ΤΥΡΟΚΟΜΕΙΟ :ΑΓ.ΓΕΩΡΓΙΟΣ - ΚΑΡΥΑΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑ. 3ο Km ΚΑΡΥΑΣ -ΑΡΓΟΥΣ Τυροπωλείο: ΤΣΩΚΡΗ 2 ΑΡΓΟΣ ☎️ 2751022461 Παραδοσιακό Μπακάλικο : ΦΟΡΜΙΩΝΟΣ 129 ΑΘΉΝΑ ☎️ 21 11 16 1818 📧 kariagal09@gmail.com
Τρίτη 16 Απριλίου 2013
Ένας τσοπάνος αφηγείται…
«Ένας τσοπάνος αφηγείται…», στην προκειμένη περίπτωση ο Ξηρομερίτης
Νίκος Αγγέλης. Το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στον «Αιτωλοακαρνανικό Τύπο».
Εμείς το βρήκαμε σε χωριάτικο ιστολόγιο «Λευκαδίτικα Νέα…» απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε.

Παράλληλες διαδρομές με πολλούς άλλους, εδώ στον τόπο μας… Αφηγητής
θα μπορούσε κάλλιστα να ‘ναι ο κάθε ένας τσοπάνος της ορεινής Καρυάς.
Δεν θα άλλαζαν και πολλά πράγματα, ούτε καν η «τσοπάνικη ορολογία» , μόνο τα τοπωνύμια.
======================================================
Ας «ακούσουμε» όμως τον ίδιο, καθώς ξετυλίγει το νήμα της ζωής του:
«Είχε ανάγκη ο πατέρας μ’ για να τόνε βοηθήσω και με πήρε στα πράματα.
Βοήθαγα τον πατέρα μ’ όσο μπορούσα. Γένναε η γίδα, την έπαιρνα, την
πήγαινα στο μαντρί τ’ς, να τ’ς δώσω να φάει, να νε βάλω σε απόγονο για
να μην κρυώνει…».
Έτσι, ενώ ήταν καλός μαθητής και αγαπούσε τα γράμματα, δυστυχώς αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και να γίνει τσοπάνος. «Έβγαλα την εβδόμη τάξ’ τ’ Δημοτικού» λέει. Και θυμάται τότε που έγραφε στην πλάκα με το κοντύλι… Τόχει καημό, που δεν μπόρεσε να συνεχίσει το σχολείο, να μάθει γράμματα: «θα νάχα κι εγώ τα μάτια μ’ ανοιγμένα, αλλά ας όψεται η ανάγκη!» μονολογεί με παράπονο. Εφτάχρονο παιδί ενώ η θέση του ήταν στο σχολείο, αυτός παίρνει το δρόμο για το βουνό και τη στάνη, κοντά στον πατέρα του αρχικά, όπως αναφέραμε, και μόνος στη συνέχεια, αφού ήταν ο μεγαλύτερος της οικογένειας και επωμίστηκε την ευθύνη του κοπαδιού.
Από νωρίς λοιπόν μαθαίνει να φτιάχνει μαντριά για τα γίδια του, καλύβα για τον ίδιο, να τυροκομίζει κ.ά. «Για τα μαντριά διαλέγαμε τόπο νάναι προσήλιο, νάναι απόγονο, για να μην κρυώνε τα πράματα, γιατί τότε δεν ήτανε η εξέλιξη η σημερινή. Φτιάχναμε τα μαντριά με κλαριά, να μην περάει το κρύο, με ψαθιά, με φτέρες. Μετά καταλήξαμε στα τσίγκια. Τώρα είναι όλα στεγασμένα σε τσίγκια…». Αναφέρεται, στα διάφορα είδη μαντριών, που χρησίμευαν αντίστοιχα για τα στέρφα, τα γαλάρια και τα κατσίκια. «Ο τσάρκος ήτανε που μπαίνανε τα κατσίκια μέσα και μαζευόντανε και κοιμόντανε μοναχά τ’ς. Β’ζαίνανε τ’ς μανάδες τ’ς και μετά τα χωρίζαμε και τα βάζαμε μέσα τα κατσίκια στον τσάρκο, χωριστό δωμάτιο δηλαδή».
Παλιά ο τσοπάνος ήταν αναγκασμένος να μένει και τη νύχτα στη στάνη,
αφενός για να προστατεύει το κοπάδι του από διάφορους κινδύνους και
αφετέρου, γιατί δεν υπήρχε η δυνατότητα γρήγορης μεταφοράς του στο
χωριό, λόγω έλλειψης αγροτικών αυτοκινήτων. Γι’ αυτό κατασκεύαζε ένα
χώρο, όπου διέμενε ο ίδιος, αλλά και η οικογένειά του πολλές φορές. Η
καλύβα, όπως ονομάζονταν η τσοπάνικη κατοικία, κατασκευαζόταν από ξύλα,
κλαριά, ψαθιά, φτέρες που με μαστοριά χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο τσοπάνος
σε συνεργασία με άλλους. Εκεί μέσα τοποθετούσε ένα πρόχειρο νοικοκυριό
και τα σύνεργα που απαιτούνταν για τις ανάγκες του. Τις κρύες νύχτες του
χειμώνα στη μέση της καλύβας άναβε φωτιά για να ζεσταθεί, να πυρώσει
καμιά φέτα ψωμί ή να βράσει ένα κατσαρόλι γάλα για να κάνει μια
χορταστική τριψάνα.
