Google+ Γαλακτοκομικά Καρυάς - Μαυρόγιαννης Θεοδόσιος: Τα θεμέλιά μου στα βουνά ...

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Τα θεμέλιά μου στα βουνά ...

Αρτεμίσιο το βουνό που αποτελεί σημείο αναφοράς για το χωριό μας και που αγκάλιασε και έθρεψε γενιές και γενιές στο πέρασμα των χρόνων. Φιλοξένησε στους πρόποδές του οικογενειάρχες ανθρώπους που πάλευαν καθημερινά για ένα κομμάτι ψωμί, άντρωσε τις ψυχές τους και πέτρωσε τα κουρασμένα από το πολύωρο περπάτημα πόδια τους σαν το βράχο του.Ας γυρίσουμε λίγο πίσω και ας δούμε τη ζωή εκεί όπως αυτή κυλούσε πριν από δεκαετίες.
    
Οι δουλειές των ανθρώπων ήταν αποκλειστικά αγροκτηνοτροφικής φύσεως. 
Καλλιεργούσαν σιτάρι, καλαμπόκι, βρώμη, όσπρια, κεχρί. Η καλλιέργεια των χωραφιών γινόταν με ένα ζευγάρι μουλαριών και απαραίτητο εργαλείο για το όργωμα ήταν το ξυλάλετρο. Το ξυλάλετρο αποτελούνταν από ένα υνί, από το σταβάρι, το κοντούρι, το νύχι και τη σπάθα. Επίσης από το λεγόμενο ζυγό με τις ζεύλες οι οποίες δένονταν με σκοινί κάτω από το λαιμό του μουλαριού και από το κουλούρι που έμπαινε μέσα το αλέτρι και δένονταν με το ζυγό μελουριά φτιαγμένα από δέρμα αιγοπροβάτων. 

Ο γεωργός για να εξαναγκάζει τα ζά να περπατάνε στο χωράφι είχε ένα μακρύ ξύλο μήκους περίπου δύο μέτρων με ένα καρφί στην μπροστινή άκρη και την ξύστρα στο πίσω μέρος με την οποία καθάριζε τα αλέτρια. Το ξύλο αυτό λεγόταν αξάλη. Την αξάλη την είχαν και σα σημείο αναφοράς για να μετρούν την πορεία του ήλιου από την ανατολή ως τη δύση του (π.χ. ο ήλιος πάει δύο αξάλες πάνω). Το όργωμα γινόταν όλη την ημέρα κατά το Φθινόπωρο για τα σιτηρά και κατά την Άνοιξη για τα καλαμπόκια. Μιας και αναφερόμαστε στη γη πρέπει να πούμε ότι κάθε νοικοκυριό έφτιαχνε οπωσδήποτε και ένα κήπο για τις ανάγκες της οικογένειας. 
 
Τα κοπάδια ζώων αποτελούνταν από γίδια, πρόβατα και γελάδια. Η ημέρα ξεκινούσε νωρίς το πρωί με το τσομπάνη να παίρνει λίγο ψωμί στον τροβά του και να βγάζει το κοπάδι του για βοσκή, αφού είχε προηγηθεί το πρωϊνό άρμεγμα των ζώων και η αποθήκευση του γάλακτος στα καρδάρια,
τα οποία ήταν ξύλινα δοχεία και ανάλογα με τη χωρητικότητα των οκάδων τα χώριζαν σε πεντάρια, εξάρια και δεκάρια. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβάνονταν και το βράδυ με την επιστροφή του κοπαδιού στο μαντρί. 

