Google+ Γαλακτοκομικά Καρυάς - Μαυρόγιαννης Θεοδόσιος

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Τι σημαίνει να είσαι φτωχός;

Ένας πατέρας με οικονομική άνεση, θέλοντας να διδάξει στο γιο του τι σημαίνει φτώχεια, τον πήρε μαζί του για να περάσουν λίγες μέρες στο χωριό, σε μία οικογένεια που ζούσε στο βουνό.
Πέρασαν τρεις μέρες και δυο νύχτες στην αγροικία. Καθώς επέστρεφαν στο σπίτι, μέσα στο αυτοκίνητο, ο πατέρας ρώτησε το γιο του:
"Πως σου φάνηκε η εμπειρία;"
"Ωραία" απάντησε ο γιος με το βλέμμα καρφωμένο στο κενό.
"Και τι έμαθες;" συνέχισε με επιμονή ο πατέρας.
Ο γιος απάντησε:
 - Εμείς έχουμε ένα σκύλο, ενώ αυτοί τέσσερις...
- Εμείς διαθέτουμε μια πισίνα που φτάνει μέχρι τη μέση του κήπου, ενω αυτοί ένα ποτάμι δίχως τέλος, με κρυστάλλινο νερό, μέσα και γύρω από το οποίο υπάρχουν και άλλες ομορφιές...
- Εμείς εισάγουμε φαναράκια από την Ασία για να φωτίζουμε τον κήπο μας, ενώ αυτοί φωτίζονται από τα αστέρια και το φεγγάρι...
- Η αυλή μας φτάνει μέχρι το φράχτη, ενώ η δική τους μέχρι τον ορίζοντα...
- Εμείς αγοράζουμε το φαγητό μας, ενώ αυτοί σπέρνουν και θερίζουν γι' αυτό...
- Εμείς ακούμε CDs. Αυτοί απολαμβάνουν μια απέραντη συμφωνία από πουλιά, βατράχια και άλλα ζώα. Και όλα αυτά διακόπτονται που και που από το ρυθμικό τραγούδι του γείτονα που εργάζεται στο χωράφι...
- Εμείς μαγειρεύουμε με ηλεκτρική κουζίνα. Αυτοί ότι τρώνε έχει αυτή τη θεσπέσια γεύση, μια και μαγειρεύουν στα ξύλα...
- Εμείς για να προστατευθούμε, ζούμε περικυκλωμένοι από έναν τοίχο με συναγερμό. Αυτοί ζουν με τις ορθάνοιχτες πόρτες τους, προστατευμένοι από τη φιλία των γειτόνων τους...
- Εμείς ζούμε "καλωδιωμένοι" με το κινητό, τον υπολογιστή, την τηλεόραση. Αυτοί, αντίθετα, "συνδέονται" με τη ζωή, τον ουρανό, τον ήλιο, το νερό, το πράσινο του βουνού, τα ζώα τους, τους καρπούς της γης τους, την οικογένειά τους...
Ο πατέρας, έμεινε έκπληκτος από τις απαντήσεις του γιου του...Και ο γιος ολόκληρωσε με τη φράση:
"Σ' ευχαριστώ, μπαμπά, που μου δίδαξες πόσο φτωχοί είμαστε...
"ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΦΤΩΧΟΤΕΡΟΙ ΣΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΠΟΥ ΕΧΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗ ΦΥΣΗ, ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ΕΡΓΑ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΜΑΣ.ΑΓΩΝΙΟΥΜΕ ΠΩΣ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ, ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ, ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΟΛΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΑΝΤΙ ΝΑ ΜΑΣ ΑΠΑΣΧΟΛΕΙ ΤΟ «ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ».
πηγή: www.giatousfilous.com 
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

Ας τιμήσουμε τον Αϊ Γιάννη μας...τον Άγιο του Χωριού μας..!


Στις 29 Αυγούστου πρέπει να θυμηθούμε ότι γιορτάζει ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. Όχι για να ευχηθούμε σε φίλους και γνωστούς, γιατί είναι πράγματι ελάχιστοι οι εορτάζοντες αυτή τη μέρα, αλλά για να νηστέψουμε και να προσπαθήσουμε να δούμε τη ζωή από μια άλλη σκοπιά. Πιο ανθρώπινη, περισσότερη δίκαιη και απόλυτα πιστή στις Χριστιανικές επιταγές. Το ημερολόγιο γράφει για αυτή τη μέρα ότι, γιορτάζουμε την αποτομή της κεφαλής του Προδρόμου, δηλαδή τον αποκεφαλισμό του.
Ας πούμε διό λόγια για αυτό τον Άγιο που είναι τόσο οικείος και τόσο αγαπητός. Ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος υπήρξε υπόδειγμα ασκητού, προφήτου και ανθρώπου. Ζούσε στην έρημο και ήταν από όλους αγαπητός. Πλήθος κόσμου συνέρεε καθημερινά κοντά του και διψούσε να ακούει τα φλογερά λόγια του. Δεν ήταν μάλιστα και λίγοι αυτοί που του ζητούσαν να τους βαφτίσει στον Ιορδάνη ποταμό, γι’ αυτό τον αποκαλούσαν και βαπτιστή.
Ο πλήρης ασκητικός βίος του και η αυστηρή του εμφάνιση συμπλήρωναν τον Θείο λόγο του. Ανάμεσα δε σε αυτούς που ερχόντουσαν να τον ακούσουν ήταν και άτομα της καλής κοινωνίας. Αυτή η μεγάλη αγάπη του κόσμου προς το άτομό του ήταν που τον έκανε αργότερα μισητό στους άρχοντες και επιζητούσαν να τον θανατώσουν, όπως και έγινε όπως γνωρίζουμε. Ο θάνατός του ήταν με αποκεφαλισμό.
Ο Χριστός δεν έμεινε μακριά από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και ήταν μέσα σε αυτούς που βαπτίστηκε. Αλλά και ο Πρόδρομος, από Θεία Χάρη, στο πρόσωπο του Χριστού είδε τον λυτρωτή του κόσμου και συνέχισε με περισσότερο ζήλο τη διδασκαλία του. Λέγεται μάλιστα ότι μέσα από τη φυλακή και ενώ γνώριζε τον επερχόμενο θάνατό του, έστειλε τους μαθητές του να ρωτήσουν τον Ιησού, εάν πράγματι είναι ο Σωτήρας του κόσμου. Όχι, ο Πρόδρομος δεν είχε καμία αβεβαιότητα, δεν αμφέβαλε καθόλου. Ήθελε όμως να διαβεβαιώσει τους μαθητές του, καθώς και τους υπόλοιπους ανθρώπους, ότι ο Μεσσίας ήταν πλέον στην γη και ότι έπρεπε όλοι να τον ακολουθήσουν.
Ήταν τόσο καλός, τόσο φλογερός αυτός ο Άγιος! Ένα από τα ονόματα με τα οποία τον αποκαλεί ο λαός είναι και το «Τίμιος», άλλο είναι το Νηστευτής κλπ. Και τι δεν ήταν! Ασκητής, τίμιος, εγκρατής, δεινός ρήτωρ, ακούραστος εργάτης τους θελήματος του Θεού! Εμείς δεν έχουμε τίποτα άλλο από το να ακολουθούμε έστω και στο ελάχιστο τα Άγια βήματά του.
Θα σταθώ για λίγο και στην ουσία της γιορτής του αυτής που είναι η νηστεία. Γιορτάζουμε δηλαδή στις 29 Αυγούστου τον Άγιο Ιωάννη τον Νηστευτή, μία από τις πολλές χάρες του Αγίου. Την άσκησή του απέναντι σε έναν πειρασμό, που δεν είναι άλλος από την περιποίηση του σώματος. Κοιτάχτε τον Άγιο! Τρώει ελάχιστα και είναι ενδεδυμένος με ένα λιτό ύφασμα από τρίχες καμήλας. Εμείς γιατί να μην μπορούμε να σταθούμε έστω και μια στιγμή με λιγότερη τροφή και απλά ενδύματα; Λέγεται πως ο ίδιος ο Άγιος θέλει αυτή τη μέρα να κάνουμε νηστεία. Όπως ακριβώς έψεγε την ακόλαστη ζωή των συγχρόνων του και επιζητούσε την επάνοδό τους στο σωστό δρόμο, έτσι και τώρα ζητά να κάνουμε στη μνήμη του μια μικρή νηστεία, για το καλό μας.
Θυμάμαι και ένα μικρό περιστατικό που μου διηγήθηκε κάποτε μια ευλαβής κυρία. Αυτή τη μέρα τη νήστευαν στο πατρικό της στην Κρήτη. Μια φορά όμως πήγε και έφαγε κρυφά τυρί από το ψυγείο, έβαλε και λίγο λάδι στο φαΐ της. Σε λίγο όμως την πιάσανε κάτι κρυάδες και κάτι πόνοι, που τους θυμάται ακόμα και σήμερα. Η μητέρα της, που δεν άργησε να την αντιληφθεί, την είχε ρωτήσει αν είχε φάει κάτι που δεν έπρεπε και αυτή της το είχε ομολογήσει αμέσως. «Μην το ξανακάνεις» την είχε συμβουλέψει, «Ο Άγιος είναι καλός δεν ζητά τίποτα παραπάνω, κάνε το σταυρό σου και θα σου περάσει σε λίγο». Της είχε πει στο τέλος και δεν είχε άδικο. Από τότε δεν παραλείπει να το τηρεί και να προτρέπει και τους άλλους για μια μικρή νηστεία.


