Google+ Γαλακτοκομικά Καρυάς - Μαυρόγιαννης Θεοδόσιος: "Η γνώση του παρελθόντος φωτίζει το παρόν και οδηγεί στο μέλλον"

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

"Η γνώση του παρελθόντος φωτίζει το παρόν και οδηγεί στο μέλλον"

Όλους αυτούς τους μήνες που μαζεύαμε πληροφορίες για τις παραδοσιακές ασχολίες και τα επαγγέλματα του χωριού μας διαπιστώσαμε κάποια πολύ σημαντικά πράγματα. Οι πρόγονοί μας είχαν να αντιμετωπίσουν τη ζωή με πολύ φτωχικά μέσα και κάτω από φοβερές δυσκολίες. Εμείς μπορεί να μην τους καταλαβαίνουμε γιατί εμείς τα έχουμε όλα. Με το ηλεκτρικό και τις ανέσεις μας δεν μπορούμε να αισθανθούμε τι τραβούσαν εκείνοι για να αποκτήσουν τα μέσα για τη ζωή τους.


Μέσα σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες τους κατάφερναν ξεπερνούν όλες τις δυσκολίες χρησιμοποιώντας τα υλικά που τους έδινε η φύση. Τα κολοκύθια, τα ξύλα, τις πέτρες και τα άλλα υλικά τα κατεργάζονταν με μεγάλη επιδεξιότητα και τους έδιναν το σχήμα και τη μορφή που ήθελαν για να μπορέσουν να τα χρησιμοποιήσουν για τις ανάγκες τους.

Επιπλέον το ότι δεν είχαν πολλές ευκολίες αυτό τους ανάγκαζε να σκεφτούν και να επινοήσουν οι ίδιοι τα εργαλεία και τους τρόπους για να ξεπεράσουν κάθε δυσκολία.

Δεν είχαν την εύκολη πηγή ενέργειας όπως είναι το πετρέλαιο και το ηλεκτρικό; Κανένα πρόβλημα. Εκμεταλλεύονταν τα νερά της πηγής που έτρεχαν συνέχεια στο λάκκο του χωριού, και κινούσαν τους μύλους τους. Ήθελαν θέρμανση; Χρησιμοποιούσαν το πυρηνόξυλο. Και το τζάκι που είχαν στο σπίτι τους το εκμεταλλεύονταν με πολλούς τρόπους. Το τζάκι τους ζέσταινε, στο τζάκι έβραζαν το φαγητό τους, στο τζάκι και πάνω στην πυρωστιά ζέσταιναν το νερό για να πλύνουν, από το τζάκι έπαιρναν τα κάρβουνα για να ζεστάνουν το σίδερό τους και να σιδερώσουν. Ακόμα και για φωτιστικό μέσο το είχαν και μαζεύονταν εκεί γύρω τις νύχτες του χειμώνα κι έπλεκαν και κεντούσαν και έλεγαν ιστορίες.

Σήμερα τα θυμίσαμε όλα αυτά σε σας τους παλιότερους και τα γνωρίσαμε κι εμείς οι μικρότεροι. Καλά είναι να μαθαίνουμε τις δυσκολίες που είχαν οι παλιότεροι για να εκτιμούμε καλύτερα αυτά που έχουμε σήμερα.

Αλλά και πρέπει να δείχνουμε το σεβασμό μας σε όλους τους παλιότερους που μέσα από τόσες δυσκολίες πάλεψαν κι έφτιαξαν τον κόσμο καλύτερο για να τον χαιρόμαστε όλοι εμείς σήμερα.

Ακόμα μέσα από την εργασία μας αυτή γνωρίσαμε όλους τους δύσκολους δρόμους που περπάτησε η ανθρωπότητα μέχρι να φτάσει σε αυτό το σημείο τον πολιτισμό μας.

Εμείς είμαστε περήφανοι για τους προγόνους μας.

Μας έμαθαν ότι μπορούμε με την προσπάθεια και την επιμονή να ξεπεράσουμε όλες τις δυσκολίες. Σε κάθε πρόβλημα υπάρχει λύση. Αρκεί να ψάξουμε να τη βρούμε. Η άνεση που μας έδωσε ο πολιτισμός να μην είναι φρένο στη σκέψη μας ούτε να μας αποκοιμίζει και να μας κάνει απλώς καταναλωτές. Μπορούμε κι εμείς να φτιάξουμε πολλά. Μπορούμε κι εμείς να επινοήσουμε λύσεις. Γιατί η πρόοδος πρέπει να συνεχιστεί. Γιατί οι επόμενες γενιές περιμένουν από μας έναν κόσμο καλύτερο απο αυτόν που παραλάβαμε.

Εμείς μπορούμε...


Από τη δεκαετία του ’70 και εντεύθεν το χωριό μας άρχισε σιγά - σιγά να αδειάζει και να ερημώνει, για λόγους που θα εξηγήσουμε σε άλλο σημείο, καθώς οι κάτοικοί του μετακομίζουν για άλλες πολιτείες. Ο κύριος όγκος αυτών εγκαθίσταται στην Αθήνα αλλά και σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και του εξωτερικού, δημιουργώντας παροικίες Καρυοτών. Η παραδοσιακή ζωή εγκαταλείπεται και ο λαϊκός πολιτισμός που τροφοδοτούνταν απ’ αυτή και κληρονομούνταν ως παρακαταθήκη από γενεά σε γενεά τώρα φθίνει ανεπιστρεπτί. Οι άνθρωποι προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες, αποκόβονται από το παρελθόν και απασχολούνται με νέα επαγγέλματα, αλλάζοντας συνήθειες και τρόπο ζωής. Γρήγορα όμως η νοσταλγία τούς κάνει να αναζητήσουν τρόπους επανασύνδεσης με το παρελθόν τους. Αυτή την προσπάθεια αναλαμβάνουν οι Πολιτιστικοί σύλλογοι που ιδρύονται αρκετά χρόνια αργότερα, πρώτα στίς παροικίες, έπειτα στο χωριό.

