύνες. Έχοντας ζήσει ανάλογες ιστορίες σας λέω έχει κουράσει, ξεφτίλα ειναι.
Δεν πρόκειται για μια μαγική λύση, αλλά για μια καλή αρχή αν το καταλάβουμε. Ο χρόνος μας κρίνει.
Ξέρω πως μπορεί να μην είμαι αρεστός αλλά είμαι όπως πάντα, στο ύψος της αλήθειας μου.
Ο Κυπριανός που έφυγε στα Τέμπη.
Υ.Γ. Το χρήμα κυβερνά* και θα κυβερνήσει ...
με μια εξαίρεση ,δεν έχει καμιά εξουσία όταν μιλάει ο θάνατος, δεν φιμώνεται.
Περιμέναμε, βέβαια, να τρέξει πρώτα λίγο το νερό, να φύγει το ζεστό που έκαιγε από τον ήλιο και η πράσινη γλίτσα που έβγαζε το λάστιχο και μετά πίναμε στη σειρά όλα τα παιδιά.
Τρώγαμε χτυπητό αυγό. Μη μου πεις, δεν ξέρεις τι είναι. Λοιπόν, χτυπάγαμε καλά τον κρόκο του αυγού με ένα κουτάλι (γεμάτο γεμάτο) ζάχαρη κι ένα κουτάλι κακάο και γινόταν μια αφράτη κρέμα που τότε την έτρωγα με απόλαυση. Τώρα, ούτε ως ιδέα δεν μπορώ να το σκεφτώ.
Τρώγαμε μία φέτα ζυμωτό ψωμί, την οποία βρέχαμε με νερό και ρίχναμε πάνω ζάχαρη και κακάο. Ή σκέτο με ζάχαρη.
Τρώγαμε τηγανόψωμα από το ζυμάρι που είχε περισσέψει από το ψωμί που είχε ζυμώσει η μαμά.
Πηγαίναμε στη βρύση του χωριού και πιάναμε βατράχια.
Τσακωνόμασταν με τα παιδιά του άλλου μαχαλά. Υπήρχαν και… βεντέτες.
Κάναμε τηλεφωνικές πλάκες.
Περιμέναμε πώς και πώς το πανηγύρι του χωριού.
Γουρουνοπούλα, χορός, παιχνίδια. Βάζαμε και τα καλά μας.
Τρώγαμε τα απογεύματα βανίλια (το γνωστό υποβρύχιο). Ένα μεγάλο κουτάλι της σούπας μέσα σε κρύο νερό. Απόλαυση.
Πίναμε σπιτική βυσσινάδα.
Τα βράδια μαζευόμασταν τα παιδιά της γειτονιάς και λέγαμε ιστορίες, κυρίως τρόμου.
Στη θάλασσα, δε, όταν πηγαίναμε, ήμασταν μικροί Ούνοι. Κάναμε βουτιές από τα βραχάκια, ψάχναμε για αχινούς, κάναμε πατητή ο ένας στον άλλον.
Το καλοκαίρι τα αγόρια είχαν κάνει δεύτερη φύση τους τις στολές Παναθηναϊκού, Ολυμπιακού και ΑΕΚ.
Βέβαια, τα κορίτσια δεν αποχωρίζονταν τα ξύλινα τσόκαρα και τα σανδάλια με τα πολύχρωμα κορδόνια που έδεναν μέχρι το γόνατο.
Και αυτό όταν φορούσαμε παπούτσια, διότι την περισσότερη μέρα τρέχαμε ξυπόλητα.
Για να διασκεδάσουμε λιγάκι το ζόφο με όλο αυτό που ζούμε και παρακολουθούμε από τηλεοράσεως ανεβάζω προς ανάγνωση το υπέροχο διήγημα του αγαπημένου μου Ροΐδη "Τα ευτυχήματα της αρρωστίας". Το αντέγραψα από το ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ, έκδοση της Νεοελληνικής Βιβλιοθήκης του ιδρύματος Ουράνη.
ΤΑ ΕΥΤΥΧΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΡΡΩΣΤΙΑΣ
Πιθανόν είναι, αναγνώστα, η μόνη επιγραφή του παρόντος άρθρου να σε κάμει να υψώσεις τους ώμους και ν’ ανακράξεις εκ των προτέρων «Παραδοξολογία!» Ουχί όμως αν έτυχε να αρρωστήσεις βαρέως και ενθυμείσαι ακόμη όσα τότε ησθάνθης.
Το πρώτον και μέγιστον ίσως πλεονέκτημα της ασθενείας είναι ότι μόνον κατά τας ημέρας εκείνας της καταναγκαστικής απραξίας αισθάνεσαι εντελώς απηλλαγμένος πάσης υποχρεώσεως και πάσης ευθύνης προς τον εαυτόν σου, την γυναίκα σου, τα τέκνα σου, την κοινωνίαν και τους δανειστάς σου. Τότε μόνον δύνασαι εν αναπαύσει συνειδήσεως να είπης- «Δεν πταίω εγώ ο,τιδήποτε και αν συμβή».
Εφ’ όσον είσαι υγιής, η λεγομένη ανθρώπινη οικογένεια δεν σοι οφείλει απολύτως τίποτε, ούτε εργασίαν, ούτε περίθαλψιν, ούτε πίστωσιν, ούτε όργανα εργασίας, ούτε προστασίαν, ουδέ καν τεμάχιον άρτου. Εχεις βραχίονας και εις σε απόκειται να πορισθής πάντα ταύτα. Αν δε η τύχη σε καταδιώξη και δεν δυνηθής με όλην την καλήν διάθεσιν να εύρης ούτε πελάτας αν είσαι δικηγόρος, ούτε θαμώνας αν έχεις καφφενεἰον, ούτε αυθέντην αν είσαι υπηρέτης, αν πρωίαν τινά σε μετέβαλεν ο κ. υπουργός από τελωνοφύλακος εις παυσανίαν, και ματαίως εζήτησες δικόγραφα ν’ αντιγράψης ή πρόβατα να βοσκήσης, ώ τότε είσαι βεβαίως άξιος να ονομασθής «οκνηρός, ακαμάτης, χασομέρης, μπόσικος, ντεμπέλης». Μυριάκις ολιγώτερον ταπεινωτική δια την φιλοτιμίαν σου είναι η ιδιότης του αρρώστου.
Καί όχι μόνον από βιοποριστικάς φροντίδας είσαι απηλλαγμένος, αλλά καί από οχληροτάτας κοινωνικάς υποχρεώσεις, τας επισκέψεις, τα επισκεπτήρια, τας εθνικάς και βασιλικάς εορτάς, το χειροφίλημα, τα ονόματα, και την μετάβασιν εις τας κηδείας.
Αντί να φροντίζης κατά καθήκον περί των οικείων σου, τους βλέπεις όλους φροντίζοντας περί σου. Ὀλους περί την κλίνην σου, ανησύχους, προσεκτικούς, προθύμους, αφωσιωμένους, περιποιητικούς, προσπαθούντας να ευχαριστήσωσι πάσαν σου επιθυμίαν ή και ιδιοτροπίαν.
Οι φίλοι και οι γνώριμοί σου, οι συνήθως φροντίζοντες περί σου όσον και περί του Χάνου της Ταρταρίας, νομίζουν ότι η καθιερωμένη συνήθεια και το κοινωνικόν καθήκον επιβάλλει εις αυτούς να ζητώσιν ειδήσεις σου και να υποκρίνωνται ολίγην ανησυχίαν.
Αν πάλιν συγγενείς και φίλοι σ’ εγκαταλείψουν, ουδ’ η τελεία εκείνη εγκατάλειψις στερείται μικρού τινος θελγήτρου. Η ιδέα ότι παλαίεις μόνος κατά του πόνου και του θανάτου, έχει τι το δυνάμενον να ικανοποιήση την φιλοτιμίαν σου. Σου παρέχει ευκαιρίαν να παρομοιάσης τον εαυτόν σου προς τον μεγάλον ήρωα του Αισχύλου, τον Προμηθέα Δεσμώτην, όστις απέμεινε κ’ εκείνος επί του ερήμου βράχου του μόνος μετά του σπαράσσοντος τό ήπάρ του γυπός, αφού τον εγκατέλειψαν αι άσπλαγχνοι Ωκεανίδες.
