Google+ Γαλακτοκομικά Καρυάς - Μαυρόγιαννης Θεοδόσιος

Παρασκευή 29 Μαρτίου 2013

Πολλές φορές έρχονται στο μυαλό μου κάτι Λαϊκά ρητά...

      Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει..!!
    Πολλές φορές έρχονται στο μυαλό μου κάτι Λαϊκά ρητά όπως το πιο πάνω και τότε αρχίζω να συλλογιέμαι, πού στο καλό τα βρήκανε ή πώς τα σκαρφίσθηκαν αυτά τα ρητά οι Παππούδες μας κι οι Γιαγιάδες μας κι όχι μόνον αυτοί, αλλά χρόνια και χρόνια πιο μπροστά απ’ αυτούς, άλλοι γέροι και αγράμματοι άνθρωποι, ξωμάχοι, λιομαζώχτρες, γεροψαράδες, και άλλοι πολλοί που όχι μόνον γράμματα δε ξέρανε, αλλά ούτε και το διπλανό τους χωριό δεν γνωρίζανε πώς είναι, για το λόγο ότι οι επικοινωνίες ήταν τόσο δύσκολες που δεν τους άφηναν να συναναστραφούν με άλλους ανθρώπους πιο εξελιγμένους από αυτούς για να ανοίξει το μυαλό τους και να μάθουν κι άλλα σπουδαία πράγματα που άλλοι γνωρίζανε ή ξέρανε ενώ αυτοί «βράζανε με το ζουμί τους» όπως χαρακτηριστικά λέγανε παραπονούμενοι.
    Ούτε είχανε τα μέσα επικοινωνίας που έχουμε σήμερα εμείς , εφημερίδες, ραδιόφωνα, ,τηλεοράσεις και ιστοσελίδες που μας ενημερώνουν συνεχώς τι συμβαίνει ως και στην άλλη άκρη της γης , τη στιγμή που συμβαίνει , και μας μορφώνουν δεόντως ή μάλλον κατά κανόνα μας ..... παραμορφώνουν.
   Αυτοί οι «παλιοί» άνθρωποι , μπορεί να μην είχαν αυτά τα σπουδαία επιτεύγματα της επιστήμης που έχουμε εμείς,υποτίθεται για να μας βοηθούν να καλυτερεύουμε τη ζωή μας, είχανε όμως κάτι πιο ουσιώδες που δεν έχουμε εμείς. Είχανε «χρόνο» να σκεφτούν, να φιλοσοφήσουν και να δουν τη βασική ουσία των πραγμάτων και της ζωής . Έτσι γνώρισαν τη πραγματική ζωή , κι όχι τη φτιασιδωμένη ζωή με μπλιμπλιά και φιορετούρες όπως τη ζωή που ζούμε και βλέπουμε εμείς .  
   Απ’ αυτή τη πραγματική, τη παρθένα ζωή που ζήσανε, απ’ αυτήν, χωρίς ξενόφερτες παρεμβολές , αντλήσανε και μάθανε πολλά , πάμπολλα μυστικά που τα μετατρέψανε σε ρητά και παροιμίες για να τις ακούν οι επερχόμενες γενιές και να μην λοξοδρομούν απ’ το σωστό και σίγουρο δρόμο της ζωής.    
    Εμείς όμως μέσα στη παραζάλη της πολιτιστικής και επιστημονικής εξελίξεώς μας, αυτό το «απόσταγμα» της Λαϊκής σοφίας το αγνοήσαμε και παρασυρμένοι από τον εγωισμό μας , όπως οι κατασκευαστές του Πύργου της Βαβέλ , νομίσαμε ότι ξέρουμε τα πάντα κι ότι με τις νέες γνώσεις μας θα μπορέσουμε να χτίσουμε τον ουρανοξύστη της ευτυχίας μας. Βγάλαμε νέες βαθυστόχαστες θεωρίες περί ζωής που ανακατώνουν τα πάντα. Αισθήματα, ηθικές αρχές, πατριωτισμούς, οικονομίες, πλούτο, φτωχιά και τα κάνανε όλα μια σαλάτα, ένα ακαταλαβίστικο χαρμάνι που μας έφερε σ’ αυτό το χάλι που είμαστε σήμερα, όχι μόνον εμείς εδώ στο τόπο μας αλλά δυστυχώς σ’ όλη τη γη.
   Θα μου πείτε πώς συνδέω όλα αυτά τα παραπάνω με το ρητό της επικεφαλίδας. 
Και όμως μοναχό του συνδέεται . Αν οι ταγοί μας δεν παρασυρόντουσαν από τις βλακώδεις και κάθε άλλο παρά καθαρές ιδέες και συμβουλές των φίλων μας του εξωτερικού, αλλά ρίχνανε και μια ματιά στη σοφία του Λαού μας και συγκεκριμένα σε δυο μόνον αποφθέγματα, το « νηστικό αρκούδι δεν χορεύει» και το « δέκα μέτρα κι ένα κόβε» δεν θα έφθανε η χώρα μας στο σημείο που βρίσκεται σήμερα κι ο Λαός της στη φτώχια και την εξαθλίωση που υφίσταται.
    Αν δεν παρασυρόντουσαν με τις βλακώδεις θεωρίες περί «λιτότητας» και μετρούσαν πρώτα καλά τα αποτελέσματα που θα προκαλούσαν τα κοψίματα μισθών και συντάξεων, δεν θα είχαμε σήμερα τόσες εκατοντάδες χιλιάδων ανέργους που έχουμε και τόσες χιλιάδες κλειστές επιχειρήσεις.
    Από που προσδοκά το Κράτος να εισπράξει λεφτά. Τα πετρέλαιά μας και το αέριο είναι βαθιά κρυμμένα κάτω απ’ τη θάλασσα και τα ορυκτά μας τα φλερτάρουν άλλοι. Αλλά κι οι «παραδιές» (όπως οι πορτοκαλιές) που ίσως κάποτε να κάνανε παράδες, ξεραθήκανε κι αυτές, και μείνανε μόνον οι άνθρωποι που μπορούν με τον ιδρώτα του προσώπου τους να βγάλουν παράδες, που ξοδεύοντάς τους θα μπορέσει και το κράτος με τους φόρους, να εισπράξει το μερίδιο του.
     Τώρα όμως που και οι άνθρωποι οι περισσότεροι ξεράθηκαν και οι λίγοι που μένουν ακόμη όρθιοι φυλλορροούν, από που ελπίζουν οι ταγοί μας να βρουν, να μαζέψουν παράδες ; Δεν έχουν ακούσει ένα άλλο πολύ αρχαίο αλλά πολύ επίκαιρο ρητό; Το περίφημο «Ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος»; 

     Λοιπόν ας ρίξουν μια ματιά στη Λαϊκή σοφία και ας προσπαθήσουν να καταλάβουν ότι ο δρόμος του «κόψε και πάλι κόψε» είναι λάθος. Εδώ το παραδέχονται ακόμη κι αυτοί που τους το επέβαλαν.   
     Γιατί λοιπόν οι δικοί μας πρέπει να συνεχίζουν αυτό το λάθος σύστημα και να μας το κουνούν ή αλλιώς να μας το «σείούν» πάνω από τα κεφάλια μας; Ας μη ξεχνούν ότι και για αυτό το «σείω» υπάρχει ένα κατάλληλο και διδακτικό παλιό ρητό το «λαγός τη φτέρη έσειε κακό του κεφαλιού του». Αυτό τουλάχιστον δεν το σκέφτονται; 


   Από Palmografos.com - Νηστικό αρκούδι δεν χορεύει! -Αρθρο του Θεόδωρου Μεσσηνέζη
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Κυριακή 24 Μαρτίου 2013

To χρυσάφι της Αργολίδας..!!