Η ζωή του τσοπάνου ήταν πολύ δύσκολη τότε, αφού ήταν υποχρεωμένος να είναι ολημερίς κοντά στο κοπάδι του, εξαιτίας του φόβου των λύκων, αλλά και των ζωοκλεφτών της εποχής. Το καλοκαίρι τον έλιωνε το λιοπύρι και το χειμώνα το κρύο, οι βροχές και τα χιόνια: «Η πιο δύσκολη εποχή για το τσοπάνο ήτανε ο χειμώνας, πόκανε κρύα και βροχές και πάηνε όλο βρεμένος και κρυωμένος, γιατί τότε δεν ήτανε τα σημερινά μέσα, ήταν φτώχιες,..». Για να προστατευτεί από την παγωνιά και τις φοβερές νεροποντές του χειμώνα ντυνόταν με χονδρά μάλλινα ρούχα: «Ντυνόμασταν βαριά, είχα κάπα απ’ τα ίδια τα τραγόμαλλα, π’ κουρεύαμε τα γίδια. Φκιάνανε κάπες, π’ διώχν’ το νερό και δε σε πιρουνιάζει μέσα, γιατί το τραγόμαλλο, που λέμε εμείς, είναι μοναδικό, για να φεύγει το νερό. Πέφτει η σταλαματιά στην τρίχα και φεύγει. Λίγο μαλλί από πρόβατο βάναμε μέσα, να μην είναι σκέτο τραγόμαλλο… έρχονταν ειδικοί, αυτοί που περπατάγανε και ράβανε κάπες στους τσοπάνηδες. Ραφτιάδες τ’ς λέγανε…».
Ως τσοπάνος είχε πάντα μαζί του την αγκλίτσα στο χέρι και το σακκούλι στον ώμο του. Μέσα στο σακούλι έβαζε το ψωμί τυλιγμένο στο «τβαέλι» (πετσέτα), το τυρί στον τυρολόγο και ένα παγούρι με νερό. Το ψωμοτύρι ήταν η βασική διατροφή του. Επίσης κουβαλούσε και τα σύνεργά του, για να πελεκίσει κανένα ξύλο, όταν του δίνονταν η ευκαιρία. Έφτιαχνε αγκλίτσες, ρόκες, αδράχτια, κουτάλες και άλλα ξύλινα αντικείμενα.
Ο ίδιος άρμεγε τις γίδες του και η νοικοκυρά από κοντά στη στρούγκα «τις κένταγε», τις χτυπούσε δηλαδή ελαφρά με ένα ξύλο, για να περνάνε μία-μία μπροστά στο στρουγγόλιθο, που κάθονταν αυτός για να τις αρμέξει. Μετά τυροκομούσαν το γάλα. Έκαναν τυρί για να πληρώσουν τα λιβαδιάτικα, να γεμίσουν τα βαρέλια τους, να πουλήσουν και μια ποσότητα για να βγάλουν κάποια έξοδά τους.
Στα ζώα, για να τα ακούει, αλλά και για να τα καμαρώνει με την «αρματωσιά» τους, όπως λέει χαρακτηριστικά, κρεμούσε κύπρια και κουδούνια, που κατασκεύαζαν οι κουδουνάδες, με ωραίο ήχο, τα οποία τα περνούσε σε φαρδιές λουρίδες ή σε ξύλινα στεφάνια, που έφτιαχνε ο ίδιος. Προσπαθούσε να συνδυάζει αρμονικά τους ήχους των κουδουνιών ώστε αυτή η «ζυγιά», να δίνει μια υπέροχη μουσική αρμονία, που ακόμα αντηχεί στα αυτιά του ζωντανεύοντας μνήμες από το παρελθόν… Όταν πούλησε τα κοπάδια, κράτησε τα κουδούνια και με πόνο τα κρέμασε στο υπόγειο του σπιτιού του, θέλοντας να τα βλέπει που και που, να τα βροντάει ρυθμικά και να ακούει τον «αχό» τους. Είναι τα θυμητάρια της τσοπάνικης ζωής του, τα κουδούνια, η γκλίτσα, το σακκούλι, οι λιγοστές φωτογραφίες και μαζί οι πάμπολλες αναμνήσεις… «Αύριο να με θμήσεις, να σε κατεβάσω κάτ’ στο υπόγειο, να ακούσεις «τη ζυγιά» πόχω κρεμασμένη εκεί κατ’!» λέει με συγκίνηση καθώς αφηγείται.
Στη συνέχεια αναφέρεται και στις αρρώστιες που πάθαιναν τα γίδια του και στα γιατρικά με τα οποία τις αντιμετώπιζε τότε, που δεν υπήρχαν τα εμβόλια και τα φάρμακα, όπως σήμερα. Λέει ακόμα ιστορίες για λύκους, τσακάλια, αλεπούδες και φίδια… Αναφέρεται στις μαντείες και τα μελλούμενα, που έδειχναν τα σημάδια πάνω στην πλάτη του σφαχτού όταν έψηναν. Ήξερε να «διαβάζει» την πλάτη και να ερμηνεύει τα σημάδια της, για τον νοικοκύρη, τη νοικοκυρά, το κοπάδι και συνεχίζει την αφήγησή του αναφερόμενος στους νόστιμους μεζέδες που έφτιαχνε, δηλ. το κοκορέτσι, το σπληνάντερο και τα φρυγαδέλια.
Όταν ρωτιέται πόσες ώρες εργάζονταν απαντάει: «Δεν είχε ωράριο ο τσοπάνος. Δούλευε από νύχτα σε νύχτα τότε». Έφευγε από τα χαράματα και γύριζε στην καλύβα ή στο σπίτι του, νύχτα, σκοτάδι. Ούτε γιορτή, ούτε αργία υπήρχε γι’ αυτόν. Ειδικά όταν δεν είχε κάποιον να τον αντικαταστήσει. «Τα πράματα σε ήθελαν μέρα νύχτα κοντά τ’ς. Δύσκολα χρόνια παιδί μ’. Να βρέχει, να ρίχνει «τουρλάπ’» κι να λες Θεέ μ’! Να σμίγει ου ουρανός με τη γη! Τι έχει περάσ’ ετούτο το κορμί, τόσα χρόνια ξωμάχος!».