Πλην τούτου η γενική εκείνη εγκατάλειψις θέλει συμπληρώση τας μελέτας και την πείράν σου περί της ανθρωπίνης καρδίας και θα σοι παρέχη έπειτα ανεξάντλητον ύλην γέλωτος δια την πρώην πίστιν σου εις τό συγγενικόν καί φιλικόν φίλτρον.
—’Αλλά θά αισθάνωμαι τας δυνάμεις μου εκλιπούσας, τας αισθήσεις μου ναρκουμένας, την κεφαλήν μου βαρείαν καί δεν θα δύναμαι πλέον να σκέπτωμαι.
— Και παραπονείσαι, αχάριστε, δια τούτο; Αφού επί τόσα έτη σ’ εβασάνισαν αι σκέψεις, ευεργέτημα βεβαίως και ουχί δυστύχημα είναι η επί τινα καιρόν διακοπή της βασανιστικής λειτουργίας του κουρασμένου εγκεφάλου.
Αν πάλιν διετήρησες λείψανά τινα αυτής, δεν είναι αμέτοχοι καί μελαγχολικής τινος γλυκύτητος αι ιδέαι του γαληνιαίου τέλους του δικαίου, της απαλλαγής από των εγκοσμίων βασάνων, της αιωνίου ειρήνης, του παραδείσου των χριστιανών, της συνταυτίσεως μετά του Θεοϋ των πανθεϊστών, του Νιρβανά των φιλοσόφων, και, δια να είπωμεν την γυμνήν αλήθειαν, πολύ περισσότερον πάντων τούτων η μέχρι της εσχάτης πνοής παραμένουσα ελπίς σωτηρίας;
Αλλά το μέγιστον υπέρ της αρρωστίας επιχείρημα είναι ότι δεν δύναται τις χωρίς ν’ ασθενήση να εντρυφήση εις την υπερτάτην μακαριότητα της αναρρώσεως.
Μετά ένα μήνα απολύτου νηστείας σου επιτρέπει ο ιατρός να φάγης ένα ψημένον μήλον, ο δέ πρώτος εκείνος επιτετραμμένος καρπός σου φαίνεται ασυγκρίτως γλυκύτερος του συλλεγέντος υπό της Εύας απηγορευμένου. Έπειτα μίαν σούπαν την ημέραν, δύο σούπες, τρεις σούπες την ημέραν. Τίς δεν λείχει τά δάκτυλά του ενθυμούμενος την γεύσιν αμβροσίας της πρώτης πτέρυγος ορνιθίου και το γλυκύτερον νέκταρος πρώτον ποτήριον οίνου;
Βαθμηδόν αι δυνάμεις σου, αι σωματικαί και διανοητικαί, επανέρχονται και αισθάνεσαι ότι η νόσος σου απέδωκεν είδος τι παρθενίας, ότι το πρώην σώμά σου το μολυσμένον, το κακόχυμον, το εξηντλημένον και πεπαλαιωμένον, ανεκαινίσθη, ότι κυκλοφορεί εις τας φλέβας σου νέον αίμα και νέαι σάρκες ενδύουσι τα οστά σου, ότι σ’ εχάρισε δευτέραν ύπαρξιν ο Πανάγαθος Θεός.
Αφού αποδοθής εις την οικογένειαν και τους φίλους σου, απομένεις επί ικανόν ακόμη καιρόν χλωμός, πράος, γλυκύς, άκακος ως παιδίον, ευπροσήγορος, ενδιαφέρων· όλους τους αγαπάς και όλοι σε αγαπούν, χάρις εις την εύλογημένην αρρώστιαν, ήτις σε απήλλαξε πάσης περίσσειας χολής και σε κατέστησε σχεδόν ανεπίδεκτον οργής, δυστροπίας και ερεθισμού.
*
* *
Τι δε να είπωμεν περί της πρώτης μετά μακράν ασθένειαν εξόδου; Μεταβλέπεις τον ήλιον, τα δένδρα, τα πεζοδρόμια, τας προθήκας των εμπορικών, τας αγγελίας των θεάτρων, την φρουράν μεταβαίνουσαν εις τα Ανάκτορα τους ανθοπώλας, τους εφημεριδοπώλας, τα άλογα και τους σκύλους. Και όσα σ’ έκαμναν πριν να χασμάσαι, σε θέλγουν, σ’ ευφραίνουν και σε συγκινούν, δια τον μόνον λόγον ότι εκινδύνευσες να μη τα μεταΐδης πλέον. Αν δε τύχει να σε στείλη ο ιατρός εις το Φάληρον ή την Κηφισσιάν, πόσον πλέον πράσινα ή πριν σε φαίνονται τα δένδρα και ή θάλασσα κυανωτέρα!
Αλλ’ ημέραν τινά εις το μέσον της οδού, ενώ έχασκες ακροώμενος πλανόδιον οργανέτον, το οποίον είχες τόσον καιρόν ν’ ακούσης, βλέπεις διερχόμενον προ των οφθαλμών σου άλλον ασθενή, όστις δεν είχε την καλήν τύχην να γλυτώση ως συ και μεταφέρεται ήδη εις το τελευταίον του κατάλυμα εντός του πρώτου ή του δευτέρου νεκροταφείου.
Η πένθιμος εκείνη παρέλασις, καίτοι ικανώς συνήθης εις τας οδούς των Αθηνών, σοι προξενεί πρώτην φοράν εντύπωσιν βαθείαν και συγκινεί της καρδίας σου τους μυχούς. ’Αλλά και πόσην αισθάνεσαι απόκρυφον χαράν συγκρίνων την τύχην σου προς την του δυστυχούς νεκρού!
«Αν ήμην εγώ, σκέπτεσαι, μέσα εις το αποτρόπαιον εκείνο φέρετρον, θα μετέβαινα ως ούτος εν μέσοι του αδιαφορούντος τούτου πλήθους εις τήν μαύρην τρύπαν, από την οποίαν δεν εξέρχεται τις πλέον. Οι διαβάται θ’ αφήρουν αναλγήτως τον πίλον των και θα εξηκολούθουν τον δρόμον των ως πράττουσι τώρα. ΄Η εγώ ή άλλος δεν θα τους έμελε τους αχρείους εγωιστάς. Η αλήθεια είναι, ότι πρέπει να ευχαριστώ τον Θεόν, όστις ηυδόκησε να ευρίσκωμαι ορθός επάνω εις αυτό το πεζοδρόμιον αντί να είμαι εξαπλωμένος μέσα εις το άσχημον εκείνο κουτίον».
Επί τινας ακόμη εβδομάδας εξακολουθείς να παρατηρής τας κηδείας μετά πολλού ενδιαφέροντος, νομίζων ότι οφείλεις να υποκλίνεσαι μετά σεβασμού και συγκινήσεως προ των νεκρών εκείνων, μετά των οποίων ολίγον έλειψε να συναριθμηθής, ως θα επεθύμεις να υποκλίνωνται και οι άλλοι προ του ιδικοϋ σου λειψάνου.
Η μαύρη στολή νεκροφόρου με τον σταυρόν εις την ράχιν σε προξενεί ανατριχίασιν, προ πάντων αν είσαι ακόμη ολίγον ωχρός και τύχη ο νεκροφόρος να σε κυττάξη ως να έλεγεν «Εσύ, φίλε μου, δεν θ’ αργήσης να λάβης την ανάγκην μου».
Εφ’ όσον όμως παρέρχεται ο καιρός αποβάλλεις βαθμηδόν την συνήθειαν να συγκινήσαι εκ της θέας των νεκρών, συλλογιζόμενος τον εαυτόν σου. Αι παρειαί σου είναι ήδη στρογγύλαι και ροδοκόκκινοι και έπαυσαν να σε κυττάζουν οι νεκροφόροι και σύ να προσέχης εις αυτούς. Μετ’ ολίγον δε αποκαλύπτεσαι και συ μηχανικώς και παρέρχεσαι αδιάφορος προ των δυστυχισμένων νεκρών, προς τους οποίους ουδέν πλέον αισθάνεσαι κοινόν.
Ο καιρός εξακολουθεί το έργον του. Καθ’ εκάστην αποβάλλεις μέρος της ευαισθησίας σου και της ικανότητος προς συγκίνησιν και χαράν. Τα χασμήματα υπερισχύουν και πάλιν και ο καθημερινός βίος σε φαίνεται όπως πριν πεζός, πληκτικός, μονότονος και ανούσιος ως νερόβραστος κολοκύνθη. Ουδ’ υπάρχει ελπίς να γευθής και πάλιν την ηδονήν να είσαι ζωντανός, εκτός αν ευτυχήσης να κρούσης και δευτέραν φοράν εις του Πλούτωνος την θύραν.