Η γυναίκα ξεκινούσε με μαγείρεμα, ζύμωμα, πλύσιμο, και είτε πήγαινε κοντά στο κοπάδι είτε δούλευε στο μαντρί, στον κήπο.
Τα παιδιά, αν πήγαιναν στο σχολείο έπρεπε να ανέβουν στο δημοτικό σχολείο του χωριού, ειδάλλως βοηθούσαν κι’ αυτά στα ζώα, στο σπίτι στο πότισμα και όπου αλλού υπήρχε ανάγκη. Η ζωή ήταν σκληρή και δύσκολη.
Από το πρωί ως το βράδυ οι άνθρωποι είχαν να αντιμετωπίσουν το κρύο, τη ζέστη, την πείνα, και ένα σωρό δυσκολίες που προέκυπταν. Παρολ’ αυτά στήριζαν με όλες τους τις δυνάμεις τα υπάρχοντά τους και κοπίαζαν για να επιβιώσουν, να συντηρηθούν και τίποτα περισσότερο. Όλοι τους ήταν σχεδόν στο ίδιο οικονομικό, μορφωτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο.
Λένε πως οι αντιζηλίες, η κακία, ο αθέμιτος ανταγωνισμός και η παράφορη επιθυμία για πιο πολλά σε βάρος άλλων απουσίαζε. Τι ιδανικός κόσμος! (αν τελικά υπήρχε). Το σίγουρο πάντως είναι πως αυτοί οι άνθρωποι που ήταν απαλλαγμένοι από τον καταναλωτισμό και τη συσσώρευση υλικών αγαθών, τις επιταγές του σύγχρονου και μοντέρνου κόσμου είχαν ζεστή καρδιά, ουσιαστική επικοινωνία και ανθρώπινη επαφή.
Κάθε πρωί οι τσομπάνηδες μεταξύ τους από το σημείο στο οποίο βρίσκονταν δήλωναν την παρουσία τους με ένα χούϊασμα,
μια δυνατή φωνή, η οποία (εξασθενισμένη βέβαια από την απόσταση) έφτανε στην απέναντι πλευρά για να γυρίσει πάλι πίσω από το στόμα του άλλου τσομπάνη. Ήταν η επικοινωνία τους, η καλημέρα τους και η απόδειξη ότι ήταν γεροί και παρόντες στις καθημερινές ανάγκες.
Τα βράδια γίνονταν τα λεγόμενα «νυχτέρια» που ήταν ο πιο αγαπητός τρόπος επικοινωνίας των ανθρώπων. Μαζεύονταν τα βράδια στα κονάκια τους κουβέντιαζαν, γελούσαν, τραγουδούσαν και έλεγαν τα νέα της ημέρας. Αν ρωτήσει κανείς σήμερα αυτούς τους ανθρώπους τι θυμούνται πιο έντονα από εκείνα τα χρόνια, θα σου πουν ότι εκείνο που νοσταλγούν περισσότερο από τη ζωή τους είναι αυτά τα νυχτέρια, όπου η μεγαλοψυχία τους, η αγάπη, η ανάγκη τους να εκφράζονται και να επικοινωνούν ήταν ό,τι πολυτιμότερο συνέβαινε στη δύσκολη και στερημένη ζωή τους.
Τα κονάκια κατασκευάζονταν με πλέχτρες και λάσπη. Οι πλέχτρες ήταν ξύλινες χοντρές βέργες και μαζί με τη λάσπη αποτελούσαν τα κύρια οικοδομικά υλικά της εποχής. Στην όλη φιλοσοφία έρχεται να προστεθεί και η αποξηραμένησίκαλη ή ο βάλτος με τα οποία κατασκεύαζαν τις σκεπές.
Υποχρεωτική κατασκευή στο εσωτερικό της καλύβας ήταν το τζάκι, το οποίο χτίζονταν στη μέση της πλευράς ενός τοίχου, αποτελού- σε το μοναδικό είδος θέρμανσης και το μοναδικό χώρο στον οποίο η νοικοκυρά μαγείρευε το φαγητό.
Το φαγητό σερβίρονταν στο σοφρά, ξύλινο στρογγυλό κοντό τραπέζι σε χαλκοματένια πιάτα ή σε πήλινα που τα ονόμαζαν «μσούρες» και για καρέκλες χρησιμοποιούσαν τα στρουμπιά που ήταν ξύλινα κοντά κούτσουρα.
Διατροφικά η οικογένεια τρέφονταν περισσότερο με όσπρια, γαλακτοκομικά, λαχανικά, πίτες και λιγότερο με κρέας. Για κρεβάτια οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν τις βελέντζες, οι οποίες γίνονταν από μαλλί προβάτων ή τις τράιες που γίνονταν από μαλλί γιδιών και για αποθηκευτικούς χώρους των ρούχων και του νοικοκυριού είχαν ξύλινες κασέλες. Νερό στην καλύβα δεν υπήρχε, αλλά το εξασφάλιζε κάθε οικογένεια πηγαίνοντας στο κοντινότερο σημείο που έβγαινε νερό και το μετέφερε με φτσέλες και βαρέλες.
Σε μια γωνιά της καλύβας η γυναίκα έστηνε τον αργαλειό της για να υφαίνει είδη ενδυμασίας όλης της οικογένειας (κάλτσες, ποδιές, μαλλίνες, κάπες, φανέλες) και είδη προίκας των κοριτσιών (μαξιλάρια, μαντανίες).
Όσον αφορά στην ενδυμασία του άνδρα αυτή αποτελούνταν από ένα σκούτινο δίμτο παντελόνι, περασμένο στα μαντάνια, ένα πουκάμισο με τραχλιά και με πελετζίκια στα μανίκια που το ονόμαζαν «κοντό», ένα πλεχτό χωρίς μανίκια που πλεκόταν με βέργες, τσιρέπια από μαλλί προβάτου πλεγμένα με βέργες, γουρουνοτσάρουχα από ξερό δέρμα γουρουνιού ή βοδιού και τσαρούχια με φούντα και ένα φαρδύ εξωτερικό ένδυμα με άσπρο γαϊτάνι που το έφτιαχναν στον αργαλειό και ονομάζονταν κάπα ή κατσιλάρι.
Η ενδυμασία της γυναίκας αποτελούνταν από μαλλίνα φτιαγμένη στον αργαλειό και κεντημένη στο τελείωμα, από την μπόλκα (είδος πουκάμισου), από μια ποδιά φτιαγμένη στον αργαλειό κεντημένη στο τελείωμα, από τσιρέπια πλεγμένα με βέργες, τα οποία τα κρατούσαν με καλτσοδέτες, γουρουνοτσάρουχα και μια εσάρπα για εξωτερικό ένδυμα που ήταν πλεχτή με βέργες και κρόσια στο τελείωμα.
Σ ’αυτό το σημείο αξίζει νομίζω γνωρίσουμε (στιχουργικά τουλάχιστον) ένα τραγούδι του αργαλειού.