   Οι πορτοκαλεώνες της Αργολίδας γεμίζουν με υπέροχα φρούτα της αγορές της Ελλάδας, αλλά κανείς δεν δείχνει πρόθυμος να προστατεύσει το θησαυρό τους.
    







     Τα παλιά χρόνια, η Αργολίδα φημιζόταν για τα κηπευτικά της. Με γεμάτα τα αμπάρια τους, σαλπάριζαν κάποτε τα καΐκια από το λιμάνι του Ναυπλίου, μεταφέροντας αγκινάρες, ντομάτες, κολοκυθάκια και άλλα ζαρζαβατικά στα νησιά του Αργοσαρωνικού. Όλα αυτά άλλαξαν ριζικά την περίοδο του Μεσοπολέμου, όταν έγινε δυνατή η άρδευση της εύφορης αργολικής πεδιάδας με νερό από τα πηγάδια της περιοχής.
    Τότε... εμφανίστηκαν οι πρώτοι πορτοκαλεώνες, σηματοδοτώντας την άφιξη του νέου «βασιλιά» στα αγροτικά προϊόντα του τόπου. Μεταπολεμικά, η καλλιέργεια της πορτοκαλιάς συνέχισε να αναπτύσσεται με ραγδαίους ρυθμούς, φτάνοντας στα σημερινά, εντυπωσιακά δεδομένα:300.000-400.000 τόνοι ετησίως, εκ των οποίων το 1/3 πηγαίνει για χυμοποίηση. Ειδικά στην επιτραπέζια ποικιλία Μέρλιν, ο νομός καλύπτει το 50% της ελληνικής παραγωγής.  

      Μια απλή βόλτα στις λαϊκές αγορές αποδεικνύει την. κυριαρχία των πορτοκαλιών Αργολίδας. 
    Τον πλούτο της αργολικής γης, αλλά και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, παρουσιάζει μια ταινία που προβλήθηκε στο 4ο Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ στη Χαλκίδα. Ο «Χρυσός της Αργολίδας», σε σκηνοθεσία Γιώργου Ζέρβα, αποτελεί ένα πορτρέτο-ύμνο αυτού του θαυματουργού φρούτου, που συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη της περιοχής.


    Το ντοκιμαντέρ καταγράφει όλα τα στάδια της παραγωγής, από την ανθοφορία και την ωρίμανση μέχρι τη συγκομιδή. Παρουσιάζει φυτώρια, πορτοκαλεώνες, συσκευαστήρια, χυμοποιεία και εργοστάσια αναψυκτικών. Κυρίως όμως, αποτυπώνει μαρτυρίες ανθρώπων: αγροτών, γεωπόνων, χυμοποιών, εξαγωγέων, διατροφολόγων, γευσιγνωστών κ.ά. Την αφήγηση συμπληρώνουν πλήθος οπτικών και ηχητικών ντοκουμέντων, από φωτογραφίες, αποκόμματα εφημερίδων, αποσπάσματα ταινιών και διαφημιστικές καταχωρίσεις.

   «Είμαι από ένα χωριό της Αργολίδας και εκτός από σκηνοθέτης, είμαι και καλλιεργητής πορτοκαλιών» λέει ο Γιώργος Ζέρβας. «Το κτήμα μας, με περίπου 1.000 πορτοκαλιές, έχει την ηλικία μου. Δούλευα από παιδί στη συγκομιδή γιατί, σημειωτέον, η εργασία στην πορτοκαλιά είναι πολύ εύκολη. Γι’ αυτό και παραγκώνισε όλες τις άλλες καλλιέργειες, που είναι πολύ πιο κουραστικές: τα σταφύλια, τα πεπόνια, τα λαχανικά, τις αγκινάρες. Δεν σκύβεις, ούτε προσέχεις μην… αγκυλωθείς. Μετά, είναι τόσο όμορφο το περιβάλλον. Ειδικά την άνοιξη, με το υπέροχο άρωμα που δίνουν τα άνθη της πορτοκαλιάς. Είναι μοναδικό το συναίσθημα όταν περπατάς σε πορτοκαλεώνα. Λούζεσαι από το φως του ήλιου, χαίρεσαι τα κατάφορτα δέντρα, βλέπεις χρώματα και μυρίζεις αρώματα. Όπως αναφέρω και στην ταινία, το πορτοκάλι έδινε κάποτε σημαντικό εισόδημα στον αγρότη. Χάρη στα πορτοκάλια σπούδασα στο Παρίσι σκηνοθεσία και η ταινία που έκανα είναι ένα χρέος που τους οφείλω».

   Ο «Χρυσός της Αργολίδας» συνοδεύεται από έναν υπότιτλο: «Αγάπη και πόνος για το πορτοκάλι». Ζητάμε, λοιπόν, από τον Γιώργο Ζέρβα να μας μιλήσει για το… δυσάρεστο κομμάτι του υπότιτλου. «Το αρνητικό της ιστορίας είναι ότι δεν υπάρχει σοβαρή μεταποίηση του πορτοκαλιού στην Αργολίδα. Πας, ας πούμε, και πίνεις ένα χυμό πορτοκαλιού στο Ναύπλιο και στοιχίζει 3,5 ευρώ. Όταν δίπλα ακριβώς, η παραγωγή σαπίζει. Δεν ξέρουν πώς να συνδέσουν την περιοχή με το προϊόν ώστε να δημιουργήσουν θετικές σκέψεις και συναισθήματα για τον τόπο. Επίσης, δεν υπάρχει σοβαρή αξιοποίηση των προϊόντων που μπορεί να δώσει το πορτοκάλι, με την έννοια της οργανωμένης παραγωγής και διανομής. Εκτός από ένα σπιτικό λικέρ πορτοκαλιού και τις μαρμελάδες που φτιάχνει μια γυναίκα, η κυρία Ευγενία Στόφα, κάνοντας η ίδια τη διανομή σε κάποιαν τελικατέσεν της Αθήνας, δεν υπάρχει κάτι άλλο. Δεν τυποποιούν τα υπέροχα κουλουράκια πορτοκαλιού, δεν εμπορεύονται τις γευστικές πορτοκαλόπιτες κ.λπ. Κάτι που είναι πολύ συνηθισμένο σε ανταγωνίστριες χώρες, όπως η Ισπανία». 