Εδώ κάνει μια παύση κι ύστερα συνεχίζει: «Τώρα δόξα τω Θεό, περνάω καλά γεράματα. Είμαι κοντά στα παιδιά μ’ και τα ‘γγόνια μ’. Έχω καλά παιδιά. Πήρα και χρυσή νύφη. Θέλω να τα ‘φήσω πίσω μ’ και να προκόβνε. Νάχνε την ευχή μ’ τα παιδιά μ’: ο Τάκης, η Μαρία, η Κική και τ’ αγγόνια μ’: η Μαρίνα, η Ρηνούλα, η Χαρούλα και ο Νικόλας μου., Έχει ιδιαίτερη αδυναμία στο μικρό εγγόνι που φέρει και το όνομα του. «Και ‘γω να φύγω για το τελευταίο ταξίδι μου, έτσ’ όπως είμαι, στα ποδαράκια μ’. Τίποτ’ άλλο δε θέλω…»
Μαρία Αγγέλη
πηγή ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
Διαβάστε περισσότερα για αυτό το θέμα...
Ο
Λάκης Κολυβάς (Μπερδεμπές) όταν σε μεγάλη ηλικία εγκατέλειψε τους
Σκάρους και έκανε τον τσοπάνο χαμηλώτερα, στο χωριό Κολυβάτα (Πηγή:
Εφημερίδα «Καθημερινή», αν δεν απατώμαι, από ένα αφιέρωμα για την
Λευκάδα)
======================================================
Νίκος Δ. Αγγέλης
|
Πρόκειται για την ιστορία ζωής του Νικολάου Αγγέλη, ο οποίος γεννήθηκε στα Βλυζιανά, ένα ορεινό χωριό του Ξηρομέρου. που εκείνη την εποχή είχε σημαντική κτηνοτροφία. Παιδί μιας πολύτεκνης οικογένειας, που είχε άλλα τέσσερα παιδιά, αναγκάστηκε από νωρίς να βγει στη βιοπάλη. Από τα εφτά του χρόνια ακολούθησε τον πατέρα του στο κοπάδι με τα γίδια, κοντά στα οποία θα περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. |
Έτσι, ενώ ήταν καλός μαθητής και αγαπούσε τα γράμματα, δυστυχώς αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σχολείο και να γίνει τσοπάνος. «Έβγαλα την εβδόμη τάξ’ τ’ Δημοτικού» λέει. Και θυμάται τότε που έγραφε στην πλάκα με το κοντύλι… Τόχει καημό, που δεν μπόρεσε να συνεχίσει το σχολείο, να μάθει γράμματα: «θα νάχα κι εγώ τα μάτια μ’ ανοιγμένα, αλλά ας όψεται η ανάγκη!» μονολογεί με παράπονο. Εφτάχρονο παιδί ενώ η θέση του ήταν στο σχολείο, αυτός παίρνει το δρόμο για το βουνό και τη στάνη, κοντά στον πατέρα του αρχικά, όπως αναφέραμε, και μόνος στη συνέχεια, αφού ήταν ο μεγαλύτερος της οικογένειας και επωμίστηκε την ευθύνη του κοπαδιού.
Από νωρίς λοιπόν μαθαίνει να φτιάχνει μαντριά για τα γίδια του, καλύβα για τον ίδιο, να τυροκομίζει κ.ά. «Για τα μαντριά διαλέγαμε τόπο νάναι προσήλιο, νάναι απόγονο, για να μην κρυώνε τα πράματα, γιατί τότε δεν ήτανε η εξέλιξη η σημερινή. Φτιάχναμε τα μαντριά με κλαριά, να μην περάει το κρύο, με ψαθιά, με φτέρες. Μετά καταλήξαμε στα τσίγκια. Τώρα είναι όλα στεγασμένα σε τσίγκια…». Αναφέρεται, στα διάφορα είδη μαντριών, που χρησίμευαν αντίστοιχα για τα στέρφα, τα γαλάρια και τα κατσίκια. «Ο τσάρκος ήτανε που μπαίνανε τα κατσίκια μέσα και μαζευόντανε και κοιμόντανε μοναχά τ’ς. Β’ζαίνανε τ’ς μανάδες τ’ς και μετά τα χωρίζαμε και τα βάζαμε μέσα τα κατσίκια στον τσάρκο, χωριστό δωμάτιο δηλαδή».
Η ζωή του τσοπάνου ήταν πολύ δύσκολη τότε, αφού ήταν υποχρεωμένος να είναι ολημερίς κοντά στο κοπάδι του, εξαιτίας του φόβου των λύκων, αλλά και των ζωοκλεφτών της εποχής. Το καλοκαίρι τον έλιωνε το λιοπύρι και το χειμώνα το κρύο, οι βροχές και τα χιόνια: «Η πιο δύσκολη εποχή για το τσοπάνο ήτανε ο χειμώνας, πόκανε κρύα και βροχές και πάηνε όλο βρεμένος και κρυωμένος, γιατί τότε δεν ήτανε τα σημερινά μέσα, ήταν φτώχιες,..». Για να προστατευτεί από την παγωνιά και τις φοβερές νεροποντές του χειμώνα ντυνόταν με χονδρά μάλλινα ρούχα: «Ντυνόμασταν βαριά, είχα κάπα απ’ τα ίδια τα τραγόμαλλα, π’ κουρεύαμε τα γίδια. Φκιάνανε κάπες, π’ διώχν’ το νερό και δε σε πιρουνιάζει μέσα, γιατί το τραγόμαλλο, που λέμε εμείς, είναι μοναδικό, για να φεύγει το νερό. Πέφτει η σταλαματιά στην τρίχα και φεύγει. Λίγο μαλλί από πρόβατο βάναμε μέσα, να μην είναι σκέτο τραγόμαλλο… έρχονταν ειδικοί, αυτοί που περπατάγανε και ράβανε κάπες στους τσοπάνηδες. Ραφτιάδες τ’ς λέγανε…».
Ως τσοπάνος είχε πάντα μαζί του την αγκλίτσα στο χέρι και το σακκούλι στον ώμο του. Μέσα στο σακούλι έβαζε το ψωμί τυλιγμένο στο «τβαέλι» (πετσέτα), το τυρί στον τυρολόγο και ένα παγούρι με νερό. Το ψωμοτύρι ήταν η βασική διατροφή του. Επίσης κουβαλούσε και τα σύνεργά του, για να πελεκίσει κανένα ξύλο, όταν του δίνονταν η ευκαιρία. Έφτιαχνε αγκλίτσες, ρόκες, αδράχτια, κουτάλες και άλλα ξύλινα αντικείμενα.