Τα χρόνια εκείνα, στο χωριό η ζωή άρχιζε από τα άγρια χαράματα.


Ο καθένας σύμφωνα με τη δουλειά και την αποστολή του ξύπναγε νωρίς, ώστε με το ξημέρωμα να είναι έτοιμος. Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του χωριού, από το πρωί μέχρι αργά το σούρουπο, υπήρχε δραστηριότητα και ζωντάνια.


Τσοπάνηδες, αγρότες, ξυλοκόποι, ζευγάδες, αγωγιάτες, γέμιζαν με την παρουσία τους την πλάση με φωνές, σφυρίγματα και ήχους (από τσεκούρια, σκεπαρνιές, σκεπάρνια, κλπ), που σε συνδυασμό με τα κελαηδήματα των πουλιών, τα βελάσματα των ζώων και τα κελαρύσματα των νερών δημιουργούσαν μία πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα. Όπου και να γύριζες, αισθανόσουν την παρουσία των ανθρώπων και ποτέ τη μοναξιά.

ΓΕΩΡΓΙΑ

ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ




Από την προηγούμενη χρονιά έσκαβαν γύρω από το κάθε δέντρο ένα λάκκο και έβαζαν κοπριά. Έτσι το χειμώνα μαζευόταν το νερό της βροχής μέσα στο λάκκο και ποτιζόταν το δέντρο και με την κοπριά σα λίπασμα οι ρίζες του δέντρου έβρισκαν όλα τα απαραίτητα συστατικά για να κάνουν πλούσιο καρπό. Σήμερα χρησιμοποιούν λιπάσματα που κι αυτά βοηθούν το δέντρο της ελιάς να δώσει πλούσιο καρπό, όμως δε μπορούμε να πούμε ότι είναι τόσο αγνά τα λιπάσματα όπως η κοπριά εκείνης της εποχής.



Στα τέλη του Απριλίου μπόλιαζαν τα μικρά δέντρα που τα έλεγαν "καθερίδια" γιατί δεν έκαναν καλούς καρπούς. Χάραζαν τα "καθερίδια" στον κορμό τους με το μαχαίρι ένα σταυρό. Στο σημείο αυτό έβαζαν ένα κομμάτι φλούδα από ένα μεγαλύτερο δέντρο και το έδεναν για να κάνει τον άλλο χρόνο ωραίους καρπούς.

Συνήθως επειδή τα μέρη όπου υπήρχαν τα κτήματα ήταν σε πλαγιές, έχτιζαν γύρω από τα δέντρα πεζούλες, γιατί με τις βροχές τα χώματα έφευγαν και οι ρίζες έμεναν γυμνές.

Μόλις τέλειωναν το ελαιομάζωμα - το πολύ μέχρι το Φεβρουάριο - κλάδευαν τα δέντρα, δηλαδή έκοβαν τα περιττά κλαδιά για να μεγαλώσουν καλύτερα τα άλλα.

ΤΟ ΜΑΖΕΜΑ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ

Μια από τις κυριότερες ασχολίες των κατοίκων του χωριού μας είναι και η καλλιέργεια της ελιάς. Το τίναγμα αρχίζει το Νοέμβριο.

Παρόλο που οι νέοι αποφεύγουν να βοηθήσουν τους μεγαλύτερους στο μάζεμα της ελιάς, σήμερα η διαδικασία είναι πιο εύκολη από παλιά.

Παλιά ξεκινούσαν το πρωί πριν ακόμα βγει ο ήλιος με το γαϊδουράκι φορτωμένο με τα σύνεργα και το φαγητό για όλη την οικογένεια και πήγαιναν όλοι μαζί να τινάξουν τις ελιές. Από το Σεπτέμβριο έπρεπε να καθαρίσουν το χώρο γύρω από τα λιόδεντρα ώστε να μην έχει μεγάλα χόρτα γιατί έτσι θα έχαναν τις ελιές που θα έπεφταν από τα λιόδεντρα. Πριν αρχίσουν να μαζεύουν τις ελιές πήγαιναν και μάζευαν τις ελιές που είχαν πέσει κάτω από δέντρο από τον αέρα, το λεγόμενο χαμολόι. Αυτό το έβγαζαν ξεχωριστά λάδι γιατί ήταν κατώτερης ποιότητας από τις ελιές που θα έπαιρναν από πάνω από το δέντρο. Σήμερα βέβαια απλώνουν τα λιόπανα, που είναι πλεκτά πλαστικά πανιά, κι έτσι οι ελιές που πέφτουν από τα δέντρα δεν μπερδεύονται με τα χόρτα. Λιόπανα είχαν και παλιότερα που τα έφτιαχναν από τρίχα κατσίκας και αργότερα από λινάτσα.

Οι άνδρες αναλάμβαναν και τότε όπως και τώρα να τινάξουν τον καρπό από τα δέντρα και οι γυναίκες με τα παιδιά τις μάζευαν από το χώμα παλιότερα και από τα λιόπανα σήμερα και τις πηγαίνουν για λίχνισμα.

Οι ελαιοπαραγωγοί ακόμα από το καλοκαίρι έφτιαχναν τα σύνεργά τους: σκάλα και βέργα. Πήγαιναν στο βουνό και έψαχναν για ψηλούς ίσιους πεύκους για να τους κάνουν σκάλες για τις ελιές. Οι σκάλες ήταν απλές και γινόταν από λεπτά ίσια πεύκα που αφού τα έκοβαν τα καθάριζαν από τις φλούδες τους και έκοβαν και τα κλαδιά τους 10-15 εκατοστά από το σημείο που φύτρωναν στον κορμό έτσι ώστε να τα χρησιμοποιούν για σκαλοπάτια. Οι σκάλες ήταν μονές κι όχι διπλές όπως οι πιο γνωστές σημερινές σκάλες για να μπορούν πιο εύκολα να τοποθετούνται ανάμεσα στα κλαδιά του δέντρου. Βέβαια οι σημερινές είναι σιδερένιες ή αλουμινένιες. Όμως η μορφή τους και η χρήση τους παραμένει η ίδια.