   Ο Γιώργος Ζέρβας θέλησε, όπως λέει, να τονίσει το γεγονός ότι δεν είναι δυνατόν να απαξιώνεται ένα τέτοιο προϊόν από όλους τους εμπλεκόμενους — αγρότες, εμπόρους και μεταποιητές.«Έκανα το εγκώμιο ενός φρούτου που, παρά το “χρυσάφι” που περιέχει, βιώνει την περιφρόνηση.

    Πολλοί καλλιεργητές οικοπεδοποιούν τα χωράφια τους, όταν τους δίνεται η ευκαιρία. Εκτός από τη ραγδαία οικιστική ανάπτυξη της περιοχής, δημιουργούνται και περιβαλλοντικά προβλήματα, με κυριότερο την έλλειψη και υφαλμύρωση του νερού. Τέλος, οι ασθένειες, με πιο επικίνδυνη την τριστέτσα, κλονίζουν την πρωτοκαθεδρία του πορτοκαλιού». 

    Ο Γιώργος Ζέρβας πιστεύει ότι το πορτοκάλι πρέπει να γίνει το «brand name» της Αργολίδας. «Νομίζω ότι τρία πράγματα, ουσιαστικά, χαρακτηρίζουν την περιοχή μας: τα ίχνη του μυκηναϊκού πολιτισμού, το Ναύπλιο που δίνει το ενετικό στίγμα και το πορτοκάλι που σίγουρα του αξίζει καλύτερη τύχη. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Πιστεύω ότι έχει όλες τις προϋποθέσεις να ανακηρυχθεί ΠΟΠ και επομένως να αποκτήσει άλλη δυναμική. Είναι υπόθεση κάποιων γεωπόνων που θα πρέπει να ασχοληθούν με τη γραφειοκρατική χαρτούρα, για να αποκτήσει το πορτοκάλι —όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στις διεθνείς αγορές τη θέση που του αξίζει».

   Ένα αφιέρωμα του gourmet της Κυριακάτικής Ελευθεροτυπίας στις 6/3/11 από τον Άρη Μαλανδράκη, στο ντοκιμαντέρ του Γ Ζέρβα ο «Χρυσός της Αργολίδας». Το ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε στο 4ο Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ στη Χαλκίδα, αποτελεί ένα πορτρέτο-ύμνο αυτού του θαυματουργού φρούτου, που συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη της περιοχής. Στην συνέντευξη ο δημιουργός Γ Ζέρβας αναφέρει όλα τα σημερινά προβλήματα διαχείρισης του πορτοκαλιού. 
ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΡ. ΖΕΡΒΑΣ 
ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ- ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ 
  Γεννήθηκε στην Πρόσυμνα Αργολίδας. 
  Από το 1977 μέχρι το 1980 σπούδασε Χημεία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
   Το 1982 τελείωσε τη Σχολή Σταυράκου, Τμήμα Σκηνοθεσίας. 
  1983-1984, Πανεπιστήμιο PARIS 1, SORBONNE, Τμήμα Κινηματογραφικών και Θεατρικών σπουδών, με Διευθυντή σπουδών το ΖΑΚ ΓΚΟΥΑΜΑΡ. 
   1985 PARIS 1, SORBONNE, μεταπτυχιακές σπουδές DEA με διευθυντή τον σκηνοθέτη ΕΡΙΚ ΡΟΜΕΡ. 
    1984-1986, ECOLE NATIONALE SUPERIEURE DES ARTS DECORATIFS ( ENSAD), Παρίσι, Τμήμα Σκηνοθεσίας cinema animation-video.
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

«Θέρος, τρύγος, πόλεμος και στ' αλωνίσματα χαρές..!!»

Ο θερισμός τα παλαιότερα χρόνια ήταν σωστό πανηγύρι. Άρχιζε στις αρχές του Ιούνη και τελείωνε στα μέσα του Ιουλίου. Οι κάτοικοι των χωριών φόρτωναν στα μουλάρια τα πράγματά τους και ξεκινούσαν για τα χωράφια. Τα χωριά ερήμωναν.
Στο θέρο συμμετείχαν όλα τα μέλη της οικογένειας, ακόμα και τα μικρά παιδιά, τα οποία κουβαλούσαν νερό, φαγητό και εργαλεία. Οι γυναίκες που είχαν μωρά τα φορτώνονταν στην πλάτη τους και θέριζαν. Τα εργαλεία που συνήθως χρησιμοποιούσαν ήταν τα δρεπάνια, η παλαμαριά και το λελέκι.
Η δουλειά άρχιζε νωρίς το πρωί με τη δροσιά. Όταν ο ήλιος ανέβαινε ψηλά, για να προστατευτούν, οι γυναίκες φορούσαν μια άσπρη μαντίλα και οι άντρες καπέλα. Στο αριστερό χέρι φορούσαν την παλαμαριά, ένα ξύλινο γάντι, για να πιάνουν τα στάχυα και να μην κόβονται και με το δεξί κρατούσαν το δρεπάνι για να τα κόβουν. Τα στάχυα τα έβαζαν δίπλα τους σε μικρούς σωρούς, τα δεμάτια. Κάποιος είχε τη φροντίδα να τα δένει. Έκανε ζωνάρια από τα ίδια τα στάχυα, τα οποία προηγουμένως είχε βρέξει να μαλακώσουν και να μη σπάζουν. Στη συνέχεια τα φόρτωνε στα μουλάρια και τα μετέφερε στο αλώνι. Εκεί τα τοποθετούσε το ένα πάνω στο άλλο, φτιάχνοντας μικρούς λόφους, τις θημωνιές.
Το μεσημέρι σταματούσαν για φαγητό στη σκιά κάποιου δέντρου. Αν δεν υπήρχε δέντρο, τότε φρόντιζαν να φτιάξουν ένα πρόχειρο κιόσκι με ξύλα και κλαδιά. Το φαγητό τους ήταν πρόχειρο. Ψωμί, όσπρια, ελιές, ψάρι παστό, σκορδαλιά και ξυδοπαπάρα, την οποία έφτιαχναν με νερό, ξύδι , αλάτι και ψωμί. Μετά το μεσημέρι ξεκινούσαν και πάλι το θερισμό μέχρι αργά το απόγευμα. Για να τελειώνουν γρήγορα, η μία οικογένεια βοηθούσε την άλλη. Μερικοί στη μέση κάθε χωραφιού άφηναν μερικά στάχυα άκοπα, όρθια, για να είναι γεροί και την άλλη χρονιά. Καθώς θέριζαν, για να περνάει ευχάριστα η ώρα, έλεγαν διάφορα χωρατά και τραγούδια: 

ΘΑ ΠΑΡΑΓΓΕΙΛΩ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ 

 Θα παραγγείλω στα βουνά να χαμηλώσουν λίγο,
 κι αν δεν μπορέσω ν' ανεβώ, χαμπέρι θα τους στείλω.
 Ετούτη 'δω την άνοιξη, να μη με καρτερούνε,
 και οι ραχούλες οι ψηλές, τραγούδια μ' δε θ' ακούνε.