Ο ίδιος άρμεγε τις γίδες του και η νοικοκυρά από κοντά στη στρούγκα «τις κένταγε», τις χτυπούσε δηλαδή ελαφρά με ένα ξύλο, για να περνάνε μία-μία μπροστά στο στρουγγόλιθο, που κάθονταν αυτός για να τις αρμέξει. Μετά τυροκομούσαν το γάλα. Έκαναν τυρί για να πληρώσουν τα λιβαδιάτικα, να γεμίσουν τα βαρέλια τους, να πουλήσουν και μια ποσότητα για να βγάλουν κάποια έξοδά τους.
Ολημερίς ακολουθώντας το κοπάδι στη βοσκή, γύρναγε τόπους και ραχούλες στα Βλυζιανά αρχικά και στο Μαχαιρά αργότερα, όταν με την οικογένειά του εγκαταστάθηκε εκεί. «Βίτσι, Ξοβούνι, Βρίστιανα, Αναβρυσιές, Μοναστράκια… τάχω περπατήσει αυτά…» λέει, καθώς θυμάται τις ατέλειωτες διαδρομές του στις βουνοκορφές του Ξηρομέρου.
Ήθελα να ‘μουν τσέλιγκας να ‘μουν κι ένας σκουτέρης Να πάω να ζήσω στο μαντρί, στην ερημιά, στα δάση, Να ‘χω κοπάδι πρόβατα να ‘χω κοπάδι γίδια, Κι ένα σωρό μαντρόσκυλα, να ‘χω και βοσκοτόπια, Το καλοκαίρι στα βουνά, και το χειμώνα στους κάμπους. Να χω από πάλιουραν βορό και στρούγκα από ροδάμι να ‘χω και σε ψηλή κορφή καλύβα από ρουπάκια να ‘χω και με βοσκόπουλα σε κάθε σκάρον γλέντι, να ‘χω φλογέρα να λαλώ, ν’ αντιλαλούν οι κάμποι…
Στα ζώα, για να τα ακούει, αλλά και για να τα καμαρώνει με την «αρματωσιά» τους, όπως λέει χαρακτηριστικά, κρεμούσε κύπρια και κουδούνια, που κατασκεύαζαν οι κουδουνάδες, με ωραίο ήχο, τα οποία τα περνούσε σε φαρδιές λουρίδες ή σε ξύλινα στεφάνια, που έφτιαχνε ο ίδιος. Προσπαθούσε να συνδυάζει αρμονικά τους ήχους των κουδουνιών ώστε αυτή η «ζυγιά», να δίνει μια υπέροχη μουσική αρμονία, που ακόμα αντηχεί στα αυτιά του ζωντανεύοντας μνήμες από το παρελθόν… Όταν πούλησε τα κοπάδια, κράτησε τα κουδούνια και με πόνο τα κρέμασε στο υπόγειο του σπιτιού του, θέλοντας να τα βλέπει που και που, να τα βροντάει ρυθμικά και να ακούει τον «αχό» τους. Είναι τα θυμητάρια της τσοπάνικης ζωής του, τα κουδούνια, η γκλίτσα, το σακκούλι, οι λιγοστές φωτογραφίες και μαζί οι πάμπολλες αναμνήσεις… «Αύριο να με θμήσεις, να σε κατεβάσω κάτ’ στο υπόγειο, να ακούσεις «τη ζυγιά» πόχω κρεμασμένη εκεί κατ’!» λέει με συγκίνηση καθώς αφηγείται.
Στη συνέχεια αναφέρεται και στις αρρώστιες που πάθαιναν τα γίδια του και στα γιατρικά με τα οποία τις αντιμετώπιζε τότε, που δεν υπήρχαν τα εμβόλια και τα φάρμακα, όπως σήμερα. Λέει ακόμα ιστορίες για λύκους, τσακάλια, αλεπούδες και φίδια… Αναφέρεται στις μαντείες και τα μελλούμενα, που έδειχναν τα σημάδια πάνω στην πλάτη του σφαχτού όταν έψηναν. Ήξερε να «διαβάζει» την πλάτη και να ερμηνεύει τα σημάδια της, για τον νοικοκύρη, τη νοικοκυρά, το κοπάδι και συνεχίζει την αφήγησή του αναφερόμενος στους νόστιμους μεζέδες που έφτιαχνε, δηλ. το κοκορέτσι, το σπληνάντερο και τα φρυγαδέλια.
Όταν ρωτιέται πόσες ώρες εργάζονταν απαντάει: «Δεν είχε ωράριο ο τσοπάνος. Δούλευε από νύχτα σε νύχτα τότε». Έφευγε από τα χαράματα και γύριζε στην καλύβα ή στο σπίτι του, νύχτα, σκοτάδι. Ούτε γιορτή, ούτε αργία υπήρχε γι’ αυτόν. Ειδικά όταν δεν είχε κάποιον να τον αντικαταστήσει. «Τα πράματα σε ήθελαν μέρα νύχτα κοντά τ’ς. Δύσκολα χρόνια παιδί μ’. Να βρέχει, να ρίχνει «τουρλάπ’» κι να λες Θεέ μ’! Να σμίγει ου ουρανός με τη γη! Τι έχει περάσ’ ετούτο το κορμί, τόσα χρόνια ξωμάχος!».
Εδώ κάνει μια παύση κι ύστερα συνεχίζει: «Τώρα δόξα τω Θεό, περνάω καλά γεράματα. Είμαι κοντά στα παιδιά μ’ και τα ‘γγόνια μ’. Έχω καλά παιδιά. Πήρα και χρυσή νύφη. Θέλω να τα ‘φήσω πίσω μ’ και να προκόβνε. Νάχνε την ευχή μ’ τα παιδιά μ’: ο Τάκης, η Μαρία, η Κική και τ’ αγγόνια μ’: η Μαρίνα, η Ρηνούλα, η Χαρούλα και ο Νικόλας μου., Έχει ιδιαίτερη αδυναμία στο μικρό εγγόνι που φέρει και το όνομα του. «Και ‘γω να φύγω για το τελευταίο ταξίδι μου, έτσ’ όπως είμαι, στα ποδαράκια μ’. Τίποτ’ άλλο δε θέλω…»
Μαρία Αγγέλη
πηγή ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
Ενας ύμνος στη φύση του
Τάσου Χαλκιά <<Το παράπονο του τσομπάνου>>
Παρασκευή 12 Απριλίου 2013
Δωρεάν φαγητό, κατευθείαν από τη φύση...