Γιάννης Κανατσέλης

Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2013

Νοσταλγία Χωριού. .!!

Χωριό μου εγώ κι αν έφυγα

ο νούς μου ειναι πίσω

το ξέρεις πόσο σ΄ αγαπώ

και θα ξαναγυρίσω

χωριό μου κι αν σ΄εγκατέλειψα

παρά τη θέλησή μου

ο πόθος να σε επισκευτώ

είναι μες την ψυχή μου

χωριό μου εγώ νοστάλγισα

την πλούσια δροσιά σου

που την σκορπάς ακούραστα

σε όλα τα παιδιά σου

ν΄αγνάντευα τριγύρω σου

να δώ το καμαράκι

και όλες τις βουνοπλαγιές

το ΄χω κρυφώ μεράκι.!
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

«Πάμε Ελλάδα. Αγαπώ και Προβάλλω τον Τόπο μου»

Έξι χιλιετίες δεν είναι αρκετές για να μάθει κανείς την ιστορία του Άργους. Κάποια απο τα μυστικά του Άργους είναι καλά κρυμμένα και μας αποκαλύπτονται μόνο αν σεργιανίσουμε στους δρόμους του. Η πορεία του δεν συγκρίνεται παρά με ελάχιστες πόλεις σε όλο τον κόσμο....

THE SECRETS OF ARGOS
Six thousand years is not enough to learn the history of Argos. Some of the secrets of Argos is well hidden and only revealed if we stroll around its streets. The path cannot be compared only with a few cities around the world.

Ξέρω ένα μέρος που όταν βρέχει σε ζεσταίνει
Κι όταν ουρλιάζεις αυτό σωπαίνει
Και όταν γύρω σου η γη τρελή γυρίζει
Σε αγκαλιάζει και σε κοιμίζει...

Η μουσική επένδυση του βίντεο προέρχεται από το τραγούδι των ΟΝΑΡ "Ξέρω ένα μέρος που δεν μοιάζει με κανένα". Στίχοι: Πένυ Ραμαντάνη - Μουσική: Λευτέρης Πλιάτσικας. Ερμηνεία: ΟΝΑΡ και Φίλιππος Πλιάτσικας. Τους ευχαριστούμε θερμά που μας επέτρεψαν να χρησημοποιήσουμε το υπέροχο τραγούδι τους.

ΑΡΓΟΣ

Μια δημιουργία του Ηλεκτρονικού και Ηλεκτρολογικού τομέα του 1ου ΕΠΑΛ ΑΡΓΟΥΣ

Ευχαριστούμε τον Χρήστο Σελλή για την ευγενική προσφορά των υπέροχων φωτογραφιών του κάστρου της Λάρισας.

(ΜΑΘΗΤΕΣ) ΚΑΤΣΟΡΙ ΜΑΡΙΝ, ΚΙΜΠΟΥΡΗΣ ΑΝΔΡΙΑΝΟΣ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΦΩΤΗΣ, ΜΠΕΛΜΠΑΣ ΒΑΣΙΛΗΣ, ΝΤΟΚΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ, ΞΥΓΚΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, ΣΑΧΑΙ ΝΤΡΤΣΙΜ, ΣΕΡΕΤΗ ΜΑΡΙΑ, ΣΠΑΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, ΓΕΟΓΛΟΥ ΤΑΣΟΣ, ΣΠΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, ΠΟΥΛΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, ΧΑΤΖΙΝΑΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ, ΡΕΜΙ ΚΟΥΚΙΕΛΚΑ, ΚΙΤΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, ΛΟΡΕΝΤΣ ΓΚΙΟΝΗ, ΕΡΒΙΝ ΣΙΝΑΝΙ. (ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ) ΠΙΣΤΕΥΟΣ ΝΙΚΟΣ, ΤΣΙΓΚΑΣ ΗΛΙΑΣ, ΔΕΔΕΣ ΚΩΣΤΑΣ, ΛΙΓΟΜΙΤΗΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ, ΝΤΕΜΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, ΠΡΟΔΡΟΜΙΔΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ.

Η ταινία δημιουργήθηκε για την πανελλαδική μαθητική καμπάνια με τίτλο: «Πάμε Ελλάδα. Αγαπώ και Προβάλλω τον Τόπο μου». Στόχος της καμπάνιας αυτής είναι να γνωρίσουν οι μαθητές την ιστορία, τον πολιτισμό και τις ομορφιές του τόπου τους και στη συνέχεια να τον προβάλλουν με κάθε τρόπο ώστε να αποτελέσει προορισμό για εκδρομές μαθητών από όλη την Ελλάδα.

Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Κυριακή 11 Αυγούστου 2013

Κώλος είν’ στην πέτρα, κώλος στο κεφάλι.Τέσσερις στέκονται, δυο τραβάνε, δυο κερνάνε.Τι είναι;

Είναι ο τσοπάνος που αρμέγει..!! Ενα τσοπάνικο αίνιγμα για το αρμεγμα.

   Το άρμεγμα  λοιπόν είναι η σπουδαιότερη δουλειά του τσοπάνη. Κουραστική και χρονοβόρα…
     Η διαδικασία του παραδοσιακού αρμέγματος γίνεται στη στρούγκα. Στρούγκα είναι ένας ειδικά κατασκευασμένος χώρος για την εργασία αυτή. Έχει σχήμα στρογγυλό ή οβάλ. Οι στρούγκες που γίνονται με ξύλα λέγονται ξυλόστρουγκες. Οι στρούγκες που γίνονται με πέτρες, λιθάρια λέγονται λιθαρόστρουγκες.
       Μπροστά και πίσω έχει άνοιγμα. Το πίσω άνοιγμα λέγεται πισωστρούγκι. Είναι μεγάλο για να περάσουν όλα τα γαλάρια μέσα στη στρούγκα. Τα ζώα στριμωγμένα περιμένουν να διαβούν με τη σειρά ένα ένα μπροστά για άρμεγμα.
       Ένα ή δύο άτομα πίσω εμποδίζουν τα άταχτα ζώα, κυρίως γίδες, να φύγουν έξω ή να πηδήσουν πάνω από τη στρούγκα,στρουγκολόγοι.   
  Έτσι με  την αράδα περνούν όλα  από τα χέρια του αρμεχτή ή των αρμεχτάδων, που κάθονται στο μπροστινό μέρος. Μπροστά στη στρούγκα δεξιά και αριστερά από το μικρό άνοιγμα, την ποριά, τοποθετούν οι τσοπάνηδες μια πέτρα στρογγυλή για κάθισμα.
     Η κάθε πέτρα λέγεται στρογγόλιθο. Είναι τα σκαμνιά, όπου κάθονται οι αρμεχτάδες. Από κει πιάνουν τη γίδα ή την προβατίνα, ανοίγουν τα πόδια τους, σκύβουν το κεφάλι και αρμέγουν τα μαστάρια του ζώου. Το γάλα συλλέγεται σ’ ένα δοχείο που λέγεται καρδάρα. Αφήνουν το ένα ζώο  πιάνουν το άλλο κλπ. μέχρι να περάσουν όλα…
       Χρειάζεται τέχνη και δύναμη για να αδειάσει το μαστάρι. Ο αρμεχτής χύνει πολύ ιδρώτα!
Πρέπει νάχει πλάτες γερές και χέρια τσιλικένια!
       Όταν είναι μοναχός του ο τσοπάνης και έχει βοηθό μόνο τη γυναίκα του, τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα…
     Θυμάμαι τον πατέρα μου που κάθόταν μόνος στο στρουγγόλιθο να αρμέξει 150-160 γαλάρες… Κολυμπούσε στον ιδρώτα!!!
 
Βεβαίως υπάρχει η επαφή με τη φύση , τα βουνά και τις ραχούλες, με τα ζώα και τα πουλιά! Υπάρχει όμως και η ανείπωτη κούραση, ο κίνδυνος, η μοναξιά, η παντελής έλλειψη ελεύθερου χρόνου… Θα αναφέρω εδώ μια χαρακτηριστική φράση του πατέρα:
 «το ‘να το μαστάρ(ι) τ’ς γίδας βγάνει γάλα κι τ΄ άλλο φαρμάκι…» .
Προφανώς εννοούσε τις ωφέλειες, αλλά και τα βάσανα του κάθε τσοπάνη της γενιάς του!
 
Θα    κλείσω με ένα τσοπάνικο τραγούδι:
 
«τ’ αρμέξανε τα πρόβατα, τ’ αρμέξανε τα γίδια,
βλάχα μ’ με τα στολίδια…
Το πήξανε και το τυρί, σε μια παλιοκαρδάρα,
παλιά μου φιλενάδα…»           
Δημοτικό τραγούδι
 
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Δημιουργώντας ανάρπαστα τυριά στη Καρυά..!!