 Στέκω και συλλογίζομαι 
Στέκω και συλλογίζομαι σαν τι χαρτί να ανοίξω 
Να ανοίξω το χαρούμενο εγώ χαρά δεν έχω 
Άνοιξα το λυπητερό που το`χω μαθημένο 
Κι από μια στάλα θολικό το`χω ξεσκολισμένο.
 Γλώσσα μου αν λησμόνησες πάλι ξαναθυμήσου 
Μάτια μου αν στεγνώσατε τώρα το δάκρυ αρχίστε 
Άνοιξε αχείλι μου πικρό καρδιά φαρμακωμένη 
Πες μου τα λόγια που ήξερες κι ήσουνα μαθημένη.
 Μαύρε ουρανέ συγνόφιαζε τ`άστρα να πέσουν κάτω 
Κι αναταράξου μαύρη γης πίσω να`ρθούν οι φίλοι. 

Είχα ένα περιβολάκι

 Είχα ένα περιβολάκι, έμμορφο και μικρουλάκι. 
Είχε γύρω γύρω αφάνες και στη μέση ματζουράνες.
 Είχε μια μηλιά στη μέση, που απ' τα μήλα πάει να πέσει
 Πάει κι ο νιος να κόψει μήλο, κι αποκρίνεται το φύλλο:
 "Τάχει αφέντης μετρημένα, κι η κυρά λογαριασμένα"

 «Παπαδοπούλα θέριζε σ’ένα βαθύ σιτάρι» 

Παπαδοπούλα θέριζε σ’ ένα δασύ σιτάρι. 
Έργο τον έργο θέριζε, έργο δεμάτια δένει.
 Και στο δεμάτι ακούμπησε και το παιδί εγεννήθη.
 Και στη ποδιά της τόβαλε και πάει να το πετάξει. 
Μια περδικούλα αγνάντευε από ψηλή ραχούλα. 
-Μωρ’ που το πας το βασιλιά; Μωρ’ που το πας το ρήγα; 
-Πό ΄γω ‘χω δεκαοχτώ πουλιά, κανένα δεν αρνιέμαι 
-Κι αν πέσει αητός και πάρει δυο, θα χάσω τη λαλιά μου
 -Και θα βρω μαύρη καψαλιά να βάψω τα φτερά μου. 


Όταν θερίζονταν όλα τα χωράφια, άρχιζε το αλώνισμα. Κάθε οικογένεια είχε το δικό της αλώνι. Το αλώνι ήταν ένας χώρος, τον οποίο προηγουμένως είχαν στρώσει με πλατιές πέτρες. Στη μέση τοποθετούσαν έναν ξύλινο στύλο, στον οποίο έδεναν τα ζώα για να περιστρέφονται.
Έπαιρναν λοιπόν μερικά δεμάτια και τα έστρωναν στο αλώνι. Μετά ζεύανε στα μουλάρια ή στα βόδια τη δοκάνη. Η δοκάνη ήταν ένα πλατύ ξύλο, που στο κάτω μέρος είχε κοφτερές πέτρες. Πάνω στην δοκάνη καθόταν ένας άνθρωπος για να δίνει βάρος. Καθώς γύριζαν τα ζώα, η δοκάνη έκοβε στα στάχυα και έβγαινε το σιτάρι.
Επειδή όμως ήταν ανακατεμένο με άχυρα, για να το ξεχωρίσουν έπρεπε να το λιχνίσουν. Προϋπόθεση για να γίνει το λίχνισμα ήταν να φυσάει. Γι αυτό φρόντιζαν τα αλώνια να είναι σε ύψωμα. Γέμιζαν έναν κουβά με σιτάρι και άχυρα και τον άδειαζαν από ψηλά πάνω σε ένα χαλί. Τα άχυρα, που ήταν ελαφρότερα από το σιτάρι, τα έπαιρνε ο αέρας και το σιτάρι έπεφτε κάτω. Τέλος το κοσκίνιζαν με ένα κόσκινο, το δερμόνι. Όσοι όμως δεν είχαν ζώα ή αλώνι, έπαιρναν τα δεμάτια και τα χτυπούσαν δυνατά με δύο ξύλα, το διράβδι, που ήταν ενωμένα μεταξύ τους με ένα σχοινί ή λουρί,.
Το σιτάρι το έβαζαν σε τσουβάλια, το φόρτωναν στα μουλάρια και το μετέφεραν στην αποθήκη και στη συνέχεια στο μύλο για να το κάνουν αλεύρι. Ένα μέρος από τη σοδειά το κρατούσαν για σπόρο. Το άχυρο το μαζεύανε κι αυτό στις καλύβες τους και το έδιναν για τροφή στα ζώα.
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Οι Άνθρωποι κ η Φύση μας..

Αυτοί όλοι οι βουνίσιοι, οι τσοπαναρέοι, κάνανε τα πιο καλά τραγούδια και τις παροιμίες κι’ όλα όσα κάνανε είναι τα πιο αληθινά και τα πιο αγνά.
Και τα αξιωθήκανε από την απλότητα που είχανε, επειδή δεν στομώσανε τα μέσα τους με αφύσικα και πολύπλοκα πράγματα.
Γι’ αυτό λοιπόν και στα τραγούδια που κάνανε αυτοί οι βουνίσιοι, βλέπουμε κάποια αλήθεια και μια εντέλεια που δεν φτάνουνε ποτέ οι σπουδασμένοι ποιητάδες με τα πολύπλοκα εργαλεία τους. Γιατί οι απλοί άνθρωποι είναι τα αληθινά παιδιά της φύσης. "Δίνουμε Δύναμη στο Χωριό μας"
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ενός Δημοτικού Συμβούλου...