Στα δύσκολα χρόνια που ζούμε και στα δυσκολότερα που έρχονται καλό
είναι να θυμηθούμε μερικές πρακτικές που ακολουθούσαν με σοφία οι
γιαγιάδες μας τα χρόνια που τα λεφτά ήταν λιγοστά και οι καθημερινές
ανέσεις, σχεδόν ανύπαρκτες .
Στην
εποχή που αναφερόμαστε, είναι σίγουρο ότι δεν θα βρούμε σούπερ μάρκετ
σε κάθε γειτονιά της Αθήνας, ούτε ταχυφαγεία με κάθε είδος junk food που
υπόσχονται φθηνό φαγητό αμφιβόλου ποιότητας.
Οι άνθρωποι ήταν ακόμα κοντά στη φύση και γνώριζαν τα μυστικά που θα
τους έδιναν την ευκαιρία να βρίσκουν ένα πιάτο φαγητό, ακόμα κι αν δεν
υπήρχαν λεφτά!
Άγρια χόρτα: Αυτά
τα άγρια χόρτα που θεωρούνται εκλεκτά στον πάγκο του σύγχρονου μανάβη,
κάποτε ήταν το πιο φθηνό φαγητό του τραπεζιού. Αρκεί να ήξερες να τα
ξεχωρίζεις και να έβγαινες μια βόλτα με το μαχαιράκι σου στην εξοχή. Για
ακούστε μερικά: ραδίκια, ζωχοί, άγρια μάραθα, ρόκες, γλιστρίδες,
τσουκνίδες, αγριόπρασα, αγριοσέλινο, βολβοί, βλίτα, βρούβες, κάπαρη,
μυρώνια, καυκαλήθρες, αλλά και πιο gourmet όπως άγρια σπαράγγια και
αγκινάρες. Σας ανοίξαμε την όρεξη;
Άγρια μανιτάρια: Αυτό
κι αν είναι εκλεκτό έδεσμα! Οι φθινοπωρινές και οι ανοιξιάτικες βροχές
γεμίζουν τα βουνά με μανιτάρια και οι φανατικοί του είδους περιμένουν με
το καλαθάκι στο χέρι να συλλέξουν τον πολύτιμο αυτό μεζέ. Ωστόσο, θα
πρέπει να είστε πολύ προσεκτικοί διότι πολλά είδη είναι ιδιαίτερα
επικίνδυνα για κατανάλωση. Ακολουθήστε έναν έμπειρο μανιταροσυλλέκτη και
έχετε πάντα μαζί σας έναν φωτογραφικό οδηγό για να μπορείτε ανά πάσα
στιγμή να ενημερώνεστε με ακρίβεια. Η σύνεση του συλλέκτη είναι η
εγκύηση της ασφάλειας.
Φρούτα του δάσους: Πιθανώς
να μην ξέρετε ότι τα βατόμουρα, τα σμέουρα, τα μύρτιλα και όλα αυτά τα
μικροσκοπικά φρουτάκια που πωλούνται στα μικροσκοπικά κεσεδάκι σαν
κόσμημα, υπάρχουν σε άγρια κατάσταση στο δάσος. Αν ανεβείτε σε ορεινές
περιοχές, οι παραδοσιακές νοικοκυρές θα σας δείξουν όλα αυτά τα πολύτιμα
καλούδια του δάσους που μετατρέπονται σε πρώτης τάξεως γλυκίσματα για
όλο το χρόνο!
Ξηροί καρποί: Τα
δασικά δέντρα που πολλές φορές χρησιμοποιούνται στις πόλεις και σαν
καλλωπιστικά παράγουν καρπούς που είναι θρεπτικότατοι! Καρύδια,
αμύγδαλα, κάστανα & φουντούκια δεν φυτρώνουν μέσα σε πλαστικά
δοχεία, αλλά κρέμονται από τα δέντρα στην κατάλληλη εποχή. Σπεύσατε!
Ελιές: Δεν
υπάρχει γειτονιά σε μεγάλη πόλη της Ελλάδας που να μην έχει
δεντροστοιχίες με ελαιόδεντρα. Τα δέντρα αυτά παράγουν τον πλούσιο καρπό
τους, αλλά δεν ενδιαφέρεται κανείς να τον συλλέξει. Γιατί να μην
μαζεύουμε τον καρπό από τα ελαιόδεντρα των πεζοδρομίων;
Φρούτα: Σε
πολλές περιπτώσεις τα καρποφόρα δέντρα χρησιμοποιούνται σαν
καλλωπιστικά. Η αλλαγή στη χρήση τους δεν σημαίνει ότι τα δέντρα αυτά
σταματούν να παράγουν καρπό. Μην αφήνετε, λοιπόν, τα νεράτζια να σκάνε
στο πεζοδρόμιο και να αναθεματίζετε για τη βρωμιά που δημιουργείται.
Φτιάξτε τα γλυκό! Είναι τσάμπα!
Σαλιγκάρια: Ο
παππούς μου, παλιά, μάζευε σαλιγκάρια, τα καθάριζε αφήνοντάς τα στο
αλεύρι ή σε μακαρόνια για μερικές μέρες και μετά μάς τα μαγείρευε με
κρεμμυδάκια και ντομάτα. Αν είστε από τους fan του εδέσματος, θα ξέρετε
ότι ο μεζές αυτός είναι εκπληκτικός! Δείτε εδώ περισσότερες λεπτομέριες.
Αν δεν έχετε κάποιον να σας δείξει τα μυστικά των παλιών, μπορείτε να πάρετε αρκετές γνώσεις από τα βιβλία και το διαδίκτυο.Φέρσου ως άνθρωπος...