Οι άντρες λοιπόν ανέβαιναν στα δέντρα και με μια βέργα τίναζαν τις ελιές από τα κλαδιά. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν τα χτένια. Οι γυναίκες και τα παιδιά όπως είπαμε ήταν από κάτω από το δέντρο και μάζευαν τις ελιές.

Στη συνέχεια τις πήγαιναν στη λιχνίστρα και τις λίχνιζαν. Αυτό γινόταν για να ξεχωρίσουν τον καρπό από τα φύλλα. Παλιότερα ξεχώριζαν τις ελιές από τα φύλλα με τα χέρια. Αυτό όμως σήμαινε μεγάλη καθυστέρηση. Έφτιαξαν λοιπόν ένα εργαλείο που το ονόμασαν λιχνίστρα. Οι λιχνίστρες ήταν κάτι σαν τσουλήθρες που αποτελούνταν από στενόμακρα ξύλα το ένα δίπλα στο άλλο που άφηναν μεταξύ τους κάποιο κενό. Όταν έριχναν τις ελιές που ήταν ανακατεμένες με τα φύλλα στη λιχνίστρα αυτές κατρακυλούσαν προς τα κάτω και τα φύλλα έπεφταν από τα κενά που υπήρχαν κάτω από τη λιχνίστρα. Έτσι στη βάση της λιχνίστρας συγκεντρώνονταν καθαρές ελιές και κάτω απ' αυτήν τα φύλλα. Πολύ παλιά όταν δεν είχαν ακόμα λιχνίστρες, για να ξεχωρίσουν τις ελιές από τα φύλλα, έπαιρναν με ένα πιάτο τις ελιές που ήταν ανακατεμένες με τα φύλλα και τις πετούσαν λίγο πιο πέρα όπου είχαν στρώσει παλιές κουβέρτες. Οι ελιές, που ήταν και πιο βαριές, έφταναν στις κουβέρτες ενώ τα φύλλα που ήταν πιο ελαφριά έπεφταν πιο πριν πάνω στο χώμα.

Όταν τέλειωναν όλα τα δέντρα πήγαιναν τις ελιές στο ελαιοτριβείο. Εκεί με κάποια επεξεργασία έφτιαχναν το λάδι και το πήγαιναν στο σπίτι τους όπου το αποθήκευαν σε μεγάλα κιούπια (πιθάρια).

Βέβαια δεν έφτιαχναν όλες τις ελιές λάδι. Κάποιες απ' αυτές τις διάλεγαν και τις έκαναν ελιές για να τις φάνε.

Αυτές ήταν τριών ειδών : Οι σπαστές ή φλαστάδες, οι χαρακιαστές και οι αλατοελιές.

Οι σπαστές ή φλαστάδες

Πριν οι ελιές μαυρίσουν κατά το μήνα Σεπτέμβριο περίπου διάλεγαν μερικές για να τις κάνουν σπαστές τις λεγόμενες φλαστάδες.

Αυτό το έκαναν για να έχουν φρέσκες φαγώσιμες ελιές το Φθινόπωρο επειδή οι μαύρες ελιές της νέας σοδειάς θα αργούσαν ακόμα. Αυτές τις έσπαζαν με μια πέτρα και τις έβαζαν μέσα σε νερό που το άλλαζαν τακτικά μέχρι να ξεπικρίσουν. Μετά έκαναν άλμη έβαζαν και μάραθο και τις έβαζαν σε μικρά πήλινα δοχεία.

Χαρακιαστές

Αυτές που ήταν μεγάλες και είχαν ένα καφεπράσινο χρώμα και η επιφάνειά τους ήταν λεία τις έκαναν χαρακιαστές. Τις έλεγαν έτσι διότι τις χάραζαν σε διάφορα σημεία και μετά τις έβαζαν για μερικές μέρες μέσα στο νερό το οποίο άλλαζαν συχνά μέχρι να φύγει η πίκρα της ελιάς. Μετά τις άφηναν στο αλάτι και το νερό (δηλαδή σε άλμη) όπου έβαζαν λεμόνι και ξινό ή και ξύδι και ήταν έτοιμες να τις φάνε. Και αυτές τις έβαζαν σε πήλινα δοχεία.

Αλατοελιές

Αλλες τις έκαναν αλατοελιές. Οι αλατοελιές έχουν μαύρο χρώμα και η επιφάνειά τους είναι ρυτιδιασμένη. Αυτές τις έβαζαν μέσα σε σκέτο αλάτι. Η αναλογία ήταν 2 κιλά αλάτι χοντρό σε 10 κιλά ελιές. Έβαζαν κατά στρώσεις, μια στρώση ελιές μια στρώση αλάτι. Τις έβαζαν σε ξύλινες κάσες για να φεύγουν τα υγρά που δημιουργούνταν από το αλάτι και τις ελιές. Εκεί ψήνονταν με το αλάτι και έφευγε η πολύ η πίκρα και γινόταν οι μαύρες ελιές.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΙΑ ΣΤΟ ΛΑΔΙ


Πριν μιλήσουμε για την επεξεργασία της ελιάς και τον τρόπο που έβγαζαν το λάδι θα πρέπει να πούμε λίγα γενικά στοιχεία για το νερόμυλο. Κι αυτό γιατί η κύρια πηγή ενέργειας για να κινηθούν τα εργοστάσια εκείνης της εποχής ήταν το νερό. Οι νερόμυλοι χρησιμοποιούνταν σαν λαδόμυλοι, σαν αλευρόμυλοι αλλά και σαν εργοστάσια επεξεργασίας του ξύλου.