Νάμαι λοιπόν ! Δημοτικός Σύμβουλος στο χωριό μου.. όλα μια χαρά ! Και ιδέες καλές έχω και με τη παράταξη του Προέδρου του χωριού είμαι.... Θα κάνω εγώ το χωριό μου αγνώριστο, όμορφο και ξακουστό στο κόσμο... Έχω εγώ ιδέες φτηνές, θα αρέσουν στους συγχωριανούς μου και σίγουρα θα με ξαναψηφίσουν...
Πού αλλού να βρουν τέτοιο Δημοτικό Σύμβουλο, με ωραίες προτάσεις, πολύ συμφερτικές.... Στο αποψινό Δημοτικό Συμβούλιο, έχω έρθει έτοιμος να πω τις προτάσεις μου για την βελτίωση του χωριού και είμαι σε μεγάλη φόρμα. Βλέπω και τους άλλους Συμβούλους, ήρθαν όλοι φρεσκοξυρισμένοι, καλογυαλισμένοι και οι κυρίες στις ομορφιές τους...αυτή εκεί μου αρέσει κιόλας ! Σίγουρα, θα τους εντυπωσιάσω με τις ιδέες που θα καταθέσω για έγκριση... απ΄ότι συζήτησα συμφωνεί και ο Πρόεδρος του χωριού... θα περάσουν παμψηφεί που λένε και στη πόλη !
Ησυχία, αρχίζει να μιλάει ο Πρόεδρος.. είμαι τυχερός που ανήκω στη δική του παράταξη... έχω δύναμη εγώ.. Μα τι λέει ο Πρόεδρος ..ανάποδα τα λέει.. μα αυτά που ζητάς να ψηφίσουμε Πρόεδρε του χωριού δε συμφέρουν στο χωριό ... άλλα συμφωνήσαμε.. Σιγά μη ψηφίσω εγώ αυτά που λες... είναι σκάνδαλο που λέει και η τηλεόραση..
Τι με πέρασες, για κάμπια; για γυμνοσάλιαγκα; για αρουραίο; Δεν ψηφίζω εγώ σπατάλες για να τα φάνε οι γνωστοί σου , ούτε χαρίζομαι εγώ στους... κολλητούς σου για να τα πληρώνουν μετά οι συγχωριανοί μου.... πώ πώ πώ θα αντιλαλήσουν οι ραχούλες.. θα μας πάρουν με τα κρεμμύδια !
Τώρα θα δεις στη ψηφοφορία… θα φας ένα ΟΧΙ από μένα που θα καρδαμώσει η χοντροκοιλιά σου !! Να ! αρχίζει η ψηφοφορία ! Τώρα θα δεις με το ΟΧΙ μου..Έχω προσωπικότητα εγώ..δεν είμαι πούλι στο τάβλι ..ωχ! τι είναι αυτό; Ιδρώτας; Σα νάχω σύγκρυο.. αύριο θα πάω στον αγροτικό… ήρθε η σειρά μου να ψηφίσω.. λοιπόν θα πω ΟΧΙ..
έλα χεράκι μου, σήκω δυνατά και όχι ψόφιο.. μην ιδρώνεις.. πνευμόνια μου γεμίστε αέρα να βροντοφωνάξετε.. γλώσσα μου ετοιμάσου... χείλια μου.. στρογγυλέψτε να πείτε το ΟΧΙ ... λοιπόν με το τρία..... Ένα , Δύο, Τρία.......Ν Α Ι Ι Ι Ι Ι !!!!
Αριστοφάνης ο Β΄
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Ορεινές διαδρομές, Ορεινά χωριά, Ορεινές περιοχές, Ορεινές εκδρομές.

Όσο μας ξεκουράζει η θάλασσα και οι παραλίες της το καλοκαίρι στην Ελλάδα μας , άλλο τόσο και ακόμα περισσότερο μπορούμε να νιώσουμε όμορφα στα ορεινά μέροι της Ελλάδας που και αυτά είναι πανέμορφα
Στα ορεινά μέροι της Ελλάδας που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από του εξωτερικού, θα κάνετε Σκι,
θα περπατήσετε σε απάτητα μονοπάτια μέσα στα πεύκα και στα έλατα και φυσικά θα γευθείτε τη περίφημη ελληνική κουζίνα που συνήθως στα ορεινά χωρια κρατάει από πάππου προς πάππου, θα πιείτε το κρασάκι σας να ζεσταθεί το κοκαλάκι σας!
Τι λέτε λοιπόν πάμε βουνό..??
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012

Στ' Αγαπημένο μου Χωριό...

Mικρό μου όμορφο χωριό με τις πολλές σου χάρες
 με τα ψηλά πλατάνια σου τα γάργαρα νερά σου.
Mε τις χρυσές σου τις σπηλιές και τα ψηλά σ' αλώνια
 πόχουν νεράϊδες τη φωλιά κι οι μάγισες λημέρια.

Kαι στήνουν νύχτα το χορό και στήνουνε το γλέντι
 χορεύουν μέχρι το πρωΐ ώσπου να βγει η πούλια.
Ώσπου να σκάσ' ο αυγερινός και να γλυκοχαράξει
 να πάρουνε τις ρεματιές να πάνε να κρυφτούνε.
Mέσ' σε λημέρια έρημα μέσ' σε γκρεμούς και βράχια
 να μην τις δει κανένας νιός που ξέρ' από αγάπη
 και χάσουνε την ομορφιά και χάσουνε τη στράτα
 και δεν μπορούν να ξαναβγούν στα μαρμαρένια αλώνια.
Eκεί που πήγαινα παιδί και που γυρίζω γέρος
 προσκυνητής στο χώμα σου και στις βουνοκορφές σου.
Kι αν όμορφη πατρίδα μου μικρό μου χωριουδάκι
ήρθανε χρόνια δίσεκτα χρόνια δυστυχισμένα
 κι ηύραμε στράτες μακρινές, στράτες γεμάτες
 πόνο ποτέ δεν σε ξεχάσαμε και νοσταλγοί θα ζούμε
  και στην στερνή μας την πνοή όταν θα 'ρθεί ο Xάρος

 μια χάρη θα ζητήσουμε στερνή παρηγοριά μας:
Eκεί στου σχίνου τον ανθό στις λυγαριάς τον ίσκιο
  κει θέλω να με θάψουνε για νάχω συντροφιά μου 
 παντοτεινή κι αιώνια της στάνης τα λημέρια 
 τις στρούγγες και τα μαντριά τα όμορφα τα γρέκια.
Eκεί που ζούσα από παιδί με μόνη συντροφιά μου
  την πούλια, τον αυγερινό, της στάνης τα κουδούνια
  τις μέρες τους κατακλυσμούς της νύχτας τα δρολάπια
  και του χειμώνα τη βοή της Άνοιξης την αύρα
  να με ξυπνούν κάθε πρωΐ της Άνοιξης τ' αηδόνια 
 το μεσημέρι οι πέρδικες και το βραδύ ο γκιώνης.
Kι έτσι πατρίδα μου γλυκειά χωριό μ' αγαπημένο 
 με τις ραχούλες τις ψηλές τα ξάγναντα τα τόσα
  εσύ που μας ανέθρεψες με μυρωμένο αγέρα
  το χώμα που πατήσαμε τα πρώτα μας τα χρόνια.
Aς μας δεχτείς χωρίς ζωή χωρίς φωνή και κλάμα
  ν' ακούσεις για στερνή φορά απ' της καρδιάς τα βάθη
   τον ύστατο χαιρετισμό από το μνήμα μέσα.
Kι απ' το χώμα τ' αλαφρό το χώμα το δικό σου 
 αυτό που περπατήσαμε στα παιδικά μας χρόνια
  ας βρούμε για παντοτινά στερνή παρηγοριά μας.


 Σπύρος Τσαρούχης (1910-1992) 
   από τη Bομβοκού Nαυπακτίας
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...

Τα Χριστούγεννα στο Χωριό...