Καταπράσινα βουνά, οροπέδια, τα περίφημα ορεινά κατσίκια της περιοχής και πρόβατα που βόσκουν ελεύθερα. Στο χωριό Καρυά ο Θεοδόσης Μαυρόγιαννης συνεχίζει την ιστορία τον τυροκόμων της περιοχής παράγοντας τοπικό βαρελίσιο τυρί, την περίφημη γραβιέρα ,τη βουτυράτη μυζήθρα του , ανθότυρο και μία παραδοσιακή πρόβεια γιαούρτη που έχει ακουστεί και πέρα από την Ελλάδα..!!


Τα κατσίκια και τα πρόβατα είναι ιερά στα Χωριά», λένε και έχουν δίκιο. Στην άκρη του χωριού , ανάμεσα στην Αγριλίτσα και την Καρυά, λίγα μέτρα από τον ορεινό οικισμό του Αϊ-Γιώργη, το παραδοσιακό τυροκομείο του απέχει δυο βήματα από εκεί που βοσκούν τα ζώα.


Όλη μέρα ανασαίνουν το βουνίσιο αέρα από το Αρτεμίσιο και όταν διψάσουν πίνουν νερό από τις πολλές πηγές του τόπου μας. Το νερό μας είναι και "πηγή" ζωής για την περιοχή . Καθημερινά μας επισκέπτονται κάτοικοι του Άργους  του Ναυπλίου  και των χωριών εκεί που έχουν πρόβλημα με το νερό για να προμηθευτούν το διαμάντι  της φύσης  μας ,το ξακουστό νερό μας κατευθείαν γάργαρο από τη πηγή. Αυτό είναι και ο λόγος που το γάλα τους είναι τόσο πλούσιο και γευστικό». Στο χωριό άλλωστε, έχουν το δικό τους μπαϊράκι για την κτηνοτροφία. Τα περισσότερα ζουν σχεδόν ελεύθερα σκαρφαλώνοντας στα βουνά. «Κάθε μέρα το γάλα έρχεται φρέσκο, και αρχίζει η επεξεργασία».


Ο Θεοδόσης τις περισσότερες μέρες συμπληρώνει 12 με 15 ώρες δουλειά στο τυροκομείο μαζί με τον γιό του, Γιώργη. «Αν μου έλεγαν παλαιότερα ότι θα κάνω δικό μου τυροκομείο θα μου φαινόταν το λιγότερο απίθανο», ομολογεί. Χρόνια δούλευε στα τυροκομεία δεν φανταζόταν ότι κάποια στιγμή θα επέστρεφε για να ανοίξει το δικό του τυροκομείο. «Με τραβούσε, μετά από σκέψη το αποφάσισα, πίσω είχα 4 παιδιά και μια άξια  γυναίκα  για τα δύσκολα».


Ξεκίνησα το 2002 με αποσκευές τα μυστικά που αποκόμισα  τόσα  χρόνια  στα τυροκομεία και αποφασίζουμε να προσανατολιστούμε στα ντόπια ποιοτικά  τυριά. Όλα  από πρόβειο ή γίδινο γάλα»



O κύκλος της αναγνώρισης


              
  Τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα: «Η παραγωγή ήταν μικρή. Συνεργαζόμαστε με 15-20 κτηνοτρόφους αλλά ο καθένας φέρνει 10-50 κιλά γάλα τη μέρα και η διάθεση γινόταν μόνο τοπικά». Σκέφτηκαν, λοιπόν, εκτός από το πρατήριο στο Άργος να ανοίξουν και ένα κατάστημα στην Αθήνα με την επωνυμία «Γαλακτοκομικά Καρυάς».




«Σιγά-σιγά, γίναμε γνωστοί από στόμα σε στόμα: όλο και περισσότεροι έρχονταν για τα παλαιωμένα κεφάλια του Τυροκομείου μας-όσο περισσότερο μένει το κεφάλι τόσο νοστιμεύει- το έπαιρναν μετανάστες που επέστρεφαν στην Γερμανία,στην Αυστραλία και στην Αμερική για την οικογένεια και με τον χρόνο, αποκτήσαμε μεγάλη πελατεία  από την ευρύτερη περιοχή. Μέσα σε λίγα χρόνια είχαμε κάθε μέρα τηλέφωνα να στείλουμε κεφάλια τυρί από άκρη σε άκρη της Ελλάδας».


 Παρόλο, όμως, που υπάρχει ένα δίκτυο για Άργος και Αθήνα, οι ποσότητες είναι μικρές. «Δεν προλαβαίνουμε να παλαιώσουμε τα κεφάλια. Σε τέσσερις - πέντε μήνες βγαίνουν στην αγορά και εξαφανίζονται πριν μπουν στα ράφια. Δίνουμε στους τουρίστες που περνούν κάθε καλοκαίρι από το χωριό και μέσα στο χειμώνα σε φίλους και γνωστούς που έχουμε χτίσει σχέσεις εδώ και χρόνια, αφού το τυρί μένει πολύ καιρό στο ψυγείο χωρίς να αλλοιώνεται». Και η αλήθεια είναι ότι αυτό είναι το μυστικό: φρέσκο γάλα από κατσίκια και πρόβατα που ζουν ελεύθερα στη φύση πίνοντας καθαρά νερά, καθαρός αέρας από το βουνό που ωριμάζει τα τυριά δίνοντάς το άρωμα και τη δροσιά του και μικρή παραγωγή που ελέγχεται σε κάθε στάδιο.


«Όταν ξεκίνησα  αυτό είχα στο μυαλό μου: ένα παραδοσιακό τυροκομείο στο βουνό. Μπορεί να μη βγαίνει μεγάλο κέρδος αλλά η ποιότητα χτίζει το όνομά μας και αυτό είναι η απόδειξη ότι τα καταφέραμε».


Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Ο βοσκός και ο σύμβουλος επιχειρήσεων.!

Ένας βοσκός, ενώ έβοσκε τα πρόβατά του σε μια απόμερη τοποθεσία, βλέπει από μακριά να πλησιάζει μια αστραφτερή ΒΜW. Ο οδηγός, ένας νεαρός ντυμένος με κοστούμι Versace, παπούτσια Gucci, γυαλιά ηλίου Ray Ban και γραβάτα Hermes, σταματάει δίπλα του, κατεβάζει το παράθυρο και του λέει:
"Αν σου πω ακριβώς πόσα πρόβατα έχεις στο κοπάδι σου, θα μου δώσεις ένα;" Ο βοσκός κοιτάει το νεαρό, που ήταν φανερά ένας γιάπης, κοιτάει και το κοπάδι και του απαντά ήρεμα:
"Ναι, γιατί όχι;"
Αμέσως λοιπόν ο γιάπης κατεβαίνει από το αυτοκίνητο μαζί με ένα Dell laptop το οποίο και συνδέει με ένα Sony Ericsson κινητό με παγκόσμια σύνδεση της AT&T. Αφού συνδέεται με το Internet, πηγαίνει σε μια σελίδα της NASA, και επιλέγει ένα σύστημα δορυφορικού προσδιορισμού τοποθεσίας GPS το οποίο υπολογίζει την ακριβή τοποθεσία στην οποία βρίσκονται και αποστέλλει τα στοιχεία αυτά σε ένα άλλο δορυφόρο της NASA ο οποίος σκανάρει την περιοχή και βγάζει μια φωτογραφία υπέρ-υψηλής ανάλυσης. Αφού επεξεργάζεται τη φωτογραφία με το πρόγραμμα Adobe Photoshop, στέλνει την εικόνα σε ένα εργαστήριο ερευνών στο Αμβούργο, στη Γερμανία και μετά από μερικά δευτερόλεπτα λαμβάνει στο Palm Pilot του ένα e-mail που επιβεβαιώνει ότι η φωτογραφία έχει αναλυθεί και τα στοιχεία έχουν καταχωρηθεί σε μια βάση δεδομένων. Μέσω μίας σύνδεσης ΟDBC εισχωρεί σε μια MS-SQL database και καταχωρεί όλα τα στοιχεία σε ένα φύλλο εργασίας Excel το οποίο και στέλνει μέσω e-mail στο Blackberry του. Μετά από λίγα λεπτά εκτυπώνει μια έκθεση 150 σελίδων με έγχρωμες φωτογραφίες από τον καινούργιο του HP LaserJet εκτυπωτή και αφού τη διαβάζει λέει στο βοσκό:
"Έχεις ακριβώς... 1586 πρόβατα!!!!".
"Ακριβώς. Καλώς λοιπόν, μπορείς να πάρεις όποιο πρόβατο θέλεις" λέει ο βοσκός και κοιτάζει το νεαρό καθώς διαλέγει το ζώο και το μεταφέρει στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου.
Εκείνη τη στιγμή, λέει ο βοσκός στο νεαρό:
"Να σου πω......αν βρω ακριβώς τι δουλειά κάνεις θα μου επιστρέψεις το πρόβατο;"
Ο γιάπης το σκέφτεται για μια στιγμή και μετά λέει γελώντας στο βοσκό:
"ΟΚ, γιατί όχι;"
"Είσαι σύμβουλος επιχειρήσεων" λέει ο βοσκός.
"Απίστευτο λέει αποσβολωμένος ο νεαρός έτσι είναι!! Μα πως το μάντεψες;"
"Δεν είναι και τόσο δύσκολο. λέει ο βοσκός Ήρθες χωρίς να στο ζητήσει κανείς, θέλεις να πληρωθείς για μια απάντηση την οποία ήδη ξέρω, σε μια ερώτηση που δεν σε ρώτησε κανείς και όλα αυτά ενώ δεν έχεις ιδέα για τη δουλειά μου. Τώρα δώσε μου πίσω το σκύλο μου!!!!".
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2013

Ήσυχες διακοπές στη Καρυά..!!