Ο ΝΕΡΟΜΥΛΟΣ

Στο χωριό μας τα παλιότερα χρόνια, προτού έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα ως κινητήρια δύναμη για τους μύλους ήταν το νερό. Συνήθως οι νερόμυλοι χτιζότανε μέσα σε ρεματιές και σε τέτοιο σημείο που το νερό να πέφτει από ψηλά και με ορμή για να γυρίζει τη ροδάνα που βρισκότανε στο εξωτερικό μέρος του μύλου, η οποία ήτανε συνδεδεμένη με ένα άξονα που με τη σειρά του γυρνώντας έδινε κίνηση στο εσωτερικό μέρος του μύλου. Για να εξασφαλίζουν την ορμή του νερού δεν έκαναν φράγματα όπως κάνουν σήμερα στα διάφορα υδροηλεκτρικά εργοστάσια.

Απλά εκμεταλλεύονταν τους νόμους της φυσικής κι ας μην ήξεραν φυσική. Γνώριζαν τη φύση και τις δυνάμεις της και κατάφερναν να τις προσαρμόσουν στις ανάγκες τους. Έτσι παρατήρησαν πως όταν βάλουμε το χέρι μας μπροστά στο άνοιγμα ενός νεροσωλήνα όταν ποτίζουμε τον κήπο το άνοιγμα μικραίνει και το νερό τινάζεται με μεγαλύτερη ορμή σε μεγαλύτερη απόσταση. Για αυτό και δεν έκαναν φράγματα αφού δεν υπήρχε ούτε ο χώρος για μια μεγάλη Τεχνητή λίμνη αλλά ούτε και μεγάλη ποσότητα νερών. Στένευαν λοιπόν στην περιοχή του Νερόμυλου την κοίτη του νερού και αυτό έτρεχε με μεγαλύτερη ορμή και δύναμη ώστε να γυρίσει τη μεγάλη ροδάνα του εργοστασίου.

Η ροδάνα ήταν μια μεγάλη στρόγγυλη ξύλινη ρόδα που είχε στην περιφέρειά της μικρά ορθογώνια ξύλα πάνω στα οποία έπεφτε το νερό και τη γύριζε. Η ροδάνα μπορούσε να περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα και ήταν συνδεδεμένη με διάφορα γρανάζια και τροχαλίες, παλιότερα ξύλινα και αργότερα σιδερένια που δίνανε κίνηση στις πέτρες. Τα γρανάζια τα κατασκεύαζαν μόνοι τους και ήταν ξύλινες ρόδες που είχαν καρφωμένα κάθετα στην περιφέρειά τους μικρά ξύλα περίπου 10 εκατοστών. Οι ρόδες αυτές έμπαιναν κάθετα η μια στην άλλη και έτσι μετέδιδαν την κίνηση την οποία μπορούσαν να της αλλάζουν την φορά και από κάθετη που ήταν από την πτώση του νερού να την κάνουν οριζόντια για την κίνηση της μυλόπετρας.

Τέτοιους μύλους είχαμε δύο ειδών: τους αλευρόμυλους και τους λαδόμυλους. Όλοι οι μύλοι βρίσκονταν κατά μήκος του ρυακιού που κυλούσε τα νερά από τις πηγές στη θάλασσα.

ΕΛΑΙΟΤΡΙΒΕΙΟ

Το ελαιοτριβείο ήταν όπως είπαμε και πιο πάνω ένας λαδόμυλος. Τις ελιές που είχαν μαζέψει στον ελαιώνα τις μετέφεραν με τα ζώα τους στο ελαιοτριβείο και τις έριχναν στις μυλόπετρες. Οι μυλόπετρες ήταν κάτι σαν ένα μεγάλο μίξερ όπου μέσα σε ένα κωνικό δοχείο γύριζαν με τη βοήθεια του νερού δυο μεγάλες πέτρες. Όταν έριχναν μέσα σε αυτό το δοχείο τις ελιές οι πέτρες όπως γύριζαν τις έλιωναν. Τις λιωμένες ελιές τις έλεγαν λιοκόκι. Το λιοκόκι το έβαζαν παλιότερα στους μυλοτροβάδες που ήταν στρόγγυλες πάνινες σακούλες που στη συνέχεια τις τοποθετούσαν τη μια πάνω στην άλλη στην πρέσα για να βγάλουν το λάδι. Αργότερα οι μυλοτροβάδες έγιναν κάτι στρόγγυλες ψάθες που χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα. Η πρέσα που σήμερα είναι ηλεκτροκίνητη παλιά ήταν χειροκίνητη.



Περνούσαν λοιπόν ένα μεγάλο ξύλο στον κρίκο που είχε στην κορυφή της και το γύριζαν ώστε να βιδωθεί και να πιέσει τις ψάθες με τις πολτοποιημένες ελιές, ώστε να βγάλει το λάδι τους. Το πρώτο λάδι που έβγαζαν το έλεγαν παρθένο ελαιόλαδο και ήταν το καλύτερο.

Από πάνω το πατούσαν οι εργάτες με ένα μεγάλο πλατύ σίδερο κι έτρεχε στο πουλίμι (δεξαμενή συγκέντρωσης του λαδιού. Το λάδι σαν ελαφρύτερο από το νερό συγκεντρωνόταν στο πάνω μέρος στο πουλίμι. Από εκεί με μια κρατούνα (θα μιλήσουμε παρακάτω για την κατασκευή της) που ήταν σαν μεγάλη σέσουλα έπαιρναν σιγά σιγά το λάδι και το έριχναν στα τουλόυμια. και το πήγαιναν στο σπίτι τους οι παραγωγοί. Κρατούνες υπήρχαν πολλών ειδών όπως θα μιλήσουμε και παρακάτω. Εδώ όμως δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν κρατούνα από κολοκύθι που ήταν σαν κατσαρόλα με χερούλι γιατί όπως θα την έβαζαν στο πουλίμι να πάρουν το λάδι από το πάνω μέρος, αυτή θα έφερνε αναταραχή και θα ανακάτευε το λάδι με το νερό και θα έπρεπε να περιμένουν πάλι αρκετή ώρα για να κατακαθίσει. Δεν υπήρχαν τότε τρόποι διαχωρισμού του λαδιού όπως στα σημερινά εργοστάσια.