Η Κώσταινα, κατά κόσμον Ελένη, ήταν η γιαγιά μου από τη μεριά της μητέρας. Ήταν γεννημένη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Δε ζήσαμε ποτέ μαζί, βλεπόμασταν στο χωριό τα καλοκαίρια. Αργήσαμε μάλιστα να γνωριστούμε, καθώς τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στο εξωτερικό. Δεθήκαμε όμως τόσο πολύ που αναπληρώσαμε τον χαμένο χρόνο. Αχ πόσο την αγαπούσα τη γιαγιά! Κι αυτή εμένα! Μου είχε μάλιστα εκμυστηρευτεί ότι ήμουν η αγαπημένη της εγγονή. Η πρώτη μου ανάμνηση από τη γιαγιά ήταν η ερώτηση αν ήθελα να μου προσθέσει αλάτι στο γάλα από την κατσίκα. Αναγούλα μου είχε έρθει. Εδώ δεν έπινα το κανονικό γάλα, πόσο μάλλον το κατσικίσιο και μάλιστα με προσθήκη αλατιού! Φρίκη! Το δεύτερο γαστρονομικό σοκ ήταν το ζυμωτό ψωμί, αρκετών ημερών, μαύρο και θεόξινο! Ακόμα έχω τη γεύση του. Τότε μου προκαλούσε αποστροφή, ενώ τώρα νοσταλγία. Μακάρι να είχα μία φέτα με φρέσκο λάδι και τη γιαγιά δίπλα να μου λέει ιστορίες και να μου δίνει ορμήνιες όπως τότε στην εφηβεία…
Στην εξωτερική εμφάνιση η γιαγιά έμοιαζε με όλες τις άλλες ηλικιωμένες γυναίκες του χωριού. Γερασμένη πριν την ώρα της, με βαθιές ρυτίδες, τσεμπέρι στο κεφάλι και κάτι φαρδιά φουστάνια, μαύρα πάντα. Η γιαγιά δεν ήταν χήρα αλλά όλο και κάποιος υπήρχε για να πενθήσει. Στα νιάτα της ήταν καλλονή. Ψηλή και λεπτή με αλαβάστρινο δέρμα, μεγάλα αμυγδαλωτά μάτια και μαύρα μακριά μαλλιά πάντα φορεμένα σε κότσο. Αν και την εποχή της έκαναν θραύση οι γάμοι από προξενιό, η γιαγιά πήρε τον παππού από έρωτα. Υπήρχαν βέβαια κάποιες τεχνικές δυσκολίες. Κατ΄ αρχήν ο παππούς έπρεπε να πάει να πολεμήσει. Δύο παγκόσμιους πολέμους αξιώθηκαν να ζήσουν οι παππούδες μου. Όταν ο παππούς γύρισε από το μέτωπο, έπρεπε πρώτα να παντρέψει τις αδελφάδες του. Ξεφραγκιάστηκε για να τις προικίσει. Όταν πήγε λοιπόν να ζητήσει το χέρι της γιαγιάς ζήτησε κι αυτός κάποια προίκα, όπως ήταν η τακτική της εποχής. Ενώ την αγαπούσε τη γιαγιά και την ήθελε, χάλασε η δουλειά στην προίκα. Ο πατέρας της γιαγιάς, δεν έδινε στον παππού το χωράφι που ζητούσε. Ο παππούς με τη σειρά του πείσμωσε και έφυγε. Όταν είδε όμως ότι την προξενεύανε αλλού, ούτε προίκα απαίτησε ούτε τίποτα. Το Ελενάκι του ήθελε μόνο. Αλλά και η γιαγιά αποκλείεται να έπαιρνε άλλον από τον παππού που ήταν λεβέντης και της είχε κλέψει την καρδιά. Εξήντα πέντε χρόνια, δε χώρισαν ούτε μέρα.
«Του γέρου να ακούς ακόμα και την πορδή!», ήταν η πρώτη ορμήνια που μου έδωσε η γιαγιά όταν αρχίσαμε να γνωριζόμαστε και να αποκτάμε οικειότητα. «Εσείς οι νέοι νομίζετε ότι τα ξέρετε όλα και μας περιφρονείτε εμάς τους μεγάλους αλλά έτσι την πατάτε!», συνέχιζε απαριθμώντας πλείστα παραδείγματα προς τεκμηρίωση των λεγομένων της.
Καθώς βρισκόμουν στο peak της εφηβείας, οι συμβουλές αφορούσαν επί το πλείστον τη σύναψη σχέσεων.
«Να μην είσαι ευκολόπιστη. Μη τσιμπάς στα γλυκόλογα. Οι άντρες θα σου πουν αυτά που θέλεις να ακούσεις, μέχρι να σε ρίξουν. Αυτοί, κορίτσι μου, βλέπουν τις γυναίκες σαν το λεμόνι. Το στύβουν και μετά πετούν τη λεμονόκουπα. Τέτοια είναι η φτιασιά τους. Γι’ αυτό να προσέχεις! Ο άντρας θα πλησιάσει αυτή που θα του δώσει δικαιώματα. Να είσαι πάντα σοβαρή και μετρημένη. Άσ’ τον να βράζει στο ζουμί του. Τότε μόνο θα σε υπολογίσει για να ανοίξει σπίτι μαζί σου. Τις σαχλές και τις σουρλουλούδες για ένα βράδυ τις θέλουν. Ρώτα τον παππού σου τι καψόνια του ’καμα μέχρι να δώσουμε λόγο, κι ας τον αγαπούσα κρυφά για χρόνια!».
Η γιαγιά ήταν ανένδοτη σε θέματα ηθικής κι ας είχε εξελιχθεί η κοινωνία από την εποχή που ήταν αυτή νέα.
Αφού ξεκαθαρίσαμε λοιπόν πως δεν ήταν πρέπον για μία κοπέλα να είναι ‘πεταχτούλα΄, προχωρήσαμε στα κριτήρια επιλογής συζύγου, σαν έφτανε εκείνη η ώρα, γιατί προς το παρόν ήμουν μικρή ακόμα.
«Να έχεις τα μάτια σου δεκατέσσερα. Σήμερα δε καταδεχόσαστε τα προξενιά, τους βρίσκετε μοναχές σας. Δεν το παρεξηγώ, κι εγώ μόνη μου τον διάλεξα τον παππού σου. Αν δεις ότι ο άντρας που θα σου δείξει η καρδιά σου έχει σοβαρό ελάττωμα, αμόλα τον όσο και να σου στοιχίσει. Ο άνθρωπος κορίτσι μου δεν αλλάζει. Αν είναι μπέκρος, χαρτόμουτρο, γυναικάς, χασικλής, βίαιος πριν το γάμο, ο ίδιος και χειρότερος θα είναι και μετά. Κι ας σου υπόσχεται ότι θ’ αλλάξει. Ο λύκος την τρίχα αλλάζει, τα χούγια δεν τ’ αλλάζει. Και μακριά από ακαμάτη και τεμπέλη!»
Η γιαγιά διατεινόταν ότι το παν είναι η ωραία ψυχή στον άντρα. Η ίδια όμως τον τσίμπησε το κούκλο τον παππού τότε!
Κατόπιν περνούσε σε συμβουλές που αφορούσαν τη σχέση εντός γάμου.
«Όταν με το καλό παντρευτείς, τον άντρα σου να μην τον αποπαίρνεις. Να του μιλάς με τον καλό το λόγο. Περισσότερες μύγες πιάνεις με το μέλι παρά με το ξύδι. Φερ’ το από δω, περ’ το από κει, αυτό που θέλεις να πετύχεις, και στο τέλος θα τον τουμπάρεις. Ο άντρας θέλει να τον κάνεις να νομίζει ότι αυτός αποφασίζει και ότι έχει τον τελευταίο λόγο. Αν πήγαινα κόντρα στον παππού σου, τίποτα δε θα ’χα καταφέρει. Ούτε τη μάνα σου θα ’χα στείλει στην Αθήνα να μάθει τέχνη, ούτε το καφενείο θα είχαμε ανοίξει, ούτε το σπίτι θα ’χαμε επισκευάσει ούτε προκοπή θα ’χαμε κάνει. Ο παππούς δεν ήταν τολμηρός. Ήθελε την ησυχία και τη βολή του».