Προσπαθούμε
να ερμηνεύσουμε μισά ή στρεβλά δεδομένα, πελαγοδρομούμε ανάμεσα σε
φανταστικά σενάρια και εντυπώσεις σκοντάφτοντας όχι μόνο στην άγνοιά μας
αλλά και στον κλοιό της ανέχειας που μας περιζώνει ολοένα πιο σφιχτά.
Κι
εγώ προσπαθώ να βρω την πηγή της αλήθειας και τη ρίζα του κακού. Γιατί η
αλήθεια έρχεται από μια μυστική και -ευτυχώς- ανεξάντλητη πηγή, ενώ το
κακό που έχει ριζώσει, αν το εντοπίσουμε, μπορούμε να ξεριζώσουμε.
Φιλόδοξο το εγχείρημά μου κι ο Θεός βοηθός ...;
Το
κακό που φαίνεται ως διαφθορά δεν σάπισε μόνον την πολιτική μας και
τους εκπροσώπους της. Σάπισε -και πιθανόν εξαρχής- την ιντελιγκέντσια
του τόπου: πανεπιστημιακούς, πνευματικούς ανθρώπους, εκκλησιαστικούς
παράγοντες, δικαστικούς, καλλιτέχνες και όσους εργάζονται σε ιδιαίτερα
προσοδοφόρα επαγγέλματα που ενέχουν εξουσιαστική ισχύ από τους
επιχειρηματίες καναλάρχες μέχρι τους υπεύθυνους για την Υγεία. Λίγο πολύ
μεταδόθηκε σαν μεταδοτική νόσος σε όλους μας.
Για
να φτάσει να σαπίσει ένα πολιτικό σύστημα που μέσα σε λίγα χρόνια
μεταμορφώθηκε σε Ολιγαρχία, να διαβρωθεί η ιδέα αλλά και η ουσία μιας
χώρας, τόσοι άνθρωποι με τόσες ιδιότητες, σημαίνει πως αφέθηκαν για
χρόνια ανίατες οι πληγές μας που επιπλέον τις αναγάγαμε και σε πρότυπο
υγείας. Σημαίνει ακόμα πως κάποιοι "καλλιέργησαν" τις πληγές με το
παράδειγμά τους, όπως έκανε η ιντελιγκέντσια, και τώρα τις
εκμεταλλεύονται πουλώντας τη θεραπεία τους σε "εξειδικευμένους
θεραπευτές".
Σήμερα οφείλουμε να παραδεχτούμε πως ο αντίπαλος δεν έχει πρόσωπο, γιατί έτσι είναι: το Κακό δεν έχει πρόσωπο.
Και
είναι τραγικό το γεγονός ότι δεν πρόκειται καν για την Ελλάδα, που
μοιάζει να αποτελεί ένα πειραματόζωο στο παγκόσμιο παιχνίδι. Ποιο παιχνίδι; Το παιχνίδι του Χρήματος.
Μετά
την πτώση του Σοσιαλισμού ζούμε την κατάρρευση του Καπιταλισμού. Ήταν
αναμενόμενο. Αυτή είναι η μοίρα των Συστημάτων. Σήμερα δεν υπάρχουν
πλέον πολιτική και πολιτικοί. Δεν υπάρχουν πολίτες. Και τα κράτη με τα
σύνορά τους μεταποιήθηκαν σε εικονικά γραφήματα του παγκόσμιου χάρτη.
Είναι
ολότελα περιττό να πω πως μέσα στη γενικότερη κατάρρευση
αμφισβητούνται παραδοσιακές αξίες. Πως η έννοια για παράδειγμα
"πατριωτισμός" όπως τη βίωναν οι περασμένες γενιές που έδωσαν το αίμα
τους για την Πατρίδα, είναι πλέον αμφιβόλου σημασίας. Τι υπάρχει στη
θέση όλων αυτών; Ποιος είναι λοιπόν, ο εχθρός, ο αντίπαλος; Απέναντι σε τι στεκόμαστε ή θέλουμε να αντιταχθούμε; Το Χρήμα.
Το
Χρήμα όμως δεν έχει πρόσωπο. Ξεπερνά τα όρια συστημάτων, πολιτικών,
ιδεών, συμπεριφορών. Ξεπερνά τις εξουσίες. Ξεπερνά τα όρια ηπείρων και
κρατών, Ευρώπης, Αμερικής, της ταλαίπωρης χώρας μας. Ξεπερνά τον ίδιο
τον άνθρωπο. Τον απανταχού της γης άνθρωπο. Όλα τα αγοράζει προκειμένου
να πολλαπλασιαστεί. Όλα του υποτάσσονται προκειμένου να έχουν την
ψευδαίσθηση πως υπάρχουν. Όλους μπορεί να τους παγιδεύσει στα χρυσά
δίχτυα του εκμεταλλευόμενο αναλόγως τα πάθη και τις αδυναμίες του
καθενός, κάποτε δίχως καν να το υποψιαστούμε.
......ο απλός Έλληνας που πουλά ένα σπίτι για εκατό
χιλιάδες ευρώ και βγάζει τα χρήματά του σε τράπεζες του εξωτερικού για
να τα "διασφαλίσει" πόση συνείδηση έχει ποιον υπηρετεί;
Αφού
λοιπόν το Χρήμα δεν έχει πρόσωπο και ξεπερνά ακόμη και τον άνθρωπο, άρα
και το πρόσωπό του, τι μπορεί να αποτελέσει τον αντίποδά του στον οποίο
να στεγαστούμε όσοι βρεθήκαμε άστεγοι προσπαθώντας να απεμπλακούμε από
τα δίχτυα της διαφθοράς του με τα οποία είναι σύμφυτο;
Ο Λόγος. Ο Ποιητικός Λόγος της Πενίας.