Όταν πήγαιναν το λάδι στο σπίτι τους το έβαζαν στα κιούπια (πήλινα δοχεία). Τα κιούπια τα είχαν στην αποθήκη. Σε μερικά σπίτια τα κιούπια βρισκόταν μέσα στο πάτωμα του υπόγειου και δεν ξεχώριζε τίποτα παρά μόνο το στόμιό τους το οποίο το έκλειναν με μια πέτρα ή ένα σανίδι. Αυτό το έκαναν για το φόβο των κατακτητών που πήγαιναν στα σπίτια και έκλεβαν την παραγωγή τους.

ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΣΑΠΟΥΝΙΟΥ

Τίποτε δεν πετούσαν. Τα κατακάθια του λαδιού που έμεναν στα κιούπια - μούργα - τα έκαναν σαπούνι.

Τη μούργα την έβραζαν σ' ένα καζάνι με καυστική σόδα. Το μείγμα το 'βαζαν σε σκάφες για να στεγνώσει και μετά το 'κοβαν κομμάτια. Το σαπούνι ήταν έτοιμο. Σήμερα δε φτιάχνουν σαπούνια πια μ' αυτό τον τρόπο.

Ακόμα και τα κουκούτσια από την ελιά τα επεξεργάζονταν σε ειδικά εργοστάσια και το υπόλειμμα το χρησιμοποιούν σαν καύσιμο υλικό που έχει μεγάλη θερμαντική απόδοση επειδή έκτός από το ξύλο είναι εμποτισμένο και με λάδι.



ΑΛΛΕΣ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ

Μπορεί η βασική καλλιέργεια να ήταν της ελιάς όμως οι πρόγονοί μας έπρεπε να καλλιεργήσουν και τα χωράφια τους για να πάρουν το σιτάρι και να κάνουν αλεύρι για το ψωμί της χρονιάς, να πάρουν καλαμπόκι για τις ζωοτροφές αλλά και για να πάρουν καλαμποκάλευρο για το ψωμί τους.



ΤΟ ΟΡΓΩΜΑ

Στα παλιά τα χρόνια το όργωμα γινόταν με τα ζώα που έσερναν το αλέτρι με το υνί. Το αλέτρι ήταν ξύλινο. Τότε δεν υπήρχαν τα τρακτέρ. Το αλέτρι λοιπόν το έφτιαχναν μόνοι τους από ξύλο.



Έπαιρναν ένα ξύλο που στη μια του άκρη να ήταν κάπως γυριστό. Στο ξύλο αυτό και στο γυριστό του άκρο έκαναν μια σχισμή. Σε αυτή περνούσαν ένα άλλο ξύλο που είχε σχήμα αυγού. Σε αυτό το ξύλο υπήρχε ένα άνοιγμα μέσα από το οποίο περνούσαν το υνί που ήταν σαν ένα μικρό φτυαράκι και με αυτό όργωναν τα χωράφια τους.



Αργότερα έφτιαξαν σιδερένια αλέτρια που τα έσερναν και πάλι τα ζώα τους. Αυτά ήταν από κάτω μια ρόδα που μπορούσε να ανεβοκατεβαίνει και να ρυθμίζει έτσι το βάθος των αυλακιών.

Μετά το όργωμα έπαιρναν τη σβάρνα για να σκεπάσουν τα αυλάκια και μαζί με αυτά και το σπόρο που έσπειραν.


Η σβάρνα στην αρχή ήταν ξύλινη. Πολλά σανίδια το ένα δίπλα στο άλλο έφτιαχνα μια ξύλινη επιφάνεια που την έσερναν τα ζώα κι αυτή ισοπέδωνε το οργωμένο χωράφι. Αργότερα η σβάρνα έγινε ένα σιδερένιο πλέγμα που από κάτω είχε σίδερα έτσι ώστε εκτός από το ισοπέδωμα του οργωμένου χωραφιού και το σκέπασμα του σπόρου, να μπορεί να σπάζει και τους μεγάλους χωμάτινους σβώλους. Παλιότερα η σβάρνα γινόταν από κλαδιά που τα έπαιρναν και έβαζαν πάνω τους πέτρες για να γίνουν επίπεδα. Μετά τα ένωναν και έτσι μπορούσαν να τη σύρουν με τα ζώα τους και να ισοπεδώσουν το οργωμένο χωράφι και να σκεπάσουν το σπόρο που έσπειραν.

ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ - ΑΛΙΕΙΑ


Οι κτηνοτρόφοι για το άρμεγμα χρησιμοποιούσαν τα καρδάρια τα οποία ήταν σαν μικρά καζανάκια από μπακίρι. Μετά έβαζαν το γάλα στις γαλατόμπουγλες και το μετέφεραν. Για να αποθηκεύουν το τυρί χρησιμοποιούσαν βαρέλια ξύλινα και πήλινα κιούπια.



Για να κάνουν το τυρί έβαζαν το γάλα σε καζάνια, έριχναν τυρομαγιά και το άφηναν περίπου μια ώρα μέχρι να πήξει. Μετά το έσπαζαν με τα χέρια και το έβαζαν σε πανιά 'τσαντίλες' και το κρεμούσαν μέχρι να στραγγίσουν τα υγρά. Μετά το κατέβαζαν, το έκοβαν φέτες και αφού το αλάτιζαν το έβαζαν σε δοχεία τενεκεδένια ή σε βαρέλια ξύλινα.