Οι συμβουλές γύριζαν στα θέματα ηθικής ξανά.
«Να τιμήσεις το στεφάνι σου. Κοίτα μην παρασυρθείς από κάνα τζαναμπέτη! Ο σατανάς τρυπώνει και στα πιο τίμια σπίτια καμιά φορά. Του αντρός η ατιμία είναι διαφορετική. Θα τον πουν μάγκα. Τη γυναίκα όμως θα την πουν παλιοθήλυκο. Το νου σου στον άντρα σου. Μην τον ξεμυαλίσει καμία και τον χάσεις. Στο χέρι σου είναι να τον έχεις κοντά σου. Τώρα αν κάνει και καμιά κουτσουκέλα, ε, άντρας είναι θα τον συγχωρέσεις».
Εδώ μας τα χαλάς γιαγιά, σιγά μην κάτσω να φάω και κέρατο! έλεγα μέσα μου εγώ.
Ευτυχώς σε ορισμένα πράγματα ήταν ανοιχτόμυαλη.
«Η γυναίκα πρέπει να ’χει δικό της πορτοφόλι. Να στέκεται στα πόδια της. Αύριο μεθαύριο, κούφια η ώρα που τ’ ακούει, κάτι παθαίνει ο άντρας σου, να μην είσαι επί ξύλου κρεμάμενη. Μη θαρρείς ότι ο κόσμος θα σε συντρέξει για καιρό. Όχι όμως επειδή θα έχετε το δικό σας πουγκί με την πρώτη δυσκολία να διαλύεται το σπίτι σας! Τι μόδες είναι αυτές!», αναφερόμενη στα διαζύγια που άρχισαν τότε να αυξάνονται.
«Και ‘σεις οι νέες να μάθετε γράμματα, να μην είστε ξύλα απελέκητα. Έτσι δε θα χρειάζεται να κάνετε κουραστική δουλειά, όπως εμείς που δουλεύαμε ολομερής στα χωράφια. Να στρωθείς στο διάβασμα, λοιπόν, και να μην έχεις το νου σου στα σουλατσαρίσματα!»
Η γιαγιά για την εποχή της ήταν αρκετά μορφωμένη καθώς είχε τελειώσει το δημοτικό σχολείο, φαινόμενο αρκετά σπάνιο για κορίτσι του χωριού, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Η δε οικογένειά της διέθετε αρκετούς σπουδαγμένους άντρες. Το καυχιόταν πάντα η γιαγιά για το μορφωτικό υπόβαθρό της. Σε αυτό ίσως οφειλόταν το ελεύθερο πνεύμα της και η προχωρημένη της σκέψη σε αρκετά θέματα.
«Όταν με το καλό κάνεις παιδιά να παρακαλέσεις το Θεό να στα χαρίσει και να μη στα πάρει πίσω».
Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια της γιαγιάς σαν θυμήθηκε το πρώτο της αγόρι, το Γιώργο, που έχασε από τύφο όταν ήταν μικρός.
«Ήταν ολόκληρο παλικαράκι. Ο παππούς από τότε δεν ξαναέπιασε το κλαρίνο. Και τι όμορφα που έπαιζε στα πανηγύρια σαν ήμασταν νέοι! Είναι ευαίσθητοι οι άντρες, τρομάρα τους, κι ας μη το δείχνουν. Πολύ του στοίχισε τότε και του παππού».
«Στα παιδιά σου να έχεις σφικτά τα λουριά, μη σου ξεφύγουν και γίνουν αζάτικα. Όχι όμως τόσο σφιχτά που να τα πνίγεις. Μία ξυδάτη, μια λαδάτη να το πας, και αγάπη και αυστηρότητα. Να σε σέβονται χωρίς να σε φοβούνται».
Πόσο φιλοσοφημένες ήταν αλήθεια οι κουβέντες της γιαγιάς. Οι συζητήσεις αυτές γίνονταν στα τέλη της δεκαετίες το ’80. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε. Άλλα τόσα έχουν μείνει ίδια και απαράλλαχτα. Η κοινωνία έχει εξελιχτεί μαζί με τις αντιλήψεις. Κάποιες από τις ορμήνιες της γιαγιάς είναι παρωχημένες και άλλες διαχρονικές. Κάποιες τις απέρριψα με τη μία, άλλες τις κράτησα και άλλες μακάρι να τις είχα κρατήσει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι μου τις έδωσε με πολλή αγάπη. ‘Έφυγε’ λίγα χρόνια μετά, αφήνοντάς μου την ευχή της.
Μακάρι να αξιωθώ να γίνω και εγώ γιαγιά, μια γιαγιά που θα λατρεύει τα εγγόνια της και θα τα ορμηνεύει με στοργή και διακριτικότητα όπως η γιαγιά μου η Κώσταινα.
Αναστασία Λαζαράκη
Είμαι η Αναστασία ή Τέσσα που είναι το καλλιτεχνικό μου. Κουβαλάω πάνω από μισό αιώνα στους ώμους μου (τώρα καταλαβαίνω τον Άτλαντα!) αλλά η ψυχή μου δε λέει να ενηλικιωθεί. Είμαι εργαζόμενη μαμά (δύο παιδιά-δύο κουτάβια) και λατρεύω το διάβασμα και τη μαγειρική.
Όταν «λέω καλά λόγια» στους άλλους, το μυαλό μου γεννά φωτεινές σκέψεις και η καρδιά μου καλλιεργεί ζεστά συναισθήματα.
Έτσι ο πρώτος που ωφελείται είμαι εγώ!
Μου είναι αδύνατον να υπολογίσω τις επιπτώσεις που έχει αυτή η πρακτική στους άλλους· αλλά ακόμα κι αν αποδεικνυόταν ότι δεν έχει κάποιο όφελος για αυτούς (κάτι που διαψεύδεται από πολλές μελέτες – για παράδειγμα, σε σχέση με τη δύναμη της προσευχής από απόσταση), το αποτέλεσμα που έχει πάνω μου είναι πολύ πειστικό και αρκεί από μόνο του για να με παρακινήσει να συνεχίσω.
Σας καλώ λοιπόν να κάνετε σκόπιμα μια δοκιμή. Βγείτε από το σπίτι σας και κάντε μια βόλτα για δέκα λεπτά, με μοναδικό σκοπό να απευθύνετε σιωπηρά τα καλά σας λόγια σε κάθε άτομο που συναντάτε. Δοκιμάστε το και δείτε πώς θα αισθάνεστε όταν γυρίσετε. Μην πιστεύετε ούτε τον Pierre ούτε εμένα: αξιοποιήστε εσείς οι ίδιοι αυτό το εργαλείο και ελέγξτε την αποτελεσματικότητά του!
Μήπως θέλετε όμως και κάτι πιο τολμηρό, πιο προκλητικό;
Μπορείτε να εφαρμόσετε την απλή τέχνη του καλού λόγου για μία εβδομάδα, από το πρωί ως το βράδυ, σε όποιο περιβάλλον βρίσκεστε και με όποιους ανθρώπους είναι γύρω σας.
Μην το πείτε σε κανέναν. Θα είναι το μυστικό σας, η κρυφή εξάσκησή σας. Αγοράζοντας το ψωμί σας το πρωί, πείτε έναν καλό λόγο στο φούρναρη. Στο λεωφορείο ή στο μετρό, σκεφτείτε κάτι καλό για τους γύρω σας. Στη δουλειά, στο τηλέφωνο, σε όλες τις συναλλαγές, πείτε έναν καλό λόγο στα άτομα με τα οποία έρχεστε σε επαφή. Στο σπίτι, εμποτίστε τη ματιά και τις χειρονομίες σας προς τα αγαπημένα σας πρόσωπα με πολλά καλά λόγια!
Στη συνέχεια κάντε τον απολογισμό. Τι άλλαξε μέσα σας, στη ζωή σας και στο περιβάλλον σας;
Καλός λόγος είναι το αντίθετο της κατάρας. Στην κοινωνία μας, όπου είναι τόσο συνηθισμένο να κάνουμε κουτσομπολιά, να ασχολούμαστε με φήμες, να κακολογούμε, ακόμα και να συκοφαντούμε – τόσο συνηθισμένο που, για να πούμε την αλήθεια, δεν μας εκπλήσσει πλέον το δηλητήριο που υπάρχει στις σχέσεις μας -, μπορούμε να προτάξουμε ένα αντίδοτο ενάντια σε όλες αυτές τις κατάρες πολλαπλασιάζοντας τα καλά λόγια σιωπηρά, με τον τρόπο που μας ταιριάζει.