Αν αγαπάτε την φύση, και θέλετε να περάσετε τις διακοπές σας σε ένα ήσυχο, γραφικό χωριό, στο Νομό Αργολίδας, με παραδοσιακά πετρόχτιστα σπίτια, τότε η Καρυά είναι το κατάλληλο μέρος.

Βρίσκεται στο Δήμο Άργους στα ορεινά σύνορα του νομού με Αρκαδία.Η Καρυά  μαζί με τα χωριά, Αγριλίτσα, Άγιος Γεώργιος, Βρούστι, Φρέγκαινα, Σπαναίικα, Χούνη και Μάζι αποτελεί ένα μοναδικό πάζλ από φυσικές ομορφιές εκτάσεως χιλιάδων στρεμμάτων, όπου κατά 90% επικρατεί το ορεινό στοιχείο, ενώ ξεχωρίζουν οι πανέμορφες βουνοκορφές που μένουν αξέχαστες σε κάθε επισκέπτη.


Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

Η λύση για την κρίση, είναι η επιστροφή στα χωριά μας.

Επέστρεψε στο χωριό σου. Άσε την λυκοφωλιά που ζεις που λέγεται πόλη.
Φτύσε την αστική ζωή που κάνεις και επέστρεψε στα πάτρια εδάφη σου, στις Ρίζες σου.
Ξαναφτιάξε σιγά-σιγά το σπίτι σου το ερημωμένο στο χωριό σου.
Δημιούργησε από την αρχή ότι γκρέμισε ο "σύγχρονος" τρόπος ζωής που σου φέραν "απ'έξω" πάλι..και που σου κατέστρεψε τη ζωή σου ολόκληρη.
Θυμίσου τα παιδικά σου νιάτα που μάτωνες τα γόνατα σου στις αλάνες και στα χωράφια μέσα, που έκανες κούνια στα δέντρα,θυμίσου την πηγή που πήγαινες να πιείς νερό στα πλατάνια μέσα.Θυμίσου το χωριό σου.

Τότε που σηκωνόσουν το πρωί από τον ήχο αυτόν τον ξεχασμένο τώρα, του κόκορα και των πουλιών...
Επέστρεψε στον κήπο σου,που είχες βρει έτοιμο,από τη γιαγιά σου ακόμα,που σου έλεγε ιστορίες για τη φαμίλια σου,για τους πολέμους και για τους θυσαυρούς του χωριού.
Θυμήσου ότι είσαι Έλληνας, αυτό που δε θέλουν να θυμάσαι οι "ευρωπαίοι" και οι δυνάστες όλου του κόσμου.
Πήγαινε βρες το χώμα σου το άγιο και φτύσε την αμερικανιά τους και τα goody's και τις trendy καφετέρειες.

Δες μπροστά σου τον γέρο που σου φώναζε όταν η μπάλα έπεφτε μέσα στον κήπο του και ψάξε να βρεις τι έλεγες τότε και τι λες τώρα.
Μεγάλωσε τα παιδιά σου στη Φύση πάλι, μην τα αφήσεις να γίνουν δυστυχισμένα μέσα στα τσιμέντα και μην τα αφήσεις να βλέπουν αγελάδες και να τις θαυμάζουν λες και είναι δεινόσαυροι !...

Επιστρέφοντας στην επαρχία,στο χωριό σου, έχεις λιγότερα έξοδα,πιο ποιοτική ζωή,καλύτερες συνθήκες για να κάνεις και να αναθρέψεις ΣΩΣΤΑ οικογένεια.
Βοήθησε τον εαυτό σου, μα πρώτα τα παιδιά σου, μεγαλώνωντας τα στη Φύση μακρυά από τα προβλήματα της πόλης.

Διάδωσε το, αν σε αγγίζει και να θα το σκεφτείς να το κάνεις.
Μην το διαδώσεις δεξιά και αριστερά το άρθρο αυτό , αν δεν κάνεις τίποτα και παραμείνεις στην άθλια τσιμεντούπολη σου.
Ευχαριστώ.
Ευάγγελος Dexter
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

“Γηράσκω αεί διδασκόμενος”


Είχα πάρει μια μέρα τα δύο μου εγγονάκια και τα πήγα μια βόλτα στο δημοτικό πάρκο να παίξουν. Κάπου εκεί σε μια γωνιά, ανάμεσα στις συστάδες των δέντρων, κάθισα σ’ ένα παγκάκι κι άρχισα να διαβάζω την εφημερίδα μου, προσέχοντας συγχρόνως και τα παιδιά που έπαιζαν.
Στο διπλανό παγκάκι κάθονταν δυο συμπαθητικά γεροντάκια, που με την πρώτη ματιά, σου έδιναν την εντύπωση μοναχικών κι ανήμπορων ανθρώπων. Συζητούσαν μεταξύ τους συνέχεια, και μάλιστα με τέτοιο πάθος κι ένταση, λες κι ήταν σκασμένοι για κουβέντα, λες κι είχαν να μιλήσουν χρόνια. Συζητούσαν κι έλεγαν τα παράπονά τους, για τα χρόνια που πέρασαν, για τη μοναξιά του σήμερα, για το αύριο που μπορεί να είναι χειρότερο του χθες…
Δεν ήθελα να γίνομαι αδιάκριτος, αλλά κάθονταν τόσο κοντά μου, που ακόμη και να μην ήθελα, μπορούσα ν’ ακούω όλα εκείνα που έλεγαν :
«Ένας πατέρας μπορεί να μεγαλώσει και να συντηρήσει δέκα ή ακόμη και δέκα πέντε παιδιά, αν χρειασθεί, όμως δέκα πέντε παιδιά δε μπορούν να συντηρήσουν έναν πατέρα».
Έχω πέντε παιδιά κι οκτώ εγγόνια, συνέχισε να λέει ο ένας από τους δύο  και πάνε τώρα πέντε μήνες και κανένα από αυτά δεν ήλθε να μ’ ανοίξει την πόρτα. Δεν λέω, με παίρνουν καθημερινά στο τηλέφωνο και με ρωτούν τι κάνω, αλλά εγώ ήθελα να έρθουν να τους δω και να σφίξω στην αγκαλιά μου τα εγγονάκια μου, που τόσο επιθύμησα !
Δεν ζητώ να με συντηρήσουν, ούτε να μου φέρουν κάτι, «δοξασμένος ο Θεός!» έχω τη συνταξούλα μου, παίρνω εξακόσια ευρώ το μήνα, μου φθάνουν και μου περισσεύουν, άλλωστε, πού να τα χαλάσω;

Λίγο σπανακόρυζο το μεσημέρι, ένα γιαουρτάκι το βράδυ, μου είναι αρκετά, άντε να πληρώσω ακόμη τα κοινόχρηστα και τη συμμετοχή μου στα φάρμακα, θέλω σου λέω, μόνο να έρχονται και να τους βλέπω, δεν αντέχεται η μοναξιά !
-Δεν είσαι ο μόνος που νοιώθει έτσι φίλε μου, του απαντά ο άλλος.
-Κι εγώ από τότε που έχασα την γυναίκα μου, καθημερινά βιώνω τη σκληρή μοναξιά! Τα βράδια ο ύπνος αργεί να με πάρει, μόνος μου στριφογυρίζω στους τέσσερις άδειους τοίχους, κοιτάζω τα παλιά αντικείμενα, τις φωτογραφίες, τα έπιπλα και μιλάω με τα φαντάσματα…
Κάπου-κάπου ανοίγω την τηλεόραση, ν’ απασχολήσω λίγο την σκέψη μου μήπως και ξεχάσω, αλλά δυστυχώς τίποτα δεν μπορεί ν’ αναπληρώσει την απουσία των αγαπημένων μου προσώπων…
Είχα αφήσει την εφημερίδα μου στην άκρη, χωρίς να την διαβάσω, κι άκουγα τα δυο γεροντάκια που μιλούσαν. Ειλικρινά, ψυχοπλακώθηκα με όλα εκείνα που τους πλήγωναν. Αναρωτιόμουν μέσα μου κι έλεγα: Γιατί γίναμε έτσι οι άνθρωποι;
Αδιάφοροι, μονόχνοτοι, κλειστήκαμε στο καβούκι μας και χάσαμε κάθε ανθρώπινη επαφή. Νοιαζόμαστε διαρκώς για το μέλλον μας και κυρίως για το μέλλον των παιδιών μας και δεν απολαμβάνουμε το σήμερα, δε χαιρόμαστε την κάθε του στιγμή.