Για να κάνουν το γιαούρτι, έβραζαν το γάλα πρώτα και στη συνέχεια το άφηναν να κρυώσει. Όταν ήταν ακόμα χλιαρό, έβαζαν λίγο παλιό γιαούρτι. Αυτό γινόταν για να γίνει η ζύμωση. Το άφηναν έπειτα περίπου τέσσερις ώρες σε ζεστό μέρος σκεπασμένο με μια πετσέτα. Έπρεπε να μείνει ακίνητο γιατί αν το κουνούσε κάποιος τότε χαλούσε. Το σκεύος που χρησιμοποιούσαν ήταν πήλινες γαβάθες ή πήλινα κουπάκια.


Για να βγάλουν βούτυρο απο το γάλα, έβαζαν το γάλα σε ένα ξύλινο βαρέλι το οποίο στένευε προς τα πάνω και όταν άρχιζε να πήζει το χτυπούσαν επί ώρες με ένα ξύλο. Ο αφρός που δημιουργούνταν ήταν το βούτυρο.

Το ανθότυρο γινόταν από το υγρό που στραγγίζει απο το τυρί που είναι στη τσαντίλα που λέγεται τρόγαλο. Το τρόγαλο το έβραζαν και από την επιφάνεια έπαιρναν το ανθότυρο ενώ από κάτω έμεναν τα υγρά. Το ανθότυρο το έβαζαν σε πανιά τα οποία κρεμούσαν για να φύγουν τα υπόλοιπα υγρά.

Το τουλουμίσο τυρί γινόταν μόνο το φθινόπωρο, όταν το γάλα είναι παχύ. Έπαιρναν το γάλα και το έβαζαν στο τουλούμι (ασκί από δέρμα κατσικιού) προσθέτοντας και αλάτι. Το κρεμούσαν και το άφηναν μέχρι τα Χριστούγεννα περίπου έως ότου φύγουν όλα τα υγρά και μείνει μόνο η κρέμα.

Για τα σαμάρια χρησιμοποιούσαν ξύλα από πλατάνι με τα οποία έκαναν το σκελετό. Μετά έπαιρναν πανί από τσουβάλι και αφού το ράβανε το γεμίζανε με χόρτο που το λέγανε ραγαζί. Μετά το εφαρμόζανε πάνω στο σκελετό.

Τα μπρούτζινα κουδούνια τα έλεγαν βροντίσα και τα λαμαρινένια τα έλεγαν μαλαθούνες. Συνήθως τα αγόραζαν έτοιμα από βιοτεχνίες. Εκεί όμως φαινόταν η τέχνη του βοσκού. Με κατάλληλα χτυπήματα που έκανε στην επιφάνεια του μπρούτζινου κουδουνιού, κατάφερναν να του δώσουν τον ήχο (τη φωνή) που ήθελαν. Έτσι κρεμούσαν στα κατσίκια τους κουδούνια με διαφορετικούς ήχους και μπορούσαν να καταλάβουν αν κάποιο από τα κατσίκια είχε ξεφύγει από το κοπάδι.

Στο χώρο της αλιείας λίγα πράγματα ήταν διαφορετικά απο αυτά που γίνονται σήμερα.

Τα δίχτυα τα έφτιαχναν με διχτόνημα (μπαμπακούρα) το οποίο έβαφαν με χρώμα που έπαιρναν από 'πιτίκες' (φλούδες πεύκου) και τα πλέκανε με τη σαΐτα που ήταν ένα μικρό μυτερό ξυλάκι.

ΡΑΚΟΚΑΖΑΝΟ



Μετά τον τρύγο που τελείωνε τον Οκτώβριο άρχιζε η διαδικασία παραγωγής τσίπουρου. Πρώτα έβαζαν τα σταφύλια σε ξύλινα βαρέλια και τα πατούσαν με ένα ξύλο σε σχήμα σταυρού (για να πιάνει μεγαλύτερη επιφάνεια) το 'πατητήρι' και τα πατούσαν κάθε μέρα για ένα μήνα περίπου. Στα μέσα Νοεμβρίου άρχιζε η λειτουργία του ρακοκάζανου που συνεχιζόταν μέχρι τα Χριστούγεννα περίπου.

Το ρακοκάζανο είναι ένας μεγάλος αποστακτήρας. Σε ένα μεγάλο βαρέλι θερμαίνεται και βράζει ο μούστους με τα τσίπουρα. Ο ατμός που δημιουργείται μεταφέρεται με ένα σωλήνα σε ένα άλλο βαρέλι που βρέχεται συνέχεια με νερό που ανανεώνεται για να είναι κρύο και λειτουργεί σαν ψυγείο. Εκεί ο ατμός ψύχεται και υγροποιείται.

Αυτός ο υγροποιημένος ατμός που συγκεντρώνεται σε ένα δοχείο λέγεται σούμα ή πρωτοράκι. Αφού τελειώσουν με όλα τα σταφύλια το πρωτοράκι που πήραν το ξαναρίχνουν στον αποστακτήρα για καινούργια απόσταξη. Αυτό λέγεται μετάβρασμα. Τότε για να του δώσουν καλύτερη γεύση και άρωμα πρόσθεταν γλυκάνισο ή μαστίχα κλπ.

Για τη θέρμανση του καυστήρα χρησιμοποιούσαν - και χρησιμοποιούν ακόμα και σήμερα όπως είδαμε στα ρακοκάζανα που επισκεφτήκαμε - πυρηνόξυλο δηλαδή το υπόλειμμα από την επεξεργασία του κουκουτσιού (πυρήνα) της ελιάς.

Τα υπολείμματα των σταφυλιών που τα έβγαζαν από το καζάνι όταν τέλειωνε η απόσταξη δεν τα πετούσαν. Τα χρησιμοποιούσαν σα λίπασμα στα χωράφια τους. Έτσι βλέπουμε πως τίποτα απο αυτά που τους έδινε η φύση δεν το σπαταλούσαν.