Αφηγείται η κυρά-Λένη…
Παιδιά μου να ξέρετε ότι όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος τόσο ο νους του γυρίζει στα παλιά σαν τ’ αλαργινό πουλάκι που ψάχνει ξανά για την πρώτη του φωλιά.Σήμερα θα σας μιλήσω για τα Χριστούγεννα και πως τα ζούσαμε εκείνα τα χρόνια.
Από το φθινόπωρο τα προσμέναμε πως και πως και περισσότερο εμείς τα παιδιά. Πώς να μην τα περιμένουμε, αφού τα Χριστούγεννα ήταν η γιορτή της ξεγνοιασιάς και μικροί μεγάλοι ξέραμε ότι τις μέρες εκείνες θα παίρναμε χαρά που τόσο την είχαμε ανάγκη εκείνα τα δύσκολα τα χρόνια. Θυμάμαι, λοιπόν, που το φθινόπωρο βγάζαμε, από κάτι ψευτοαμπελάκια στις πατωσιές και από κάτι κληματαριές, το μούστο που τον βάζαμε μέσα σε ξύλινα βαρελάκια.
Η μητέρα μας έβγαζε λίγο κρασάκι και έφτιαχνε και μουστοκούλουρα. Οι άντρες του χωριού βγάζανε το τσίπουρο κι εκεί να δείτε γλέντι και τραγούδι και ας είχαμε μαύρη φτώχεια. Πιο πολύ όμως θυμάμαι τα φθινοπωρινά νυχτέρια με τα «ξεφλουδίσματα»!
Αραδιάζαμε σωρό τα καλαμπόκια σε ένα δωμάτιο, εκεί μέσα στα φτωχόσπιτά μας, μαζεύονταν και οι γειτόνοι τα βράδια και καθόμασταν όλοι μαζί ολόγυρα και τα ξεφλουδίζαμε ως αργά. Πολλές φορές πιάναμε και το τραγούδι, φτιάχναμε και κανένα γλυκό, χαλβά ας πούμε, μερικοί βράζανε μέχρι και τραχανά! Οι άντρες σιάχνανε τα τσιγάρα τους στο φύλλο του καλαμποκιού, αυτό το μέσα-μέσα που ήτανε λεπτούλι και ψιλό. Έτσι τα κάνανε τότε τα τσιγάρα τα στριφτά, με λίγο καπνό που βάζανε στην άκρη στο χωραφάκι τους. Τα «ξεφλουδίσματα» κρατούσανε πέρα ως το Νοέμβρη. Είχαμε και τη σπορά, για να βγάζουμε και λίγο σιτάρι στα ορεινά μέρη μας!
Σαράντα μέρες πριν από τα Χριστούγεννα ξεκίναγε και η νηστεία. Εδώ που τα λέμε αναγκαστική πιο πολύ ήτανε, μπας κι είχαμε τότε κρέατα κάθε μέρα; Που και που τρώγαμε κρέας. Κάθε οικογένεια μεγάλωνε, τότε, κι ένα γουρουνάκι για τα Χριστούγεννα.
Το ταΐζαμε καλαμπόκι, τριφύλλι, διάφορα χορτάρια του βουνού, όλο υγιεινές τροφές. Μια φορά με ρώτησαν κάποιοι νέοι σαν εσάς, αν του δίναμε και αποφάγια. Και τους είπα: «που να βρεθούν βρε παιδιά μου για να δώσουμε και στο γουρουνάκι, πείνα υπήρχε τότε, όχι περίσσευμα»!!! (γέλια).
Την προπαραμονή της μεγάλης γιορτής κάποιοι έμπειροι χωριανοί ετοίμαζαν το γουρουνάκι και το άφηναν λίγο να σιτέψει. Μετά φτιάχνανε από τα έντερα τα λουκάνικα με λίγο πράσo μέσα, αλατάκι, πιπεράκι, και τα κρεμάγανε στο κατώι. Εμείς πηγαίναμε στη βρύση και πλέναμε καλά-καλά το κρέας με το καθαρό τρεχούμενο νερό. Το κόβαμε σε λωρίδες, το αλατίζαμε με χοντρό αλάτι, το παστώναμε δηλαδή, μέσα σε ξύλινα δοχεία, τις καρδάρες, για να διατηρείται. Όταν θέλαμε να μαγειρέψουμε, βγάζαμε μια λωρίδα, την ξαλατίζαμε και τη μαγειρεύαμε. Το λίπος το βάζαμε μέσα σε ένα καζάνι σε φωτιά δυνατή και το ανακατεύαμε καλά-καλά με ξύλινες κουτάλες. Αυτό έλιωνε και κατόπιν το αδειάζαμε σε κάποιο καθαρό δοχείο και το χρησιμοποιούσαμε για βούτυρο.
«Γλίνα» το λέγαμε. Μερικά μικρά κομματάκια κρέας που απέμεναν μαζί με λίπος, αυτά ήτανε οι «τσιγαρίδες». Ωραίες γινότανε, λουκούμι, μακάρι να είχαμε καμία τώρα δα που μιλάμε! Τίποτε δεν πήγαινε χαμένο εκείνα τα δύσκολα χρόνια, όλα τα αξιοποιούσε ο κόσμος. Αφού να φανταστείτε την κύστη του ζώου, την «κατρίτσα» που λέγαμε, την παίρναμε για «δώρο» εμείς τα παιδιά, τη φουσκώναμε και παίζαμε μπάλα. Τέτοιες μπάλες είχαμε τότε και κάτι άλλες φτιαγμένες από τυλιχτά κουρέλια. Για τα κοριτσάκια σκαρώνανε κάποιες πάνινες κούκλες, από κουρελάκια κι’ αυτές!
Θυμάμαι και το Χριστουγεννιάτικο τοπίο στο Χωριό. Τι να σας πω παιδιά μου! Όσοι μεγαλώνετε στις πόλεις τέτοια ομορφιά δεν έχουν δει τα μάτια σας. Τότε, εκείνα τα χρόνια, έκανε και χιόνια πολλά, μπόια ολόκληρα. Να πέφτουν αργά- αργά οι άσπρες πεταλουδίτσες και να ντύνουν τον τόπο όλο. Έβλεπες τα έλατα, χιλιάδες δέντρα, στολισμένα στα ολόλευκα, τις βελανιδιές να καμαρώνουν σα νυφούλες μέσα στα άσπρα πέπλα τους και τα ψηλά βουνά ολόγυρα βαρυφορτωμένα από το χιονιά.