 ΤΗΣ ΡΗΝΟΥΛΑΣ 

  Ρηνούλα μ’ κάτσε φρόνιμα, σαν τ’ άλλα τα κορίτσια,
 μη μπαινοβγαίνεις στο μπαλκόνι κοιτάς τα παλικάρια. 
Τα παλικάρια τα καλά παίρνουν καλές κοπέλες, να ξέρουν ρόκα κι’ αργαλειό να ξέρουν να κεντάνε.
 Το κέντημα είναι γλέντημα και η ρόκα το σεργιάνι,
 κι’ αυτός ο δόλιος ο αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη.

     Και μ’ αυτό το τραγούδι κλείνει το κεφάλαιο της ζωής των γονιών μας των παππούδων μας, και άλλων γενιών πιο πίσω .
     Εύχομαι, να κατάφερα μέσα απ’ αυτές τις λίγες γραμμές να «προβάλω» στη μνήμη των αναγνωστών που βίωσαν αυτές τις συνθήκες την ίδια τους τη ζωή σαν μια ταινία παλιά, και να προκαλέσω επίσης διάφορα συναισθήματα όπως συγκίνηση, νοσταλγία, πικρία, έναν αναστεναγμό, και ένα δάκρυ ίσως!

 Για να θυμούνται οι παλαιότεροι… και να μαθαίνουν οι νεότεροι… 

πηγή από το χωριάτικο blog :ΣΜΟΚΟΒΟ και ΣΜΟΚΟΒΙΤΕΣ

Related Posts :



Blog Widget by LinkWithin
Δημοσίευση σχολίου