Στην πενία αργά ή γρήγορα θα φτάσουμε. Και επειδή απέχουμε παρασάγγας
από τις προηγούμενες γενιές που γεννήθηκαν και ανατράφηκαν μέσα στην
πενία, εμείς αν δε συμμαχήσουμε με τον Ποιητικό Λόγο, θα εξολοθρευτούμε
συνειδησιακά και υπαρξιακά, ψυχικά και πνευματικά. Όταν ο Ελύτης μετά
την Μεταπολίτευση ζήτησε από τον Θεοδωράκη να μην ξαναπαρουσιάσει το
"Άξιον Εστί" είχε κάποιο λόγο στο μυαλό του, μιαν αιτία για ένα τέτοιο
αίτημα. Όταν ο συνθέτης αντέδρασε ισχυριζόμενος πως έχει το δικαίωμα να
κάνει μ' αυτό ό, τι θέλει, είχε κι' αυτός στο μυαλό του κάποιον άλλον
για κάποιον άλλο λόγο. Ο ποιητής δεν εξήγησε τι τον οδήγησε στην πρότασή
του και δεν μπήκε ποτέ σε ανοιχτή διαμάχη με τον συνθέτη. Δεν
ξαναμίλησε επ' αυτού. Έμεινε έξω από την αρένα της βίας. Και γιατί να
μιλήσει; Η ποίηση ούτε πουλιέται ούτε αγοράζεται. Μεταγγίζεται.
Μεταλαμπαδεύεται. Όποιος την αγοράζει και την πουλάει, όποιος τη
θυσιάζει στο βωμό του Χρήματος, την καταργεί. Διαστρέφοντάς την τελικά
τη σκοτώνει.
Ίσως να ακούγεται αφηρημένο: Λόγος εναντίον Χρήματος. Αλλά εγώ σήμερα νομίζω πως είναι ό, τι πιο χειροπιαστό υπάρχει περίπτωση να μας βγάλει από το σκοτεινό τούνελ της απόγνωσης.
Αυτή
η πρόταση δεν μπορεί να μεταφραστεί σε κίνημα, ιδεολόγημα ή σύνθημα.
Κάτι που μπορεί να συνενώσει μεγάλα πλήθη. Μεταφράζεται σε μια απολύτως
προσωπική στάση και πορεία του καθενός μας που αναλαμβάνοντας τον βαρύ
ρεαλισμό της συνολικής κατάρρευσης θα υπομείνει στο περιθώριο την
ανέχεια και τον καθημερινό αγώνα του βίου με μια λάμψη στο βλέμμα που θα
πηγάζει από αυτόν τον Λόγο και θα στηρίζει τον ίδιο φωτίζοντας
παράλληλα και τον περίγυρό του με το φως της Αλήθειας.
"Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος / να 'ναι ήμερος και άκακος. / Λίγο ψωμί, λίγο κρασί / Χριστούγεννα κι Ανάσταση"
(Οδυσσέας Ελύτης)
κείμενο της συγγραφέως Βασιλικής Νευροκοπλή δημοσιευμένο στο protagon
Πέμπτη 4 Απριλίου 2013
Γιαγιά και παππούς ειναι παράδοση...!
Όπως κάθε ενήλικος, καταλαβαίνω πολύ καλά σήμερα, πως είναι αδύνατον ένα παιδί ν΄ αντιληφθεί τον χρόνο. Πρόκειται για μια διάσταση, η έννοια της οποίας οικοδομείται εξαιρετικά αργά και σε άμεση συνάρτηση με τα στάδια ωρίμανσης και τις εμπειρίες του ανθρώπου.
Με λίγα λόγια, αρχίζουμε να αντιλαμβανόμαστε τον χρόνο μόλις καταφέρουμε να αποκτήσουμε συνείδηση παρελθόντος, να νιώσουμε τη σημασία του χθες και του σήμερα, και να βρούμε μονάδα για να μετρήσουμε την μεταξύ τους απόσταση.
Αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος για τον οποίο τα λόγια τους φάνταζαν στο μυαλό μου σαν παραμύθι
Το παραμύθι, έχει διαφορετική σημασία για τα παιδιά από αυτήν που έχει για τους ενήλικες. Και ενώ διαθέτει τη δυνατότητα της εύκολης πρόσληψης για να γίνει κατανοητό, εμπεριέχει, παράλληλα, το στοιχείο της αλήθειας.
Αφού, λοιπόν, δεν είχα μεγάλο παρελθόν, κι η ζωή μου ήταν σχεδόν κενή εμπειριών, τα λόγια του παππού κατέφθαναν στ΄ αυτιά μου από μια χρονική απόσταση ασύλληπτη για το μυαλό μου.
Οι αφηγήσεις της γιαγιας για τα δικά της παιδικά και νεανικά χρόνια, τόσο έντονες, τόσο πειστικές, πού και πού τόσο συναισθηματικά φορτισμένες και τόσο λεπτομερειακά περιγραφικές, αποτυπώνονταν στη μνήμη μου με τέτοιον τρόπο, που απελευθέρωναν τη φαντασία μου, και μου έδιναν την ελευθερία να πλάσω και να συνθέσω αυτά τ΄ ακούσματα με τον δικό μου μοναδικό τρόπο, δίχως να έχω συνείδηση καν – όπως δεν είχε φυσικά κι εκείνη – του τεράστιου επιτεύγματος της οργάνωσης της σκέψης μου και της οικοδόμησης των νοητικών μου σχημάτων που συντελείτο αυτές τις στιγμές με αυτόν τον πηγαίο και αυθόρμητο τρόπο.
Παρακολουθούσα με δέος το παππού να διηγείται εμπειρίες και περιστατικά από "τα μακρινά" εκείνα χρόνια, για τον τρόπο ζωής,για το στρατό, για τις χαρές και τις λύπες, την ξεγνοιασιά και τα προβλήματα, τον αγώνα των γονιών της, καθώς προσπαθούσαν να επιβιώσουν σε δύσκολες εποχές, τους γάμους και τα πανηγύρια, τους χορούς και τα γλέντια, τα ξεχασμένα, σήμερα, παιχνίδια και τους κανόνες τους, που έπαιζαν με τους συνομηλίκους του, το "μπερτάκι" που ‘πεφτε απ’ τους γονείς ή τον δάσκαλο για τις αταξίες του, και τόσες άλλες πληροφορίες.Πολύ συχνά είχα την ευκαιρία να ενεργοποιώ τις αισθήσεις μου με γεύσεις και μυρουδιές που συνδέονταν άμεσα με τις παραδοσιακές γαστρονομικές απολαύσεις που δημιουργούσε για μένα η γιαγιά.