Μήπως, πρέπει να φροντίσουμε να δοθεί στα παιδιά μας καλύτερη παιδεία και περισσότερη ανθρωπιστική μόρφωση, για να μάθουν πρώτα να σέβονται τον ίδιο τους τον εαυτό, ώστε να μπορέσουν αργότερα με τα δικά τους αποθέματα να σεβαστούν κι εμάς, αφού στη θέση τη δική μας είναι σίγουρο, πως κάποια στιγμή θα έλθουν…
Κι ενώ έκανα αυτές τις σκέψεις ξαφνικά ένοιωσα πίσω μου δυο μικρά χεράκια να μ’ αγκαλιάζουν και μια φωνούλα να μου λέει: «Παππού σ’ αγαπώ πολύ, γιατί είσαι ο καλύτερος παππούς του κόσμου». Γύρισα κι αντίκρισα την πεντάχρονη εγγονούλα μου, που ήταν μαζί με το δίχρονο αδελφάκι της.
Αφού χόρτασαν παιχνίδι και κουράστηκαν ήλθαν και κάθισαν κοντά μου, πλησίαζε η ώρα για αναχώρηση.
Εκείνη τη στιγμή δεν ήξερα αν ήμουν ο καλύτερος παππούς του κόσμου, άλλωστε θα ήταν υπερβολή αν ισχυριζόμουν κάτι τέτοιο, σίγουρα όμως ένοιωθα ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου!
Γυρίζοντας στο σπίτι, εκείνο το βράδυ είχα χάσει κι εγώ τον ύπνο μου, από τη μια σκεπτόμουν τα δυο γεροντάκια του πάρκου κι από την άλλη τις παλιές-καλές εκείνες εποχές, όταν το σπίτι χωρούσε και τον παππού και τη γιαγιά…
Το πρώτο χέρι που άγγιζε το μέτωπο κι έδιωχνε τον εφιάλτη του παιδικού ύπνου ήταν της γιαγιάς. Η ψυχή του κάθε σπιτιού, η πιο ζεστή αγκαλιά μετά τη μητρική. Εκείνη που το πρωί ξυπνούσε πρώτη και πλάγιαζε τελευταία, και στο τραπέζι καθόταν άκρη-άκρη στην καρέκλα, για να’ ναι έτοιμη να πεταχτεί στην κουζίνα, μην λείψει τίποτε. Τυχερά τα σπίτια που είχαν και παππού να παίζει με τα αγόρια.
Οι παππούδες κι οι γιαγιές ήταν η προσωποποίηση της γαλήνης και της πείρας, το καταφύγιο κάθε σκανταλιάς. Οι μόνοι που μπορούσαν να γλιτώσουν τα εγγόνια από την τιμωρία των γονιών. Τα εγγόνια είναι «δυο φορές παιδιά», δυο φορές αγαπημένα. Στα χρόνια που κυλούσαν αυτοί ήταν οι θεματοφύλακες του σπιτιού. Κι όταν ήρθαν τα δύσκολα, ο πόλεμος, η πείνα, αυτοί ήταν που έδεναν την οικογένεια, έδιναν κουράγιο στον πατέρα που έτρεχε να βρει φαγώσιμα για τα παιδιά και φάρμακα όταν οι αρρώστιες χτυπούσαν την πόρτα.
Τι να πεις στα σημερινά παιδιά, για εκείνα τα παιδιά που έπαιζαν στους χωματένιους δρόμους και στις αλάνες της γειτονιάς, τότε που περνούσε ένα αυτοκίνητο την ημέρα…
Εκείνα τα παιδιά της επαρχίας, που ποτέ γι’ αυτά δεν υπήρχε χρόνος για διακοπές και ξεκούραση, ακόμη και τα καλοκαίρια που στο σχολείο σταματούσαν τα μαθήματα, εκείνα ολημερίς ακολουθούσαν τους γονείς τους στα χωράφια και στις δουλειές. Μόνο τα Σαββατοκύριακα αν έβρισκαν λίγο χρόνο και τα χρήματα φυσικά, που ήταν πολύ δύσκολο να βρεθούν, πήγαιναν κινηματογράφο στο «Ιντεάλ» ή στο «Ελληνίς». Έτρωγαν παγωτό ξυλάκι και η ζακέτα, καλοσιδερωμένη, να κρέμεται στο μπράτσο για την ψύχρα. Τι συντροφιά, Θεέ μου ! Αυτές οι ευωδιές από το γιασεμί, τις μπουκαμβίλιες και τα γαρίφαλα !
Θυμάμαι το σπιτάκι μας. Ένα ισόγειο χαμηλό κτίσμα δυο δωματιάκια όλο κι όλο, κατασκευασμένο από καδρόνια, καλάμια και πηλό, που τα καλοκαίρια οι δυο μουριές της αυλής, ο κισσός και η μπουκαμβίλια, σαν επιχρίσματα κάλυπταν τις πλευρές του, το έκρυβαν και το έκαναν αόρατο. Τα μόνα που διέκρινες ήταν τα πράσινα ξύλινα πορτοπαράθυρα. Κι όμως εκείνο το σπιτάκι ήταν αρκετό για να φιλοξενήσει όχι μόνο τη δεκαμελή οικογένειά μας, αλλά όταν χρειαζόταν, κι αρκετούς από τους φίλους και συγγενείς.
Η μάνα μου συχνά έλεγε: «Όλοι οι καλοί χωράνε!».
Ήταν μια καλοσυνάτη, απλοϊκή γυναίκα, που επάνω της διέκρινες μια παιδική αφέλεια. Εμένα μου άρεσε να την πειράζω: «Χριστιανή μου» της έλεγα, τι τα ήθελες τόσα παιδιά; Μέχρι τα έξι δικαιολογείσαι, αφού πήγαινες γι’ αγόρι, κι έκανες πέντε κορίτσια στη σειρά…. Όταν όμως το έκτο, είδες πως ήταν αγόρι και μάλιστα πρώτο πράμα ! Τι τους ήθελες τους άλλους από πίσω; Να μου μοιράσουν τα λιγοστά χωράφια που έχουμε; Τι σόι κληρονόμο περίμενες;
Και τότε αυτή μ’ ένα πλατύ χαμόγελο γεμάτο ικανοποίηση μου απαντούσε. Τους ήθελα για τον ίδιο λόγο που ήθελα κι εσένα. Έπειτα τί να τα κάνεις εσύ τα παληοχώραφα; Αυτά είναι παιδεμός! Δε βλέπεις την κατάντια μας; Εσύ αγόρι μου τα παίρνεις τα γράμματα, θα σπουδάσεις και θα βοηθήσεις και τις αδελφές σου να παντρευτούν !
Αν μάνα της έλεγα, οι αδελφές μου περιμένουν βοήθεια από μένα, σίγουρα θα μείνουν στο «ράφι». Η μεγάλη μου αδελφή τότε ήταν κόρη της παντρειάς κι εγώ ήμουν παιδάκι της τρίτης Δημοτικού…..
Τώρα στους ίδιους δρόμους της γειτονιάς-ασφαλτοστρωμένους πια- περνούν επιθετικά τα αυτοκίνητα, με τους ανθρώπους μέσα παγιδευμένους. Και το περίεργο είναι ότι τους αρέσει και καμαρώνουν. Οι κινηματογράφοι το «Παλλάς», Το «Ριάλτο» και το «Ιντεάλ» έγιναν πολυκατοικίες. Η μοναξιά, γι’ αυτή που έγραψαν οι τραβαδούροι της εποχής, ήρθε πολύ αργότερα, για να εγκατασταθεί στις άδειες μας καρδιές.
Το κρύο έρχεται από μέσα μας, τώρα που το σπίτι δεν χωρά πια τον παραδοσιακό παππού και τη γιαγιά.
Γιατί οι σημερινοί παππούδες και γιαγιάδες είναι νέοι κι έχουν δικαιώματα στη ζωή και δεν θέλουν υποχρεώσεις, θέλουν λένε την ανεξαρτησία τους. Δίνουν χρήματα για τα εγγόνια, αλλά όχι χρόνο οι περισσότεροι, κι όμως τα παιδιά έχουν περισσότερο ανάγκη τη στοργή και την αγάπη μας και λιγότερο τα δώρα μας.
Ως πότε όμως θα τρεφόμαστε με τις αναμνήσεις; ως πότε ένα φωτισμένο κλειστό παραθυρόφυλλο θα φέρνει χτυποκάρδι, γιατί εκεί πίσω από τις γρίλιες, κάποτε, ήταν ο κόσμος μας, που χάσαμε.
Όσο αδειάζουν οι καρδιές μας τόσο γεμίζουμε το σπίτι μας με παλιά αντικείμενα. Κι όσο φεύγουν κι απομακρύνονται οι άνθρωποι που κάποτε γέμιζαν τους τέσσερις τοίχους με γέλια, τραγούδια ή παράπονα, τόσο πληθαίνουν τα χαμογελαστά πρόσωπα μέσα στις κορνίζες…


“Εκεί που είσαι ήμουν και εδώ που είμαι θα’ ρθεις” έλεγε η γιαγιά μου.
Κουβαλούν μια ζωή στις πλάτες τους. Άνθρωποι αυθεντικοί οι περισσότεροι. Με μια σπάνια μορφή πλούσιας εμπειρίας. Ούτε μονότονοι, ούτε φωτοτυπίες…ίσως γιατί και η ίδια τους η ζωή ήταν αυθεντικότερη. Δεν παριστάνουν, είναι. Δεν είναι αλάθητοι, μα αληθινοί. Άνετοι και ελεύθεροι. Ο χρόνος έχει λειάνει την τραχύτητα και την ένταση.
Η πορεία τους φανερώνει θέληση για ζωή και όχι επιβίωση. ‘Οσα θυμούνται δείχνουν πως βαθιά μέσα τους πιστεύουν πως δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από τη ζωή. Σίγουρα δεν έζησαν σε ευκολότερα χρόνια αλλά η οπτική τους για τα πράγματα ήταν διαφορετική. Κάποιοι σήμερα ίσως είναι πιο γερασμένοι από τους γέρους. Μάκαρι κι εμείς να περνάμε τη ζωή μας έτσι έντονα, αληθινά, ξεχωριστά. Με αρχοντιά και λεβεντιά σε όλα.