Έτσι έφτιαχναν το τσίπουρο.

ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ - ΟΙΚΟΤΕΧΝΙΑ - ΜΙΚΡΟΤΕΧΝΙΑ

Οι δυσκολίες εκείνης της εποχής δεν ήταν μόνο στις δουλειές που είχαν να κάνουν έξω από το σπίτι. Και οι δουλειές του σπιτιού είχαν κι αυτές τις δικές τους δυσκολίες. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν είχαν κι επομένως ούτε τις σημερινές συσκευές που κάνουν τη ζωή της νοικοκυράς πολύ εύκολη.

Η σίγουρη πηγή ενέργειας ήταν το τζάκι. Το τζάκι ζέσταινε το σπίτι, αλλά είχε και πολλές άλλες χρήσεις. Εκεί ζέσταιναν το νερό για να κάνουν μπάνιο ή για να πλύνουν τα ρούχα τους και τα πιάτα τους. Στο τζάκι έβαζαν και το τσουκάλι για να μαγειρέψουν. Από το τζάκι έπαιρναν τα κάρβουνα για το σίδερό τους.

Επίσης το τζάκι ήταν πολύ σημαντικό γιατί γύρω από το τζάκι που όπως και να το κάνουμε έδινε και λίγο φως μαζευόταν όλη η οικογένεια τα βράδια και συζητούσε.

Οι γυναίκες του σπιτιού έπρεπε να κατασκευάζουν και όλα τα απαραίτητα για το σπίτι. Χαλιά, πετσέτες, διακοσμητικά, ρούχα και ό,τι άλλο είχε ανάγκη το σπίτι. Θα εξετάσουμε λοιπόν και τις ασχολίες των γυναικών στο σπίτι, τα σκεύη που χρησιμοποιούσαν και τον τρόπο που τα κατασκεύαζαν.

Εκτός από τις γυναίκες και οι άνδρες έπρεπε να κατασκευάσουν κάποια σκεύη για το σπίτι, όπως παγούρια, στάμνες, κουτάλες και άλλα. Όλα αυτά θα τα δούμε εξετάζοντας τη μικροτεχνία των προγόνων μας. Ακόμα θα δούμε τα εργαλεία τα οποία κατασκεύαζαν οι ίδιοι για να διευκολυνθούν στις εργασίες τους.

Φυσικά αποκορύφωμα τις οικοτεχνίας αποτελεί ο αργαλειός που θα τον εξετάσουμε χωριστά.

ΤΟ ΠΛΥΣΙΜΟ ΤΩΝ ΡΟΥΧΩΝ

Η τεχνολογία διευκόλυνε ακόμα μια υποχρέωση των γυναικών όπως το πλύσιμο των ρούχων.

Εδώ και τρεις δεκαετίες το πλυντήριο ρούχων εισέβαλε σε κάθε σπίτι. Σήμερα οι γυναίκες βάζουν τα ρούχα στο πλυντήριο, ρίχνουν το απορρυπαντικό, πατάνε μερικά κουμπιά και φεύγουν. Παλιότερα όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Επειδή τότε δεν είχε κάθε σπίτι και τη βρύση του, το νερό έπρεπε να το κουβαλάνε από κανένα μακρινό ποταμάκι ή από τη βρύση του χωριού που βρισκόταν στην πλατεία του χωριού.

Έβαζαν σ ένα καζάνι μεγάλο το νερό που είχαν φέρει κι έβαζαν μέσα και στάχτη από το τζάκι. Το καζάνι έβραζε πάνω στο χαρκόλακα (υπαίθριο τζάκι). Η στάχτη είχε την ιδιότητα να μαλακώνει το νερό κι έκανε το σαπούνι να βγάζει αφρό (σαπουνάδα). Μετά έπαιρναν νερό με μια κρατούνα από το καζάνι και το έριχναν μέσα σε μια σκάφη με τα άπλυτα ρούχα. Με ένα σαπούνι που το έφτιαχναν από λάδι, τα σαπούνιζαν και τα έβαζαν σε μια άκρη. Η σκάφη ήταν συνήθως ξύλινη. Αφού τελείωνε το σαπούνισμα τα ξέπλεναν στη βρύση της αυλής ή αν δεν είχαν βρύση τα πήγαιναν στη βρύση που υπήρχε στην πλατεία του χωριού. Έπειτα τα άπλωναν σε σχοινιά που είχαν κρεμασμένα στην αυλή τους για να στεγνώσουν. Τα λευκά τα ρούχα τα ξαναέβραζαν στο καζάνι, χωρίς στάχτη για να είναι λαμπερά.

Τα μεγάλα τα χαλιά τα πήγαιναν στις πηγές ή στο λάκκο που είχε τρεχούμενο νερό. Εκεί αφού τα άφηναν να μουλιάσουν στη συνέχεια έπιαναν από τη μία άκρη και τα χτυπούσαν με ένα ξύλο που λεγόταν 'κοπανίδα' για να φύγουν οι βρομιές. Τα δίπλωναν λίγο λίγο και συνέχιζαν να τα χτυπούν. Αφού είχαν χτυπήσει όλο το χαλί στη συνέχεια το ξέβγαζαν με το τρεχούμενο νερό της πηγής ή του λάκκου. Απορρυπαντικό δε χρησιμοποιούσαν. Σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να έβαζαν λίγο σαπούνι απο αυτό που είχαν φτιάξει από το λάδι της ελιάς.

Το σιδερωμα

Φυσικά πρέπει να αναφέρουμε και για το σιδέρωμα των ρούχων. Το σίδερο για το σιδέρωμα είχε και τότε το σχήμα περίπου που έχουν και τα σημερινά, μόνο που δεν ήταν ηλεκτρικό. Για το ζέσταμά του χρησιμοποιούσαν κάρβουνα. Το πάνω μέρος του σίδερου μαζί με το χερούλι του άνοιγε και το εσωτερικό του σίδερου ήταν κούφιο. Το γέμιζαν λοιπόν με κάρβουνα από το τζάκι κι έτσι το ζέσταιναν και ήταν έτοιμο να σιδερώσει τα πλυμένα ρούχα.