Ο καλός λόγος μοιάζει με την επανάληψη ενός μάντρα, όπως αυτά που η διάδοση των ανατολικών θρησκειών έκαναν πολύ δημοφιλή: το βουδιστικό Om mano padme hum, το ινδουιστικό Om nama Shivaya κ.α.
Πράγματι, η επανάληψη ενός μάντρα, εκατοντάδες ή χιλιάδες φορές τη μέρα, είναι ένας τρόπος για να δώσουμε τροφή στη σκέψη και στην καρδιά μας, να τις χρησιμοποιούμε για το καλό, να τις κάνουμε να υπηρετούν κάτι θετικό, αντί να τους επιτρέπουμε να αναμασούν οποιεσδήποτε σκέψεις και οποιαδήποτε συναισθήματα.
Γιατί λοιπόν να μην ασκήσετε την τέχνη του καλού λόγου για λίγο;
Στοιχηματίζω ότι θα εκπλαγείτε από τις αλλαγές που ένα τόσο απλό εργαλείο μπορεί να επιφέρει στη ζωή και στις σχέσεις σας!
Απόσπασμα από το βιβλίο του Olivier Clerc «Νίκησε την (Αυτο)κριτική!» από τις εκδόσεις Πεδίο
Παντοπωλείο < παντοπωλεῖον (λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής για την αγορά που χρησιμοποιήθηκε με σκοπό να αντικαταστήσει την τουρκικής προέλευσης μπακάλικο) < παντοπώλιον: Το κατάστημα στο οποίο μπορεί κάποιος να βρει τα βασικά είδη για τις ανάγκες ενός νοικοκυριού, όπως τρόφιμα, απορρυπαντικά και γενικά είδη οικιακής χρήσης.
Παλιότερα τα παντοπωλεία ήταν όπως οι ενορίες. Κάθε περιοχή είχε και το δικό της μπακάλη, από όπου ψώνιζε όλη η συνοικία. Οι ταμπέλες έγραφαν «ΕΔΩΔΙΜΑ-ΑΠΟΙΚΙΑΚΑ» αλλά όλοι τα ήξεραν με το όνομα του ιδιοκτήτη. ‘’Πετάξου στον κυρ-Στέφανο για λίγα δράμια φέτα, ζαμπόν, 3 σοκολάτες και την μαρμελάδα την ακριβή…’’, αν είχες. Αν δεν είχες, έλεγες στον κυρ-Στέφανο, κάπως χαμηλόφωνα, να σου βάλει τον πελτέ τον φτηνό.
Από τις πόρτες του περνούσε καθημερινά όλη η γειτονιά με το ζεμπίλι στα χέρια για να ψωνίσει σε οκάδες και δράμια. Ή για να πιεί ένα τσίπουρο στα γρήγορα με τον απαραίτητο συνοδευτικό μεζέ. Παραγγελίες πήγαιναν και έρχονταν φωναχτά και όλοι ήξεραν τι φαγητό θα μαγειρέψεις αύριο, ποιος περιμένει καλεσμένο, ποιος έχει χαρές και ποιος «στενέματα». Γράφτα κυρ-Στέφανε. Κι έτσι ο μπακάλης αποτελούσε εξέχουσα προσωπικότητα της τοπικής κοινωνίας. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί στα χέρια του κρατούσε το φοβερό και τρομερό μπακαλοτέφτερο.
Η ΕΒΓΑ της γειτονιάς
Μετά περάσαμε στα εβγατζίδικα, η ΕΒΓΑ της γειτονιάς, από την εταιρία που μονοπωλούσε το εμπόριο γαλακτοκομικών της εποχής. Και ο μπακάλης μάθαινε, όχι μόνο τα νέα, αλλά και τα μυστικά όλων, καθώς είχε στο μαγαζί του το μοναδικό τηλέφωνο της γειτονιάς.
Ο μπακάλης ήξερε τα νέα σου πριν από σένα. Εσύ περιοριζόσουν στα παλιά νέα από τις εφημερίδες που χρησιμοποιούσε για περιτύλιγμα, προσφορά του καταστήματος. Μέχρι που ήρθαν τα σούπερ μάρκετ και ο κόσμος, που δεν ψώνιζε πια σε οκάδες και δράμια, ήθελε να ψωνίζει μόνος του, να διαλέγει μόνος του, να μην ακούει κανείς τι ψωνίζει.
Η ιδιωτικότητα.
Το μπακαλοτέφτερο ήταν εντελώς μπανάλ κι εμείς ήμασταν πια σύγχρονοι ευρωπαίοι που δε χρωστάνε στον μπακάλη τους.
Το μόνο που έμεινε στις γειτονιές να θυμίζει λίγο τα παλιά μπακάλικα ήταν τα ψιλικατζίδικα αλλά κι αυτά με τον καιρό μετατράπηκαν σε καπνοπωλεία και «Μίνι μάρκετ».
Και τα “εδώδιμα αποικιακά” βρήκαν στέγη στα μοντέρνα και φανταχτερά delicatessen, που μπορεί να μας έφερναν διατροφικούς θησαυρούς από όλον τον κόσμο, αλλά όχι από δύο νομούς πιο δίπλα.
Ελάχιστα μπακάλικα κατάφεραν να επιβιώσουν για να μας θυμίζουν κάτι από την παλιά ζωή των πόλεων.
Και ξαφνικά κάτι άλλαξε.
Οι απανωτές διατροφικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών και η ευαισθητοποίηση του κόσμου γύρω από θέματα διατροφής, δημιούργησαν την ανάγκη να στραφούμε στο παλιό παραδοσιακό και τοπικό.
Γιατί καλό το camembert και ο σολομός Νορβηγίας αλλά ας δοκιμάσουμε λίγο λαδοτύρι Μυτιλήνης και Αυγοτάραχο Μεσολογγίου.
Έτσι άρχισαν να ξεπροβάλλουν καταστήματα με τρόφιμα από κάθε γωνιά της Ελλάδας, από μικρούς παραγωγούς όλης της χώρας. Αλίπαστα από τη Λέρο, αυγοτάραχο από τις μπάφες του Μεσολογγίου, ντολμαδάκια Χαλκιδικής, ακόμα και μέλι από την Τζιά.
Σημαντική συμβολή έχει, φυσικά, η στροφή των ελληνικών επιχειρήσεων προς τη δημιουργία ποιοτικών προϊόντων.
Προϊόντα που συνδυάζονται πλέον και με ποιοτικές υπηρεσίες, όπως packaging, marketing, συστήματα πιστοποίησης, ονομασία προέλευσης ή γεωγραφικής ένδειξης κλπ.
Από την άλλη, ήρθε όλο αυτό σε μια εποχή που αρχίσαμε σιγά σιγά ως κοινωνία να αποβάλλουμε την ξενομανία που μας χαρακτήριζε (ίσως και να μας βασάνιζε) τις προηγούμενες δεκαετίες.
Η πεποίθηση ότι στην Ευρώπη τα πράγματα γίνονται πάντα καλύτερα και οτιδήποτε ξένο είναι αυτομάτως πιο ποιοτικό, άρχισε να αποδομείται, μέχρι που στις ημέρες μας εκτιμούμε πραγματικά την ανώτερη ποιότητα πολλών ελληνικών προϊόντων.
Οι λίγοι πρωτοπόροι στην αρχή που πίστεψαν και επένδυσαν σ αυτό, με τον καιρό έγιναν περισσότεροι, για να γίνουν τελικά πολλοί όταν το καταναλωτικό κοινό άρχισε να τα ζητάει και να τα προτιμά.
Τα μικρά μαγαζάκια ξεπροβάλουν πια σε κάθε περιοχή προσπαθώντας να χωρέσουν όλες τις γεύσεις της Ελλάδας σε λίγα τετραγωνικά. Και τι τετραγωνικά! Εντελώς λιμπιστικά!
Οι θησαυροί της ελληνικής γης άρχισαν να μπαίνουν στην καθημερινότητα μας, στο σπίτι μας και στο καθημερινό μας τραπέζι.