Ένα διήγημα του Ανδρέα Μουντούρη
(Συντ/χος εφοριακός-συγγραφέας)
E-mail: a.moudouris@gmail.com
Πηγή: xiromeronews.blogspot.gr

Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Καγιανάς ή στραπατσάδα.??

Το αγαπημένο καλοκαιρινό πιάτο σε 3 εύκολες βερσιόν

Υλικά: 
8-10 ντοματάκια ή 3 -5 μέτριες ντομάτες,
3 -4 αυγά (ανάλογα) ,
αλάτι, πιπέρι,
ελαιόλαδο,
ψιλοκομμένος μαϊντανός ή ρίγανη ή θυμάρι και φέτα για γαρνίρισμα, 1
μικρή καυτερή πιπεριά ή τσίλι.
Η Υλοποίηση:
Ελληνικός τρόπος Περνάμε τις ντομάτες από το μπλέντερ και ρίχνουμε το ελαιόλαδο σε βαθύ τηγάνι. Mόλις κάψει, ρίχνουμε την ντομάτα, χαμηλώνουμε τη φωτιά, ανακατεύουμε και αφήνουμε να σιγοβράσει (8’-10’) μέχρι να φύγουν τα υγρά Xτυπάμε καλά τα αυγά, τα ρίχνουμε στο τηγάνι και αλατοπιπερώνουμε. Aνακατεύουμε σιγά-σιγά μέχρι να δέσουν όλα τα υλικά και να ψηθούν τα αυγά. Aποσύρουμε το τηγάνι από τη φωτιά, πασπαλίζουμε με μαϊντανό ή ρίγανη ή θυμάρι, γαρνίρουμε με φέτα και σερβίρουμε αμέσως.
Φιλοευρωπαικός τρόπος Κόβουμε τα ντοματάκια στα τέσσερα. Ζεσταίνουμε το ελαιόλαδο σε ένα αντικολλητικό τηγάνι, ρίχνουμε τα τοματάκια, αλατοπιπερώνουμε και σοτάρουμε για 2-3΄μέχρι να μαλακώσουν χωρίς να χάσουν το σχήμα τους. Χτυπάμε ελαφρά τα αυγά, πασπαλίζουμε με μαϊντανό τα ντοματάκια και ρίχνουμε τα αυγά. Κουνάμε το τηγάνι ώστε να πάει παντού το μείγμα. Μόλις ψηθούν τα αυγά αποσύρουμε από την φωτιά και αν είμαστε επιδέξιοι διπλώνουμε την ομελέτα (όπως Ισπανία) και σερβίρουμε.
Πικάντικος τρόπος Κόβουμε σε ροδέλες το τσίλι και το καθαρίζουμε από τα σπόρια, κόβουμε τις ντομάτες με την φλούδα σε μικρά κυβάκια. Ρίχνουμε το ελαιόλαδο στο τηγάνι και μόλις ζεσταθεί σοτάρουμε τις πιπεριές ( αν θέλουμε εδώ σοτάρουμε και μερικές ροδέλες κρεμμύδι) και μετά προσθέτουμε τις ντομάτες. Μαγειρεύουμε μέχρι να εξατμιστούν τα υγρά τους( 10’). Στο μεταξύ χτυπάμε τα αυγά και αλατοπιπερώνουμε. Χαμηλώνουμε τη θερμοκρασία και ρίχνουμε τα αυγά. Κουνάμε και ανακατεύουμε ώστε να απλωθούν καλά. Μόλις γίνουν τα αυγά (προσοχή να μην παραψηθούν και πάρουν καφέ χρώμα ) γαρνίρουμε με φέτα και σερβίρουμε αμέσως με φρυγανισμένο ψωμί.






Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Μία πολύ διδακτική ιστορία..!!

Μια μέρα o γάιδαρος ενός αγρότη έπεσε σε ένα πηγάδι.
Το ζώο φώναζε απελπισμένα για ώρες κι ο αγρότης προσπαθούσε να καταλάβει τι έπρεπε να κάνει.
Τέλος, αποφάσισε ότι το ζώο ήταν γέρικο, και τα έξοδα που απαιτούνταν για να το βγάλει από το πηγάδι ήσαν πολλά.
Δεν άξιζε τον κόπο να προσπαθήσει να σώσει τον γάιδαρο. Το μόνο που σκέφτηκε να κάνει ήταν να το θάψει ζωντανό.
Κάλεσε όλους τους γείτονές του να έρθουν και να τον βοηθήσουν. Πήραν όλοι από ένα φτυάρι και άρχισαν να πετάνε χώματα στο πηγάδι. Στην αρχή, ο γάιδαρος συνειδητοποίησε τι συνέβαινε και φώναξε φρικτά. Μετά όμως, προς έκπληξη όλων, ησύχασε.
Λίγα φορτία χώμα αργότερα, ο γεωργός κοίταξε κάτω το πηγάδι κι έμεινε έκπληκτος με αυτό που είδε.
Ήταν κάτι καταπληκτικό!!!!
Με κάθε φτυαριά χώμα που έπεφτε στην πλάτη του, ο γάιδαρος τιναζόταν και έκανε ένα βήμα προς τα πάνω.
Οι γείτονες του αγρότη συνέχισαν να πετάνε φτυαριές χώμα πάνω στο ζώο, κι αυτό κάθε φορά τιναζόταν κι έκανε ένα βήμα προς τα πάνω. Πολύ σύντομα, όλοι ήταν έκπληκτοι με το γαϊδούρι να έχει φτάσει στην επιφάνεια του πηγαδιού.

Ηθικό δίδαγμα: Η ζωή μπορεί να φέρει σε σας πολλές φτυαριές από σκουπίδια μέσα στο πηγάδι της ζωής σας. Να θυμάστε όμως πως κάθε ένα από τα προβλήματά σας αυτά είναι ένα εφαλτήριο. Μπορούμε να βγούμε από τα βαθύτερα πηγάδια απλά με ένα τίναγμα. Πατάμε πάνω στο πρόβλημα και κάνουμε ένα βήμα πάνω.
Ηθικό δίδαγμα 2:

Προσοχή! 

Όταν πρόκειται για ανθρώπους - γαϊδούρια, ρίχνουμε τσιμέντο ταχείας πήξεως
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Ο Γιώργος Νικολάκης-Λιόντας και η μοναδική Κασιώτικη σιτάκα.

    Κάθε τόπος, εκτός από τη ντοπιολαλιά, τις παραδόσεις και τα έθιμά του, έχει τα δικά του προϊόντα, τις δικές του, θα έλεγε κανείς, γαστριμαργικές ιδιαιτερότητες.

 Η Κάσος, το ακριτικό αυτό νησί της νοτιοανατολικής Δωδεκανήσου, όχι μόνο δεν αποτελεί εξαίρεση σ' αυτόν τον κανόνα, αλλά κατέχει τα δικά της πρωτεία στον τομέα των παραδοσιακών φαγητών και των γαλακτοκομικών προϊόντων.

 Η σιτάκα κατέχει κυρίαρχη θέση σ' αυτόν τον κατάλογο, με μια ιστορία που χάνεται στα βάθη του χρόνου. Πρόκειται γι' αυτό που μένει στο καζάνι μετά από το βράσιμο και την συνεχή ανάδευση του γάλακτος επί ώρες. Η σιτάκα ισορροπεί μεταξύ του βουτύρου και του μαλακού τυριού, με μια υφή και γεύση που δύσκολα μπορεί κανείς να περιγράψει, ιδίως όταν περιχύνουν μ' αυτήν τις μακαρούνες και τις στολίζουν με τσιγαρισμένο κρεμμύδι!
Το μιτάτο του κυρ Γιώργη Νικολάκη στην περιοχή της Μαρίτσας. Είχα την εξαιρετική τύχη να βρεθώ στην περιοχή της Μαρίτσας, στο μιτάτο (μαντρί) ενός παλαίμαχου αλλά αειθαλή Κασιώτη κτηνοτρόφου και μαντιναδόρου, του κυρ Γιώργη Νικολάκη ή Λιόντα, να συζητήσω μαζί του για το υπέροχο αυτό Κασιώτικο γαλακτοκομικό προϊόν και να το γευτώ ζεστό, όπως βγήκε απ' το καζάνι! Σημειώστε ότι πολλές εκφράσεις του δεν τις άλλαξα για να φανεί η ιδιαίτερη Κασιώτικη προφορά ωρισμένων λέξεων και εκφράσεων.
Ιωσήφ Παπαδόπουλος : Πόσα είδη σιτάκας υπάρχουν κυρ Γιώργη; Έχω ακούσει ότι υπάρχει ξινή και γλυκειά σιτάκα. Έτσι είναι;

Έτοιμος για το άρμεγμα...Γιώργος Νικολάκης : Έτσι είναι. Όταν ξινίσει το γάλα πολύ, θα βγει ξινή και η σιτάκα. Όταν είναι να "πάρει βόλτα" το γάλα, προτού ξινίσει δηλαδή, το ψήνεις και η σιτάκα βγαίνει γλυκειά. Γλυκειά γίνεται και όταν βάλεις φρέσκο γάλα και το ανακατώσεις με το ξινό, να το γλυκάνει. Εξαρτάται τι θέλει κανείς. Σε άλλους αρέσει ξινή, σε άλλους γλυκειά.