Ο ΦΟΥΡΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΨΩΜΙ

Για να γίνει το ψωμί ήταν κι αυτό μια πολύ δύσκολη δουλειά. Για να φτιαχτεί σύμφωνα με την παράδοση έπρεπε οι γυναίκες να φτιάξουν το προζύμι στις 14 Σεπτεμβρίου, στη γιορτή της υψώσεως του Τιμίου Σταυρού χρησιμοποιώντας το σταυρολούλουδο. Εκείνη την ημέρα φτιαχνόταν το προζύμι της χρονιάς.

Η κάθε γειτονιά είχε το δικό της φούρνο. Πολλές φορές και κάθε σπίτι είχε το φούρνο του. Οι γυναίκες έπρεπε να σηκωθούν πολύ πρωί για να ζυμώσουν και να αφήσουν τη ζύμη να φουσκώσει για να πλάσουν στη συνέχεια το ψωμί και να το ψήσουν. Φυσικά αυτή τη δουλειά δεν την κάνανε κάθε μέρα. Ψωμί κάνανε μια φορά την εβδομάδα.

Αφού λοιπόν έπαιρναν προζύμι από κάποιον που είχε κάνει πρόσφατα ψωμί ζύμωναν με αυτό το δικό τους ψωμί. Κάθε νοικοκυρά κρατούσε λίγο προζύμι όταν ζύμωνε για να έχει και για την επόμενη φορά που θα ήθελε να ζυμώσει. Το προζύμι αυτό ξίνιζε αλλά έτσι έπρεπε να γίνει γιατί ξέρουμε ότι για να φουσκώσει το ψωμί πρέπει να γίνει η ζύμωση από τους μύκητες. Το ξινισμένο προζύμι δηλαδή γινόταν μαγιά. Το έβαζαν λοιπόν μαζί με άλλο αλεύρι και νερό (ανάλογα όσο ψωμί ήθελαν να κάνουν) και το ζύμωναν με τα χέρια τους σε μια μεγάλη ξύλινη σκάφη για να ανακατευτεί το προζύμι και να γίνει η ζύμωση σε όλο το ζυμάρι.

Το ζυμάρι που είχαν ζυμώσει στη μεγάλη ξύλινη σκάφη, το σκέπαζαν έβαζαν και κάτι βαρύ πάνω του και περίμεναν να φουσκώσει. Όταν φούσκωνε το έβαζαν σε μια βάση για να το πλάσουν. Έπαιρναν κομμάτια από ζυμάρι, αρκετά μεγάλα, και τα έδιναν το σχήμα του ψωμιού. Τα ψωμιά τότε ήταν στρόγγυλα. Πάνω στο ψωμί χάραζαν με τα χέρια τους το σχήμα του σταυρού, γιατί εκείνα τα χρόνια ήταν έντονη η θρησκευτικότητα και το ψωμί θεωρούνταν ιερό και ευλογημένο. Τα ψωμιά αυτά τα έβαζαν σε μια πινακωτή (στενόμακρη ξύλινη σκάφη με χωρίσματα για το κάθε ψωμί) τα σκέπαζαν και με ένα πανί που το έλεγαν 'μισάλι' και ήταν έτοιμα για να πάνε να ψηθούν.

Τότε έπρεπε να ετοιμάσουν το φούρνο. Ο φούρνος ήταν σαν ένα μικρό σπιτάκι κτισμένος με τούβλα και πέτρες. Στη βάση είχαν τις πέτρες που ήταν ειδικές γιατί αυτές έπρεπε να κάψουν και πάνω σε αυτές θα έψηναν το ψωμί.

Στην αρχή έβαζαν μέσα στο φούρνο διάφορα κλαδιά και ξύλα και τα άναβαν. Αφού είχε κάψει ο φούρνος, τότε 'έσβηναν' το φούρνο, δηλαδή έβγαζαν έξω τα ξύλα που έκαιγαν ακόμα για να μην καπνίζουν και μυρίσει το ψωμί. Με μια ξύλινη τσουγκράνα τραβούσαν στην είσοδο του φούρνου τα μικρά καρβουνάκια που ήταν ακόμα αναμμένα και τα άφηναν εκεί για να κρατάει κάποια θερμοκρασία που ήταν απαραίτητη για το ψήσιμο του ψωμιού. Ύστερα με μια βρεγμένη πάνα καθάριζαν τη βάση του φούρνου γιατί εκεί πάνω θα έβαζαν τα ψωμιά να ψηθούν και έπρεπε να είναι καθαρά.


Αφού τελείωναν με την προετοιμασία του φούρνου, έφερναν την πινακωτή με τα ψωμιά που έπρεπε να ψηθούν. Τα έβαζαν ένα ένα πάνω σ΄ ένα ξύλινο φτυάρι και τα έβαζαν μέσα στο φούρνο κατευθείαν πάνω στις πέτρες που έκαιγαν. Δε χρησιμοποιούσαν ταψί ή άλλο σκεύος. Το ζυμάρι τοποθετούνταν πάνω στις πέτρες του φούρνου. Στη συνέχεια έκλειναν την πόρτα του φούρνου με μια λαμαρίνα για να μη φεύγει η θερμότητα και περίμεναν να ψηθεί το ψωμί.

Όταν κάποιος δεν είχε φούρνο και πήγαινε σε κάποιον γειτονικό για να ψήσει το ψωμί του, άφηνε σαν αμοιβή στον ιδιοκτήτη του φούρνου ένα καρβέλι.


Related Posts :



Blog Widget by LinkWithin
Δημοσίευση σχολίου