Και εμείς αρχίσαμε να γνωρίζουμε καλύτερα τον τόπο μας.
Γιατί ο ΤΟΠΟΣ μας δεν είναι μόνο όσα μπορεί να δει το μάτι μας. Είναι όσα μπορούμε να αντιληφθούμε με όλες μας τις αισθήσεις.
Είναι οι μυρωδιές, οι γεύσεις, τα ακούσματα. Και πιο πολύ απ’ όλα είναι η αγάπη και η φροντίδα των ανθρώπων γι’ αυτό που κάνουν και που φτάνει σε εμάς μέσω των προϊόντων τους.
Όλα ίδια;
Μπορεί να δείχνουν ίδια αλλά τα σύγχρονα μπακάλικα λίγη σχέση έχουν με τα παλιά.
Ο ίδιος ο μπακάλης σήμερα είναι ένας άνθρωπος ενημερωμένος, με σπουδές, έχει ταξιδέψει, έχει ψάξει, έχει γνωρίσει πράγματα και αυτές τις γνώσεις τις μεταφέρει στους πελάτες του. Μπορεί να σου πει από την ιστορία που κρύβει το κάθε προϊόν μέχρι και συνταγή για να το φτιάξεις.
Τα σύγχρονα μπακάλικα δεν είναι μικρά απρόσωπα σούπερ μάρκετ.
Είναι ένας χώρος που θα πας, θα δεις, θα ρωτήσεις, θα μάθεις. Και θα ξαναπάς για να πεις τις εντυπώσεις σου από αυτό που αγόρασες την προηγούμενη μέρα.
Όσο για την ύπαρξη ή μη του σύγχρονου μπακαλοτέφτερου, δυστυχώς δεν έχουμε καμία ενημέρωση για να σας τη μεταφέρουμε. Βλέπετε ο σύγχρονος μπακάλης είναι και εχέμυθος.
Τα παλαιότερα χρόνια ένας μαθητής αν δεν έπαιρνε τα γράμματα του λέγανε εσύ να γίνεις τσοπάνος, αυτό το λέγανε για να υποβαθμίζουν και νά απαξιώσουν τη δουλειά του τσοπανου κάποιοι δήθεν πολιτισμένοι και ανεβασμένοι άνθρωποι.
Οι δύστυχοι δεν γνώριζαν πως αυτή η δουλειά είναι η πρώτη που έκανε ο προϊστορικός άνθρωπος όταν άρχισε να εξημερώνει ζώα για της ανάγκες τού.
Χαρη σε αυτή την δουλειά ο άνθρωπος βγήκε από της σπηλιές και άρχισε να δημιουργεί πολιτισμο , να εξασφαλίζει επί αιώνες τροφή κρέας γαλακτοκομικά προϊόντα, από το μαλλί των ζώων ρουχισμό κουβέρτες για το σπίτι χαλιά υποδήματα.
Η δουλειά του κτηνοτρόφου είναι δύσκολη και απαιτητική και μόνο οι ικανοί τα βγάζουν πέρα, στα έπη του Ομήρου το επάγγελμα του κτηνοτρόφου κατέχει σημαντική θέση και περηφάνια, ακόμα και για τους βασιλιάδες που έχουν πολλά κοπάδια.
Σεβασμός λοιπόν σε αυτό πανάρχαιο επάγγελμα, και στους ανθρώπους που ζουν από αυτό, γιατί χάρη σε αυτούς εμείς έχουμε έτοιμα προϊόντα στο σπίτι μας και ζούμε μια άνετη ζωή.
«Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία.
Διαφωνώ.
Εδώ και τριάντα χρόνια είναι η… εργασία. Ο νέος δε φοβάται την αναδουλειά, φοβάται τη δουλειά.
Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει, επεκτάθηκε και στο νέο-σουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδύθησαν σε μια χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά τη δικτατορία εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές «κουλοχέρηδων»… παιδιών δηλαδή που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμιά εργασία από αυτές που ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές.
Κι ας βρίσκεται μέσα στη λέξη «χειρώναξ», σαν δεύτερο συνθετικό το «άναξ», που κάνει τον δουλευτή, τον άνακτα χειρών, βασιλιά στον χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή που ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυναρτησία μιας πολιτικής που έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν. Γι’ αυτό τουμπάραμε…
Κάποτε, έγραφα πως η ανεργία στον τόπον μας είναι επιλεκτική, ότι δουλειές υπάρχουν αλλά ότι δεν υπάρχουν χέρια να τις δουλέψουν. Κι έπρεπε να κατακλυσθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετανάστες, για να αποδειχθεί ότι στην Ελλάδα υπήρχε δουλειά πολλή αλλ’ όχι διάθεση για δουλειά. Τα παιδιά -τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας- είχαν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία του «White collar workers».
Έτσι σήμερα, το πιο φτηνό εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό είναι οι… πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακόμη και στον OΤΕ ως έκτακτοι, τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσόντων ακόμη και διδακτορικά!
Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονικούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασαφείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμότητας. Πτυχία-φτερά στον άνεμο σαν τις ελπίδες των γονιών, που πιστεύουν ότι τα παιδιά μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά. Έτσι παράγονται επιστήμονες που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνο για το δημόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής.
Παρ’ όλο που γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (τι ΤΕΛ, τι ΤΕΙ, τι ΙΕΚ!), οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδος. Παίρνουν πτυχίο τεχνικής σχολής και δεν έχουν πιάσει κατσαβίδι οι πιο πολλοί. Δεν ξέρουν να διορθώσουν μια βλάβη στο αυτοκίνητό τους, στο ραδιόφωνο ή στο τηλέφωνό τους. Είναι άχεροι, ουσιαστικά χωρίς χέρια. Τώρα με τα ηλεκτρονικά ξέχασαν να γράφουν, ξέχασαν να διαβάζουν, εκτός φυσικά από «μηνύματα» του αφόρητου «κινητού» τους.
Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι αλλ’ ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλλιεργεί καμιά δεξιότητα, εκτός από τη ραθυμία, την αναβλητικότητα και τον φόβο της δουλειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί τον νέο εσωτερικά αλλά τον πετρώνει δημιουργικά σαν τα παιδιά της Νιόβης.
Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσομε, τους αφαιρεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυπία.
Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πώς να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά.
Δεν τα μαθαίνει πώς να σκέπτονται αλλά με τι να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες. Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Τα κάνει να βλέπουν σαν τα σκαθάρια κοντά, κι όχι να θρώσκουν άνω, να έχουν έφεση για κάτι πιο πέρα, πιο τρανό και πιο μεγάλο.
Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαυξ, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής-βλαξ που καταπίνει σελίδες σαν χάπια και που θεωρεί ως σωστό ό,τι γράφει το σχολικό.
Και το λεγόμενο «σχολικό» είναι συνήθως αισχρό και ως λόγος και ως περιεχόμενο. Και τολμώ να λέγω αισχρό, διότι πρωτίστως το «Αναγνωστικό», που πρέπει να είναι ευαγγέλιο πνευματικό ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί την αγάπη για τη δουλειά, καλλιεργεί την απέχθεια. Πού πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή;
Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής. Πρότυπο ζωής είναι ο «χαρτογιακάς». Όσο κι αν ήσαν κάπως ρομαντικά τα παλιά «Αναγνωστικά», καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά. Ακούω πως δεν πάει καλά η οικονομία. Μα πώς να πάει, όταν με τη ναυτιλία που προσφέρει το 5,6% του ΑΕΠ ασχολείται μόνο το 1% των Ελλήνων; (Με τον αγροτικό τομέα που προσφέρει το 6,6% του ΑΕΠ ασχολείται το 14,5% του πληθυσμού). Διερωτώμαι, τι είδους ναυτικός λαός είμαστε, όταν αποστρεφόμαστε τη θάλασσα και στα ελληνικά καράβια κυριαρχούν Φιλιππινέζοι, Αλβανοί και μελαψοί κάθε αποχρώσεως;
Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια και οι ποικιλώνυμες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό. Πράγματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμήνου -και μάλιστα σε σεμιναριακού τύπου μαθήματα- απαιτούν τετραετία! Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα «προσόντα» τους, αλλά τέτοιες εργασίες που ζητούν, τέτοια προσόντα δεν υπάρχουν. Αν δεν απατώμαι, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας -πέρα από τις ιδιωτικές θεατρικές σχολές- που προσφέρουν άνω των 300 πτυχίων το έτος. Πού θα βρουν δουλειά τα παιδιά αυτά;
Αν όμως το σχολείο από το Δημοτικό καλλιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βράβευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά, ακόμη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελδοράδο, όπως έγινε Ελδοράδο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βουλγάρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγυπτίους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς.