Ι.Π. : Στην ουσία βράζεις ξινισμένο γάλα δηλαδή...

Γ.Ν. : Ψήνεις το μαζί με το γλυκό, αμέ!

Ι.Π. : Πόσες ώρες ψήσιμο χρειάζεται το γάλα για να γίνει σιτάκα;

Γ.Ν. : Αναλόγως με την ποσότητα του γάλακτος. Στα 80 κιλά γάλα θέλεις 8 ώρες γεμάτες.

Ι.Π. : Και πόσα κιλά σιτάκα βγάζουν αυτά τα 80 κιλά;

Μοναδικό πιάτο. Μακαρούνες με σιτάκα και τσιγαρισμένο κρεμμύδι!Γ.Ν. : Μιλάμε τώρα για γάλα της αίγας. Αυτή την εποχή ψήνουμε συνήθως κατσικίσιο γάλα. Δεν έχει πρόβειο τώρα. Από τα 80 λοιπόν αυτά κιλά γάλα θα βγάλεις 16 περίπου κιλά σιτάκα. Άκουε. Εξαρτάται και απ' τους μήνες. Δεν είναι όλοι οι μήνες το ίδιο. Άλλο γάλα είναι τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο. Σιτάκα ψήνουμε από το τέλος Απριλίου και πάμε μέχρι τον Σεπτέμβρη. Τα πρό(β)ατα γεννούν από Νοέμβρη μήνα. Λογάριαζε μήνες το λοιπό. Το πρό(β)ατο πρέπει να στειρέψει τώρα, γκαστρώνεται, ξέρεις τα; Πρέπει να στειρέψει, να απολαύσει ύστερα της γέννας αυτά που χρειάζεται. Φεύγει το γάλα, πήζει, διαλύεται και αρχινάει νέο.

Ι.Π. : Πώς ξεκίνησε αυτή η ιστορία με την σιτάκα; Ποιος την έκανε πρώτος;     

Τα ζώα μαντρώνονται για το άρμεγμα.Γ.Ν. : Κανένας δεν γνωρίζει! Φιλόσοφος ήταν αυτός που το σκέφτηκε! Πού την βρήκε αυτή τη σκέψη να κάθεται τόσες ώρες να ψήνει το γάλα για να βγει σιτάκα μέχρις ότου το νερό να εξατμιστεί; Το τυρί είναι εύκολο! Σε ό,τι γάλα βάλεις την πιτιά, τη μαγειά δηλαδή, θα πήξει και θα βγάλεις το τυρί. Στο γάλα, που ψήνουμε για να βγάλουμε τη σιτάκα, δεν βάζουμε τίποτα.

Ι.Π. : Και οι Κρητικοί βγάζουν κάτι ανάλογο, μόνο που το λένε στάκα.

Γ.Ν. : Πέραν της Κάσου δεν μ' ενδιαφέρει τι κάνουν οι παραπέρα!

Ι.Π. : Δεν είναι ίδια δηλαδή η Κρητικιά σιτάκα;

Γ.Ν. : Αφού την ανακατεύουν με το αλεύρι πώς να είναι ίδια;

Ι.Π. : Οι Καρπάθιοι;

Η σύζυγος του κυρ Γιώργη Μαρούκλα δεν υστερεί σε τίποτε!Γ.Ν. : (Δ)εν κάνουν σιτάκα οι Καρπάθιοι, μην ακούς! Κάθε μέρα πηγαίνουν οι Κασιώτες κτηνοτρόφοι στην Κάρπαθο και πουλάνε τη σιτάκα τους και τα τυριά. Όσα τυριά και να είχα στην Όλυμπο, μου λέει ο Αντωνάς, ήταν να τα πάρουσι με 10 ευρώ το κιλό!

Ι.Π. : Δηλαδή το μοναδικό μέρος στον κόσμο που γίνεται η σιτάκα είναι εδώ ε;

Γ.Ν. : Ναι, εδώ! Η σιτάκα της Κάσου φτάνει όμως τώρα μέχρι την άκρη του κόσμου, που λες!

Ι.Π. : Πες μου για τη φωτιά και το εργαλείο που χρησιμοποιείς για να ανακατεύεις το γάλα.

Το γάλα σουρώνεται, για ευνόητους λόγους...Γ.Ν. : Το γάλα είναι πολύ ευαίσθητο πράγμα. Ό, τι ξύλο βάλεις από κάτω θα το επηρεάσει. Παίρνει το γάλα τη μυρωδιά του ξύλου, την οποία εγώ την αντιλαμβάνομαι από τον ατμό που φτάνει στη μύτη μου! Το καλύτερο ξύλο για να κάνεις σιτάκα είναι ο σχίνος. Μετά είναι η συκιά, η ελιά, η μυγδαλιά και η χαρουπιά. Όλα τα άλλα ξύλα είναι ακατάλληλα για τη σιτάκα. Και το αμπέλι καλό είναι αλλά βγάζει πολλή φωτιά και μπορεί να κάνει ζημιά. Αν ανάψεις το ασελήνι ας πούμε, θα βγάλει διπλή φωτιά απ' τον σχίνο. Ο σχίνος είναι καλός γιατί ανάβει, αλλά η φωτιά του δεν έχει δύναμη. 

Ι.Π. : Το εργαλείο που κρατάς, με το οποίο ανακατεύεις το γάλα πώς το λέτε;

Γ.Ν. :Καλαμούτσι το λέμε.

Ι.Π. : Από τι ξύλο είναι αυτό;

Γ.Ν. : Από βαγειά είναι.

Ι.Π. : Δεν φθείρεται με την χρήση;

Γ.Ν. : Και βέβαια φθείρεται, αλλά κόβεις το καμμένο και συνεχίζεις. Να μη κοντύνει βέβαια πολύ και καίγεσαι μετά εσύ!

Ι.Π. : Πώς την είπες τη μαντινάδα πριν;

Γ.Ν. : "Εγώ βοσκός γεννήθηκα, βοσκός θε ν' αποθάνω, κι' αν δε σ' αρέσει η τέχνη μου πάρε πρωτευουσιάνο"! (γελάει).

Ι.Π. : Ο Κασιώτικος σκοπός "αλέντι" έχει κάποια σχέση με τη σιτάκα;

Η ανάδευση αρχίζει και θα διαρκέσει αρκετές ώρες μέχρις ότου εξατμιστεί το νερό και μείνει στον πάτο του καζανιού η σιτάκα.Γ.Ν. : Εκείνος απούψηνε τη σιτάκα ήτο μερακλής και τρα(γ)ούδα το αλέντι. "Σκοπέ μου μερακλίδικε όταν σε τραγου(δ)ήσω, σα να πετώ χωρίς φτερά στον ουρανό ν' αγγίσω"! Λέει και μια άλλη μαντινά: "Αυτός που το τρα(γ)ούδησε και το' βγαλε αλέντι, φαίνεται θά'το μερακλής και πρώτος εις το γλέντι"! Έτσι είναι οι μερακλή(δ)ες οι άνθρωποι!  Τρα(γ)ουδούν! Και μεις τρα(γ)ουδούμε, για να μη κοιμηθούμε τόση ώρα που ανακατεύγουμε το γάλα! 

Ι.Π. : Πες μου κάτι. Στον καιρό του πολέμου πρέπει να ήσουνα εικοσάρης...  

Γ.Ν. : Στο άνθος της νιότης μου!

Ι.Π. : Κάνατε σιτάκα τότε;

Γ.Ν. : Πώς δεν κάναμε!

Ι.Π. : Και ποιος την έτρωγε τόση σιτάκα; Οι Ιταλοί;

Εν τω μεταξύ η κυρα Μαρούκλα τσουβάλιασε μια αίγα για τον φουρνόξυλο...Γ.Ν. : Δεν έκαναν όλοι σιτάκα γιατί το γάλα εξαφανίζετο! Ερχόταν ο κόσμος με τα μπουκάλια στις μάντρες και το αγόραζε! Αφήνασι καθόλου για να ψήσεις σιτάκα; Ο κόσμος υπόφερνε και συ θα έψηνες σιτάκα; Ο άλλος εξεψύχα! Έπινε ο κόσμος ένα ποτήρι γάλα και κάτι εγίνετο. Έδινε κουράγιο στην καρδιά!