Και η παγωμένη αστροφεγγιά να σου γαληνεύει την ψυχή. Σαν παραμύθι, ήτανε! Και τα τζάκια μας να καπνίζουν και να σκορπάνε τη μοσχοβολιά από το καμένο ξύλο. «Ο καλός ο νοικοκύρης το χειμώνα χαίρεται», έτσι λέγαμε οι παλιοί.
Παίρναμε και κάποιο ελατάκι από το πυκνό δάσος του χωριού και φτιάχναμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο μας. Μη φανταστείτε λαμπιόνια και πολύχρωμες μπάλες και φανταχτερά στολίδια. Δεν είχαμε τότε τέτοια, ούτε ρεύμα δεν υπήρχε στα χωριά της Ευρυτανίας. Στήναμε στον οντά το ελατάκι και το γεμίζαμε τούφες-τούφες βαμβάκι. Αυτό ήταν, αλλά η ομορφιά του δεν συγκρίνονταν με τίποτε!
Την παραμονή βγαίναμε τα παιδιά για τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Ξεκινάγαμε παρεούλες- παρεούλες, με κάτι πηρουνάκια και ντενεκάκια αντί για τρίγωνα, και από την κορφή του χωριού φτάναμε μέχρι κάτω στα τελευταία σπίτια, τραγουδώντας: «Καλήν ημέρα άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας, Χριστού τη θεία γέννηση να μπω στ’ αρχοντικό σας…». Και στο τέλος «σ’ αυτό το σπίτι που ’ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει»! Όλοι μας καλοδέχονταν και τα χεράκια μας γέμιζαν κουραμπιέδες, καρύδια, ρόδια, μήλα και καμιά δεκαρούλα.
Το προηγούμενο βράδυ των Χριστουγέννων ετοιμάζαμε όλοι μαζί και τα φαγητά μας. Φτιάχναμε και το «Χριστόψωμο» που ήτανε μια ζυμωτή κουλούρα με ένα ολόκληρο καρύδι στη μέση. Επάνω κάναμε σχεδιάκια χρησιμοποιώντας τις «κουπίτσες» από το βελανίδι. Κάποιες άλλες φορές, η μητέρα μας το ομόρφαινε πατώντας το με μια ξύλινη σφραγίδα που την έχω ακόμη για ενθύμιο. Τη μέρα των Χριστουγέννων, στις 5 το πρωί, ανηφορίζαμε για την εκκλησία με τα φαναράκια, αυτά με το λαδάκι και το φυτίλι, στα χέρια. Σαν πυγολαμπίδες έφεγγαν μέσα στα χιόνια τούτα τα φαναράκια.
Η μεγάλη λειτουργία των Χριστουγέννων ήταν σημαντικό γεγονός, γιατί είχαμε και την ευκαιρία να ανταμώσουμε όλοι οι χωριανοί ακόμη κι από τους πιο μακρινούς μαχαλάδες, για να πούμε τα νέα μας και να χαρούμε με αυτή την επικοινωνία. Ύστερα κατεβαίναμε στα σπίτια μας, για το γιορτινό τραπέζι!
Με τις πίτες, τις πρασόπιτες, τις τυρόπιτες και το χοιρινό με το καρμπολάχανο ή τις πατατούλες, με το κρασάκι μας και την καλή παρέα μας. Οι νοικοκυραίοι καψάλιζαν και ένα κλαδάκι από πουρνάρι στο τζάκι λέγοντας κάποια ευχή, το ίδιο έκαναν και οι μουσαφιραίοι, για το καλό! Πολύ όμορφα ήτανε εκείνη τη μέρα! Τα απογεύματα πηγαίναμε επισκέψεις στους Χρηστάδες και τις Χριστίνες. Εκεί γίνονταν τα καλύτερα ανταμώματα με ευχές, τραγούδια και πολύ κέφι.
Χαρά μεγάλη ήτανε τα Χριστούγεννα με οικογενειακή ατμόσφαιρα, αλλά να ξέρετε ότι πάντα στις χαρές υπάρχει και μια μελαγχολία. Για όσους δεν ήτανε κοντά μας, αυτούς που είχαν χαθεί στον πόλεμο που ήτανε πρόσφατος ή λίγο αργότερα με τους ξενιτεμένους που μας λείπανε πολύ. Κι εμένα τα αδέρφια μου τα αγαπημένα, τράβηξαν στην άλλη άκρη της γης, στην ξενιτιά, για να βοηθήσουν την οικογένειά μας. Αχ, και να ξέρατε πως περιμέναμε στις γιορτές εκείνη την καρτούλα με τις ευχές από τους δικούς μας στα ξένα, και που πάντα υπήρχαν μέσα και κάποια δολάρια για τη μάνα και τα αδέρφια. Χαρά που κάναμε!
Πηγαίναμε τότε, μόλις λαβαίναμε το γράμμα, τις μέρες των Χριστουγέννων, στα μαγαζιά στο Παζάρι και πιο πολύ εμείς τα κορίτσια για να αγοράσουμε κανένα φορεματάκι, παπουτσάκια, κάτι τέλος πάντων, να δείξουμε κι εμείς «τα κάλλη μας» στην εκκλησία, να μας δει κάποιος νεαρός να σκιρτήσει η καρδούλα του. Έτσι είναι οι νέοι πάντα, παιδιά μου, όση φτώχεια και να υπάρχει η αισιοδοξία τους συντροφεύει. Και έτσι να είστε κι εσείς, να μην φοβάστε τίποτε, να πολεμάτε για τη ζωή και να κοιτάτε πάντα μπροστά, να μη σας λυγάνε οι δυσκολίες.
Μεγάλο γούστο είχε με τους καλικάντζαρους. Εμείς τα παιδάκια τους μεγαλοποιούσαμε στη φαντασία μας και οι γεροντότεροι φρόντιζαν ακόμη πιο πολύ γι’ αυτό! Επειδή ήμασταν μες στη ζαβολιά μας λέγαν να καθόμαστε ήσυχα γιατί θα κατεβούν τα «καλικαντζούρια» απ’ το τζάκι και θα ‘χουμε… κακά ξεμπερδέματα. Θυμάμαι μια φορά που ήμασταν πιο μικρά και είχαμε αναστατώσει τον τόπο. Τότε η μητέρα κατάβρεξε κρυφά το τζάκι κι ύστερα μας το 'δειχνε λέγοντάς μας ότι ήρθαν οι καλικάντζαροι… προς νερού τους κι έσβησαν τη φωτιά! Για πότε χωθήκαμε στα κρεβατάκια μας και κουκουλωθήκαμε, που να σας τα λέω!
Όλη η βδομάδα μέχρι την Πρωτοχρονιά κύλαγε με ετοιμασίες για την αλλαγή του χρόνου. Οι μεγάλοι φρόντιζαν τα ζώα με τροφές, πιο πολύ με τριφύλλια από τα δεμάτια που είχαν μαζεμένα από το καλοκαίρι για τις δύσκολες μέρες του χειμώνα. Το χειμώνα, εδώ που τα λέμε, δεν είχαμε και πολλές αγροτικές δουλειές. Κάναμε και τα ωραία νυχτέρια μας μέσα στα σπίτια, αφού συνήθως είχε κρύο και χιόνια.