Σήμερα αυτοί είναι η εργατική κι αύριο η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Κι οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέρια των Αλβανών που τη δουλεύουν, την πατρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δουλειά στην Αλβανία, που ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής.
Γέμισαν τα Τίρανα ουρανοξύστες, κτίρια γιγάντια, κακόγουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών. Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία-θεολογία το σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και υποχρεώσαμε πλήθος επιχειρήσεις να κλείσουν ή να μεταφερθούν αλλού.
Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά. Γέμισε η επαρχία με… «Κέντρα Πολιτισμού», όπου «μπαγιαντέρες» κάθε λογής και φυλής άναβαν πούρο με φωτιά πεντοχίλιαρου ! Το μπουκάλι με το ουίσκι βαπτίστηκε … αγροτικό! Τώρα, όμως, που έρχονται τα «εξ εσπερίας νέφη», χτυπάμε το κεφάλι μας. Και πού να φθάσουν τα «εξ Ανατολής», σαν εισέλθει η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Θα γίνει η Ελλάς vallis flentium (=κοιλάς κλαυθμώνων) και θα κινείται quasi osculaturium inter flentium et dolorum (=σαν εκκρεμές μεταξύ θλίψεως και οδύνης).
Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας που θα υποτάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθριο να χαράσσεται μια εκπαιδευτική πολιτική με κριτήρια οικονομικής αναγκαιότητας. Θεωρώ ολέθρια όμως και την παιδεία που εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος άχρηστων μαθημάτων. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της.
Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά να μην κάνουν τίποτε. Ούτε να βλαστημήσουν. Ακόμη και η αισχρολογία τους περιορίζεται στη λέξη που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομίσουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά!
Είναι θλιβερή η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει κι αύριο η ελληνική κοινωνία: να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που, ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά που λιώνουν τα νιάτα τους στα «κηφηνεία», που πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δουλειά. Θα μου πείτε, τι δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια.
Όταν μικροί -ακόμη στο Δημοτικό- μαθαίναμε απέξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρταίο;), δεν τον μαθαίναμε για να γίνουμε πολεμοχαρείς αλλά για να νιώθουμε ντροπή, όταν στη μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι «γεραιοί» και οι νέοι κρύβονται πίσω από τη σκιά τους. «Αισχρόν γαρ δη τούτο… κείσθαι πρόσθε νέων, άνδρα παλαιότερον». Σήμερα, βέβαια, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο, οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων που κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών ειδών που θυμίζουν… Ελλάδα. Ακόμη και τις σημαίες μας στην Κίνα τις φτιάχνουν!
Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας. «Φτιάχνουμε» τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτήν που προσφέρει το «γυαλί», αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε διακοπές με «διακοποδάνεια», εορτάζουμε με «εορτοδάνεια» και πεθαίνουμε με «πεθανοδάνεια». Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερις δραχμές τη δεύτερη δόση του κωνείου που χρειαζόταν για να «απέλθει», πως στην Αθήνα δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς.
Έπρεπε να ζούσε τώρα… Λυπάμαι που θα το πω, αλλά πρέπει να το πω: το σχολείο, οι σχολές και τα ΜΜΕ σακάτεψαν και σακατεύουν τη νεολαία, γιατί μιλούν συνεχώς για τα δικαιώματά της -δικαιώματα στην τεμπελιά- και ποτέ για υποχρεώσεις, ποτέ για χρέος, ποτέ για καθήκον. Το καθήκον έγινε άγνωστη λέξη».
Ήμουν πολύ τυχερή στην ζωή μου, που γνώρισα τις δυο γιαγιάδες μου, τις μητέρες και των δυο γονιών μου. Μ’ αγαπούσαν πολύ και με συμβούλευαν συνέχεια χωρίς να αντιλαμβάνομαι τότε πόσο σοφές ήταν οι κουβέντες τους. Κουβέντες διδάγματα που καθημερινά σχεδόν σκουντουφλάνε στο υποσυνείδητό μου, προσπαθώντας να κάνουν θόρυβο για να τους δώσω σημασία.
Να με ταρακουνήσουν, να με ξυπνήσουν. Να μην ξεχάσω όσα οι «αγράμματες» εκείνες γυναίκες με δίδαξαν. Εκτός από τις συνηθισμένες συμβουλές (που δίνουν όλες οι γιαγιάδες στα εγγόνια τους), με μάθαιναν πρώτα απ’ όλα πως να είμαι καλή νοικοκυρά. Πως να ανοίγω φύλλα για πίτα, πως να φτιάχνω ψωμί, να διαλέγω τις φακές κλπ. Με μάθαιναν όμως και πως να αυτοσυντηρούμαι για να μην έχω κανέναν ανάγκη, όπως έκαναν κι εκείνες.
Πως, δηλαδή, να καλλιεργώ διάφορα λαχανικά στον κήπο, να αρμέγω την κατσίκα, να περιποιούμαι τις κότες, τα κουνέλια, να πλέκω, πως να στοιβάζω ξύλα στο τζάκι για καλύτερη φωτιά και όλες αυτές τις δουλειές που για εκείνες ήταν δεδομένο ότι έπρεπε κάθε κορίτσι να ξέρη. Απαραιτήτως!
Aνάμεσα στ’ άλλα έβρισκα επίσης πάρα πολύ ενδιαφέρουσες τις γνώσεις τους για διάφορα θαυματουργά γιατροσόφια, χρησιμοποιώντας υλικά από την φύση, όπως χαμομήλι, σκόρδο, τσουκνίδα, κρεμμύδι, λεμόνι κ.ά., που επιβαλλόταν να τα γνωρίζουν γιατί δεν υπήρχαν στην εποχή τους φαρμακεία. Οι «παλιοί» ήξεραν πάντα τί να πιούν, όταν είχαν πονόλαιμο, πονόκοιλο, τί να βάζουν πάνω σε μια πληγή, αλλά και πως να βγάλουν έναν δύσκολο λεκέ από τα ρούχα χρησιμοποιώντας π.χ. ξύδι ή χυμό ντομάτας, καθώς και πως να φτιάχνουν αλισίβα από στάχτη, το καλύτερο απορρυπαντικό ρούχων. Ότι χρειάζονταν για την διαβίωσή τους το έφτιαχναν μόνες τους. Οι γιαγιάδες μου όμως, δυστυχώς, έφυγαν για την άλλη, την αιώνια ζωή, πριν ακόμα κλείσω τα 18. Πριν καλά καλά εμπεδώσω όσα ήθελαν κατά βάθος να καταλάβω.
Η απουσία τους μου ήταν πολύ αισθητή. Ένοιωθα ότι έλειπαν κομμάτια του εαυτού μου, που μόνον εκείνες μπορούσαν να συμπληρώσουν. Αυτές οι απλές αγνές συμβουλές τους με την αυστηρή, αλλά τρυφερή συγχρόνως ματιά, ήταν «τροφή» για μένα, αστείρευτης αγάπης και γνώσης πού δεν την βρίσκεις σε κανένα βιβλίο. Από τότε που τις έχασα, όποτε τύχαινε να βρεθώ με ηλικιωμένα άτομα, πάντα τα πλησίαζα με αγάπη και με λαχτάρα προσπαθούσα να αποκομίσω, όσο το δυνατόν περισσότερα, από την ανεξάντλητη πηγή των εμπειριών και αναμνήσεών τους. Έτσι ακριβώς, όπως έκανα με τις γιαγιές μου. Το ίδιο συνεχίζω να κάνω και σήμερα. Προσπαθώ να σκαλίσω και την πιο μικρή κρυφή γωνιά του μυαλού τους, να φέρω στην επιφάνεια διάφορες λεπτομέρειες τής ζωής τους και να διδαχθώ από αυτούς.