Ι.Π. : Πώς ήταν η ζωή εδώ στον πόλεμο; Στην Αθήνα, ας πούμε, μου έλεγε ο πατέρας μου ότι ο κόσμος πέθαινε στους δρόμους απ' την πείνα.

Γ.Ν. : Καμμία σύγκριση η Αθήνα με τα νησιά. Εδώ ήταν αλλοιώς τα πράγματα. Είχεν ο κόσμος λεφτά μπόλικα γιατί τα χρήματα δεν εξοδεύγοντο. Δεν είχε τι να αγοράσει ο κόσμος. Και ήρχοντο με τα πάκα τα φράγκα...

Ι.Π. : Ναι αλλά και τα χρήματα ήταν πληθωριστικά, δεν είχαν αξία.
Γ.Ν. : Δεν είχασι αξία γιατί δεν υπήρχε πράγμα ν' αγοράσεις! Γι' αυτό δεν εχόρτασεν άνθρωπος έξι χρόνια! Μπορεί να τρώ(γ)αμε αλλά δεν χορταίναμε για να πούμε, ε δόξα σοι ο θεός! Δεν πέθανε όμως κανείς απ' την πείνα εδώ.

Ι.Π. : Ψαρεύατε;

Ακόμα λίγο και τελειώσαμε! Γ.Ν. : Όχι γιατί ήταν απαγορευμένα ούλα! Πού να ξεμυτίσεις να πάεις στη θάλασσα αφού αυτοί που ήταν στις βάρδειες ήταν τρομκρατημένοι και σου λέει, μπορεί να έρθει κανένα υποβρύχιο! Όλο με υποψίαν ήτο, με φόβο! Σε βλέπει κάτω στη ρίβα της θάλασσας, ξέρει ποιος είσαι; Και αν εξεμπάρκαρε κανένας με υποβρύχιο και ήτο κατάσκοπος; Σπάνια, καμμιά φορά, έπιανε κάποιος ψάρια...

Ι.Π. : Πόσοι κτηνονοτρόφοι φτιάχνουν σιτάκα σήμερα στην Κάσο με τον παραδοσιακό τρόπο; Εκτός απ' το τυροκομείο του Βοναπάρτη βέβαια όπου η σιτάκα παράγεται με σύγχρονες μεθόδους.

Γ.Ν. :  Όλοι οι βοσκοί κάνουμε σιτάκα με τον ίδιο τρόπο. Ακόμη κι' αυτοί που έχουν τα οικόσιτα ζώα φτιάχνουν σιτάκα! Την πουλάνε βλέπεις...

Ι.Π. : Εκτός από τα μακαρόνια, πώς αλλοιώς τρώγεται η σιτάκα;

Έτοιμη κι' εγώ δεν κρατιόμουν! Γ.Ν. : Όπως θέλεις την τρως! Με το μέλι να την κάνεις, τρώγεται. Με τη ζάχαρη, το ίδιο. Πολλοί την χρησιμοποιούν μαζί με άλλα είδη. Όταν κάνουν τούρτες ωρισμένοι την ανακατεύγουν με τη μυζήθρα. Οι Καρπαθιές το συνηθίζουν αυτό. Οι παλιές γυναίκες, οι γιαγιές μας, εκάναν αλευρά, εκάναν και τουρτούϊ από Κασιώτικο κρίθινο αλεύρι. Το τρίβαν και το έκαναν στενό, όπως το αργάθι, και κάνασι και φιδέ και μακαρούνες με τη σιτάκα. Με λίγα λόγια η σιτάκα τρώγεται με πολλούς τρόπους. Ακόμη και σκέτη, με το ψωμί!

Ι.Π. : Λένε ότι είναι ανθυγιεινή όμως. Ανεβάζει την χοληστερίνη.

Η ώρα της συσκευασίας.Γ.Ν. : Ίσα ίσα! Η σιτάκα είναι το μόνο είδος στο οποίο δεν κάθεται μικρόβιο αφού ψήνεται στη φωτιά με τις ώρες. Είναι πράγμα της φύσης. Η αίγα τρώει απ' όλα τα βότανα που υπάρχουν στα βουνά.  Μέσα σ' αυτά υπάρχουν φάρμακα για όλες τις αρρώστιες! Το ίδιο και στο γάλα της. Νομίζει κανείς ότι αν φάει σιτάκα, που είναι λιπαρή, θα του δημιουργήσει χοληστερίνη. Όμως τρως και δεν σου κάνει τίποτα! Εκτός βέβαια και αν έχεις ήδη χοληστερίνη! Αλλοίμονό μας! Αν ήτο έτσι, εγώ θα είχα πεθάνει προ πολλού!

Ι.Π. :Πες μου πώς είναι τα πράγματα στην Κάσο σήμερα όσον αφορά την κτηνοτροφία.

Η εγγονή του κυρ Γιώργη μαζεύει ό,τι απέμεινε...Γ.Ν. : Εμείς απόδοση δεν έχουμε πια, ούτε από κρέας, ούτε από δέρματα, ούτε από μαλλιά, ούτε από τίποτα! Τα μαλλιά τα καίομε! Τα δέρματα τα ρίχνομε στο λάκο! Τώρα και το κρέας περιμένεις τη Λαμπρή το Πάσχα για να το πουλήσεις. Και όποτε θέλει ο χασάπης θα' ρθεί και όσο θέλει θα το πάρει! Γι' αυτό η κτηνοτροφία πάει κατά διαόλου!

Ι.Π. : Και τι πάει καλά;

Γ.Ν. : Τίποτα! Και η υγεία, κι' αυτή κακά πάει!

Ι.Π. : Μη μιλάς εσύ, καλά είσαι. Ψήνεις σιτάκα, τυροκομείς, τραγουδάς, φτιάχνεις μαντινάδες, τι άλλο θέλεις; Αν συνεχίσεις έτσι θα φθάσεις τα 150 χρόνια!

Γ.Ν. : Τι να το κάνεις; Άκου μια μαντινά τώρα για το γήρας: "Ποτέ να μη παρακαλείς για να πολυγεράσεις, γιατί όποιον κι' αν έχεις δίπλα σου κακά θα την περάσεις"! Έχω ακούσει παιδιά να λένε : "Ω κακομοίρα μάνα, δεν πεθαίνεις πιο"; Γιατί ως ότου να την αλλάξει, νά' τη πάλι, λερώνεται! (γελάει). Την ταίριαξα αυτή τη μαντινά με τα χάλια που βλέπω. Εγώ ξέρεις τι λέω; "Πως θ' αποθάνω ξέρετε, την ώρα δεν γνωρίζω, αν θέλει ο χάρος ας ερθεί την ώρα που γλεντίζω"!
Ι.Π. : Αυτή μάλιστα, είναι ωραία μαντινάδα!

Εκείνη έτρωγε, τα δικά μου σάλια έτρεχαν! Γ.Ν. : Εγώ τις βγάζω τις μαντινά(δ)ες απ' τη ζωή μου. Λέω τες και γελάω μοναχός μου! Έτσι είναι μωρέ. Τι να σου κάμουσι τα δάκρυα; Ό, τι και να σου κάμουσι, χώμα θα γίνεις! "Δεν θέλει ο τάφος λούλουδα και σ(κ)έτος πρέπει να' ναι, ούτε και πολυτέλειες γιατί μεσ' τα σκατά 'ναι"! (γελάει). Άνοιξέ τον (τον τάφο) και θα δεις! Πού να τις ακούσεις αυτές τις μαντινά(δ)ες; Είναι και μια άλλη, στάσου να την θυμηθώ...  τη λέω για τους πλούσιους που έχουν μανία με το χρήμα : "Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά φυσούν πολλά μποφόρια, μα όλοι θα περάσουμε με δίχως πορτοφόλια"! (γελάει). Έτσι είναι η ζωή. Τι να τα κάνεις τα ψηλά παλάτια;

Ι.Π. : Δεν μου λες, το επώνυμό σου πώς είναι τελικώς; Λιόντας ή Νικολάκης;

Γ.Ν. : Νικολάκης.

Ι.Π. : Το Λιόντας πώς βγήκε;

Αδύνατον να πιστέψεις την ηλικία του!Γ.Ν. : Το πήρε ο πάππος μου γιατί ήτο ο δεύτερος γιος της μάνας του.  Και πάντα ο δεύτερος γιος παίρνει της μάνας το επίθετο. Το καθαρό επίθετο του προπάππου μου ήτο Πρωτόπαππας. Επειδή όμως είχε ένα γιο κι' απόθανε, και τον έλεγαν Νικολάκη, έκανε το όνομα επίθετο για να μη χαθεί! Αυτά έκαναν οι παλιοί επί τουρκοκρατίας, που δεν υπήρχαν ούτε χαρτιά ούτε τίποτα.

Και ξαφνικά, ο κυρ Γιώργης, σαν να ξύπνησε από κάποιο όνειρο, φώναξε στη γυναίκα του τη Μαρούκλα : "Φέρε βρε να φάμε σιτάκα τώρα που κρύωσε...".


Επιμέλεια - Φωτογραφίες : Ιωσήφ Παπαδόπουλος.  απο www.ribandsea.com
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...