Ώσπου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα παιδιά βγαίναμε πάλι για τα κάλαντα, τα πρωτοχρονιάτικα αυτή τη φορά: «Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά, ψηλή μου δεντρολιβανιά κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος. Αρχή που βγήκε ο Χριστός, Άγιος και Πνευματικός, στη γη να περπατήσει και να μας καλοκαρδίσει. Άγιος Βασίλης έρχεται, και δεν μας καταδέχεται, από την Καισαρεία, συ 'σαι αρχόντισσα κυρία…»
Νωρίς το βραδάκι της παραμονής, πηγαίναμε στη βρύση του χωριού και εκεί ρίχναμε ένα κερματάκι, ή σπόρους, κάνοντας ευχές. Λέγαμε: «όπως τρέχει το νεράκι σου βρύση μου να τρέχει η υγεία, η χαρά και η τύχη».
Το βράδυ οι άντρες διασκέδαζαν με κανένα χαρτάκι για το καλό, οι γυναίκες έφτιαχναν γλυκά και εμείς τα παιδιά, παίζαμε με την ψυχή μας. Το τζάκι ήτανε γεμάτο με ξύλα, τα μεζεδάκια σιγοψήνονταν στη θράκα, το τσίπουρο και το κρασάκι συνοδιά και όλοι μαζί λέγανε ιστορίες και τραγουδούσαν για να μπει χαρούμενα ο νέος χρόνος. Στις 12 τα μεσάνυχτα πατάγαμε κι ένα ρόδι για το γούρι. Ήταν έθιμο!
Το πρωί της πρωτομηνιάς πρώτα πηγαίναμε στην εκκλησία, όπου αλλάζαμε ευχές και τα κεράσματα: κανένα λουκούμι ή κάνα τσιπουράκι. Μετά γυρνούσαμε στα σπίτια μας για το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, όπου είχαμε πάλι χαρές και γλέντια. Κόβαμε και τη «βασιλόπιτα». Δεν είχαμε βέβαια τις σημερινές πολυτελείς βασιλόπιτες, αλλά τη δική μας την «αγιοβασιλιάτικη»! Τότε κάναμε την πίτα τη ζυμαρόπιτα, με καλαμποκάλευρο, βούτυρο, αυγά, πράσο και τυράκι.
Βάζαμε μέσα για «τυχερά», ένα αχυράκι για να πάει καλά το νέο χρόνο η σοδειά, ένα φυλλαράκι πουρνάρι για να ‘χουν προκοπή τα ζώα και μια δεκαρούλα για την οικονομία του σπιτιού! Καλότυχος εκείνος που θα το ’βρισκε! Το βραδάκι πηγαίναμε για τις ευχές στους Βασίληδες και τις Βασιλικές.
Οι άντρες χωριστά πρώτοι και αργότερα ακολουθούσαν οι γυναίκες μόλις τέλειωναν τις δουλειές του σπιτιού! Καρυδόπιτες, μπακλαβάδες, βραστά κάστανα πάνω στο τραπέζι, τσίπουρο και κρασί ήτανε τα κεράσματα για τις ονομαστικές εορτές.
Των Φώτων πάλι, ήτανε γιορτή μεγάλη. Την παραμονή των Θεοφανίων λέγαμε ξανά τα κάλαντα! Αυτό είναι ένα παλιό έθιμο που δεν το ξέρουν σήμερα τα παιδιά της πόλης. Τότε «τα λέγαμε» όμως με κάθε επισημότητα: «Σήμερα είναι τα Φώτα και ο Φωτισμός και χαρά μεγάλη και ο Αγιασμός.. Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό, κάθεται η Παναγία η Δέσποινα, με τα θυμιατούρια στα δάχτυλα. Και τον Αϊ Γιάννη παρακαλεί: Άγιε μου Γιάννη και Πρόδρομε, δύνασαι βαφτίσεις Θεού Παιδί, δύναμαι και θέλω και προσκυνώ και τον Κύριό μου παρακαλώ….» και παίρναμε πάλι το κατιτίς μας εμείς τα παιδιά.
Στις 12 το βράδυ είχαμε ένα έθιμο ότι «ανοίγουν οι ουρανοί» και οι ευχές μας θα γίνουν πραγματικότητα. Δεν κοιμόμασταν, περιμέναμε με λαχτάρα αυτή τη στιγμή. Βγαίναμε έξω να βλέπουμε τα αστέρια τ’ ουρανού και κάναμε την ευχή ή γράφαμε σε χαρτάκια ευχούλες και τα κρεμάγαμε από μια κλωστούλα στα κλαράκια στις αυλές μας, ώσπου να ξημερώσει. Ακόμη και σήμερα κρατάει αυτό το παλιό μας έθιμο.
Ανήμερα των Θεοφανίων οι νοικοκυρές άδειαζαν το παλιό νερό από τη βαρέλα και τη γέμιζαν με καινούργιο, της μέρας! Ο παπάς του χωριού στη λειτουργία άγιαζε με ένα κλωνί ξερό βασιλικό τον κόσμο. Ύστερα πέρναγε και ράντιζε τα σπίτια, τα μαντριά, τα ζωντανά και τα χωραφάκια.
Βέβαια των Φώτων είχαμε πάλι γιορτές, τους Φώτηδες, τις Φανίτσες και τους Φάνηδες κι έτσι κάναμε το γύρο σε όλους τους εορταζούμενους, για τα χρόνια πολλά. Του Αϊ Γιαννιού τα ίδια, αλλά έλα που άνοιγαν και τα σχολεία μας κι έτσι τέλειωναν και οι γιορτές της ξεγνοιασιάς!
    Χάρηκα, παιδιά μου, που με κάνατε να θυμηθώ εκείνα τα χρόνια στο αγαπημένο μου χωριό. Οι νέοι πρέπει να ξέρουν για τις ρίζες των προγόνων τους και για τα παλιά τα έθιμα. Με συγκινήσατε που ψάχνετε να τα μάθετε και να τα μεταδώσετε για να μην χαθούν.
     Για το τέλος, θέλω να σας πω ότι τότε ήμασταν όλοι σχεδόν το ίδιο, τι είχες εσύ θα μου ‘δινες, τι είχα εγώ θα σου ‘δινα, όλοι παλεύαμε για τα ίδια πράγματα, πώς να τα φέρουμε βόλτα μέσα σε τόσες δυσκολίες.
Ανταμώναμε τα βράδια, δεν υπήρχανε τότε τηλεοράσεις για να κάθεται ο καθένας μόνος του ξεκομμένος να κοιτάζει στο γυαλί! Έρχονταν οι γειτόνοι, πηγαίναμε κι εμείς σ’ αυτούς, κουβεντιάζαμε, πίναμε το κρασάκι μας και τραγουδάγαμε όλοι μαζί παρέα παλιά τραγούδια. 
   Τέτοια πράγματα, όμορφα κι απλά. Είχαμε όμως πολύ μεγάλη αλληλεγγύη και αυτό είναι που μας βάστηξε! Γι’ αυτό παιδιά μου να θυμάστε ότι όταν κρατάτε το χέρι του συγχωριανού, του γείτονα, του φίλου, παίρνετε κουράγιο και δύναμη, για να αγωνιστείτε αντάμα για τη ζωή! Εύχομαι η Ελπίδα να σας συντροφεύει.
Χρόνια πολλά, καλή χρονιά σε όλους σας και πολλά χαιρετίσματα στους ξενιτεμένους μας που ποτέ δεν τους λησμονάμε. 





Για το blog "Ευρυτάνας ιχνηλάτης"
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...