Συναντώντας σήμερα γιαγιάδες και παππούδες πολλές φορές μας φέρνει η κουβέντα και στο θέμα της οικονομικής κρίσης. Όλοι τους σχεδόν σχολιάζουν με τον ίδιο τρόπο την σημερινή κατάσταση. «Άσε μας εμάς, παιδάκι μου» μου λένε. «Εμείς έχουμε ζήσει και στην Κατοχή. Παλέψαμε με τον κατακτητή, την πείνα και την ψείρα. Έχουμε περάσει πολύ χειρότερα. Ακόμα κι αν μας κόψουν την σύνταξη, εμείς που ζούμε στην επαρχία δεν θα πεινάσουμε ποτέ. Θα πάμε να μαζέψουμε χόρτα να φάμε, θα κόψουμε φρούτα από κανένα δένδρο, θα βγάλουμε λάδι από τις ελιές μας, θα μαζέψουμε ξύλα για να πυρωνόμαστε στο τζάκι. Αλλοίμονο σε εκείνους που ζουν στις πόλεις και δεν έχουν μια στάλα γη για να φυτέψουν. Αλλοίμονο περισσότερο στους νέους που δεν ξέρουν να ξεχωρίσουν ποιά αγριολάχανα είναι φαγώσιμα για να τα μαζέψουν. Τα νέα παιδιά σκεφτόμαστε και κλαίει η ψυχή μας».Αυτά μου λένε οι σοφοί φίλοι μου και τότε σκέφτομαι: «Αχ, καλές μου γιαγιές…
Πόσο δίκιο είχατε, όταν θέλατε να μου μάθετε τόσα απλά, αλλά σημαντικά πραγματάκια.
Άλλοτε σάς άκουγα και άλλοτε γέλαγα, νομίζοντας ότι δεν θα χρειαζόταν ποτέ ούτε καν να τα ξαναθυμηθώ. Μακάρι να κατέγραφα σ’ ένα χαρτί όσα μου λέγατε. Μακάρι όλοι οι άνθρωποι να θυμόμασταν τις συμβουλές των γιαγιάδων και των παππούδων μας. Τί ωραία και μεγάλη εκδίκηση θα ήταν προς την κάθε κυβέρνηση, αν ξέραμε πώς να αυτοσυντηρούμαστε, χωρίς να χρειάζεται να πάμε στο σούπερ μάρκετ, στον φούρνο, στον γιατρό, στο φαρμακείο, στο συνεργείο, στην πιτσαρία, στο κομμωτήριο, στην τράπεζα, στην εφορία… Να μην είχαμε ανάγκη από αυτοκίνητο, υπολογιστή, πλυντήριο, κινητό τηλέφωνο, πιστωτικές κάρτες…
Αν ζούσαν οι γιαγιάδες μας θα τα κατάφερναν.
Μάλιστα θα γέλαγαν μαζί μας, αν μας έβλεπαν πόσο εξαρτημένοι είμαστε από άψυχα αντικείμενα. Θα έκλαιγαν όμως βλέποντας πόσο “ξένοι” είμαστε μεταξύ μας. Πόσο μίσος, ζήλεια, αγένεια, φιλαργυρία, ψέμα και υποκρισία κυριαρχεί στην ψυχή μας. Και δεν φτάνει που “εξοντώνουμε” τον πλησίον μας σε κάθε ευκαιρία, κάνουμε και ότι είναι δυνατόν για να καταστρέψουμε και τον πλανήτη μας, εφόσον αυτό μάς επιφέρει κέρδος. Αχ, καλές μου γιαγιάδες, μακάρι να σάς είχα πάλι κοντά μου να με συμβουλεύατε πώς να αντιμετωπίσω τα διάφορα προβλήματα. Αχ, καλές μου γιαγιούλες, τί τυχερές ήσασταν που ζήσατε μια άλλη εποχή… Αναρωτιέμαι… Όλοι αυτοί που μας κυβερνάνε δεν γνώρισαν ποτέ γιαγιά;» Άρθρο από:
Παραδοσιακό σαπούνι ελαιολάδου (πράσινο - λευκό) : Πολλοί θεωρούν πως το συγκεκριμένο προϊόν μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για προσωπική χρήση. Όμως, η αλήθεια είναι διαφορετική. Αυτό, διότι βοηθά και σε άλλους τομείς, τους οποίους δεν γνωρίζουν οι περισσότερες νοικοκυρές, όπως και ο περισσότερος κόσμος.
Συμβουλές για το σπίτι: Ακολουθούν ένδεκα χρήσεις για πράσινο σαπούνι
– Σφουγγάρισμα: Θα πρέπει πρώτα να διαλύσεις 2-3 κουταλιές της σούπας τρίμμα σε μισό κουβά νερό.
– Τζάμια «αόρατα»: Πλύνε τα ειδικά πανάκια με πράσινο σαπούνι, ξέβγαλε τα καλά και καθάρισε με αυτά τα τζάμια, χωρίς να χρησιμοποιήσεις απορρυπαντικό, παρά μόνο νερό.
– Ξάσπρισμα ασπρόρουχων: Βούτηξε τις θαμπές, γκριζαρισμένες από το καυσαέριο και τον καπνό του τσιγάρου λευκές ή ανοιχτόχρωμες κουρτίνες μέσα στην μπανιέρα, πλύνε τις με άφθονο πράσινο σαπούνι και μετά βάλε τις στο πλυντήριο: Θα εκπλαγείς βλέποντάς τις να ξαναβρίσκουν τη λευκότητα και τη λάμψη τους.
– Καθαριότητα μπάνιου και κουζίνας: Ανάμειξε άφθονη σαπουνάδα από πράσινο σαπούνι με λευκό ξίδι και καθάρισε είδη υγιεινής, νεροχύτες, αλλά και το εσωτερικό του ψυγείου.
– Προσωπική υγιεινή: Εκτός από μπάνιο και λούσιμο, οι αντισηπτικές ιδιότητές του το κάνουν ιδανικό και για ξύρισμα με πινέλο. Το πράσινο σαπούνι αφήνει το δέρμα απαλό, χωρίς ερεθισμούς και κοκκινίλες.
– Φυσικό φυτοφάρμακο: 3 κουταλιές της σούπας τρίμμα σε νερό φτιάχνουν ένα διάλυμα, το οποίο με δυο-τρεις ψεκασμούς ανά πέντε ημέρες, διώχνει τη μελίγκρα από τη λεμονιά του κήπου σας και κάνει την άρρωστη δάφνη στο μπαλκόνι να συνέλθει θεαματικά. Υγιής και καταπράσινος κήπος: άλλος ένας συνειρμός για το χρώμα του σαπουνιού της παιδικής μας ηλικίας.
– “Ξεκολλάει” το φερμουάρ και το δαχτυλίδι: Αν το φερμουάρ από το τζιν ή και από… την βαλίτσα σας έχει κολλήσει, τρίψτε το επίμαχο μέρος με λίγο σαπούνι. Θα χαλαρώσει κατευθείαν και εσείς θα κάνετε την δουλειά σας. Αν πάλι, σας έχει κολλήσει το δαχτυλίδι στο δάχτυλο, πλύνετέ το με νερό και σαπούνι.
– Απολυμαίνει τα σκεύη: Το σαπούνι (και ειδικά το πράσινο) τα καταφέρνει θαυμάσια στον νεροχύτη αφού έχει τέλεια απολυμαντική δράση και ξεπλένεται εύκολα, χωρίς να αφήνει χημικά κατάλοιπα. Είναι ιδανικό για ανοξείδωτα σκεύη και κατσαρόλες. Τι καλύτερο λοιπόν, από ένα υγρό πιάτων φτιαγμένο από πράσινο σαπούνι.
– Αφαιρεί τους λεκέδες: Αντί να δαπανάτε ένα σωρό χρήματα σε σπρέι κατά των λεκέδων, δοκιμάστε το σαπούνι. Απλά βρέξτε και τρίψτε το πάνω στον λεκέ πριν το πλύσιμο.
– Κρατά μακριά τις βρωμιές από τα νύχια: Πριν κάνετε οποιαδήποτε δουλειά στον κήπο σας, ξύστε τα νύχια σας πάνω από ένα σαπούνι. Η ποσότητα του σαπουνιού που θα εισχωρήσει θα κρατήσει μακριά τη βρωμιά από τα νύχια σας.
– Αφρός ξυρίσματος: Για όσους επιμένουν στο ξύρισμα χωρίς μηχανή, μια δοκιμή θα σας πείσει. Το πράσινο σαπούνι αφήνει το δέρμα χωρίς ερεθισμούς και κοκκινίλες.