Ούτε κατά διάνοια μπορούσα να φανταστώ τότε, ότι τα παραπάνω δεδομένα, σε συνδυασμό μ’ εκείνα που προσλάμβανα από τους γονείς μου, δημιουργούσαν την ατομική μου πολιτισμική βάση, πάνω στην οποία, αργότερα, θα στήριζα την προσωπική μου πολιτισμική ταυτότητα.
Πολύ αργότερα, και χάρη στη βοήθεια και τη συμβολή εξειδικευμένων σπουδών, διαπίστωσα ότι γενιές και γενιές ανθρώπων μεγάλωσαν και δημιούργησαν οικοδομώντας επάνω στα θεμέλια της εκάστοτε οικογενειακής παράδοσης, κεντρικό πρόσωπο της οποίας - και με εξέχοντα πρωταγωνιστικό ρόλο - είναι η γιαγιά και ο παππούς.
Επομένως, αποτελούν για κάθε μικρό παιδί την οικεία μορφή, η οποία, αφενός μεν, είναι φορέας ζωντανής παράδοσης, ηθών και εθίμων, αφετέρου δε, λειτουργεί ως ο συνδετικός κρίκος παρελθόντος – παρόντος, γεγονός που θεωρείται ως ιδιαίτερα σημαντικό για τη θεμελίωση ιστορικής συνείδησης, ενώ λειτουργεί και αξιοποιείται πλέον από τις σύγχρονες διδακτικές μεθόδους ως εργαλείο, απαραίτητο για την ανάπτυξη και την οικοδόμηση ιστορικής γνώσης.
Τετάρτη 3 Απριλίου 2013
Μοσχοφίλερο, το διαμάντι του ελληνικού αμπελώνα ...
κείμενα: Κώστας Ταρναβάς | φωτογραφίες: οινοποιείο ΦΡΑΓΚΟΣ ΣΠΥΡΟΣ
Στην καρδιά της Πελοποννήσου στο κεντρικό τμήμα της Αρκαδίας
βρίσκεται η περιοχή της Μαντινείας. Μπορεί το γόητρό της ως ισχυρή πόλη
στην
αρχαιότητα να μην υφίσταται πλέον, όμως το θαυμάσιο μοσχοφίλερό της την κατατάσσει στις ισχυρότερες αμπελουργικές ζώνες της χώρας μας.
Το ένδοξο παρελθόν της περιοχής έχουν μείνει να θυμίζουν μόνο τα πολυάριθμα μνημεία.
Το οροπέδιο της Μαντινείας με μέσο υψόμετρο 660 μέτρα περιβάλλεται από τα όρη Μαίναλο, Αρτεμίσιο, Ολίγυρτο, Πάρνωνα και Κτενιά. Τα συγκεκριμένα αργιλώδη και αργιλοασβεστώδη εδάφη “διάλεξε” το κόκκινο αυτό σταφύλι για να χαρίσει στο μοσχοφίλερο έντονα αρώματα τριαντάφυλλου και εσπεριδοειδών. Έτσι κάθε Οκτώβριο γεννιέται σε 5.500 στρέμματα αμπελιών το λευκό κρασί που όλοι απολαμβάνουμε χάρη στη δροσερή φίνα του γεύση κυρίως με ψάρια, πουλερικά, τυριά, αλλαντικά και πράσινες σαλάτες (ενδεδειγμένη θερμοκρασία 12⁰ C).
Το μοσχοφίλερο χαρακτηρίζεται από τους ειδικούς ως ποικιλία ζωηρή και παραγωγική. Τα σταφύλια ωριμάζουν αργά και ο τρύγος πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια του δέκατου μήνα του χρόνου. Ο κίνδυνος από τις φθινοπωρινές βροχές είναι πάντα ορατός και ίσως να αποτελεί ακόμη μια αιτία που το μοσχοφίλερο είναι τόσο “ακριβό” στη γεύση. Οι οινοποιοί λένε πως το κρασί είναι ένας ζωντανός οργανισμός και επηρεάζεται από πολλά.
Η φράση “ευλογημένος τόπος” είναι πολυφορεμένη, όμως πώς αλλιώς να χαρακτηρίσει κανείς έναν τόπο που παράγει μία από τις καλύτερες ποικιλίες κρασιών στον κόσμο; Γιατί στη Μαντινεία και πουθενά αλλού δεν παράγεται το μοσχοφίλερο.
Όποιοι μάλιστα από τους οινοποιούς δοκίμασαν να το καλλιεργήσουν αλλού, ομολογούν πως η γεύση και τα αρώματα του “αυθεντικού” είναι αξεπέραστα. Είναι μέλος μιας μεγάλης οικογένειας ποικιλιών, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και χρώματα που είναι γνωστές με την ονομασία Φιλέρια. Πρόκειται για τη μοναδική κόκκινη, μοσχάτη ελληνική ποικιλία. Αυτό που δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι είναι πως το λευκό ξηρό μοσχοφίλερο που απολαμβάνουμε προέρχεται από ένα κόκκινο σταφύλι μεγάλου μεγέθους, κυλινδροκωνικού σχήματος. Μετά την προσεκτική συλλογή της πρώτης ύλης τα σταφύλια τοποθετούνται σε πνευματικά πιεστήρια.
Ο φλοιός διαχωρίζεται από τον μούστο και η ζύμωση που ακολουθεί πραγματοποιείται σε ανοξείδωτες δεξαμενές, σε αντίθεση με τα κόκκινα κρασιά όπου η ζύμωση γίνεται σε δρύινα βαρέλια. Στη συνέχεια ο οίνος μεταφέρεται σε δεξαμενές αποθήκευσης όπου και παραμένει μέχρι την εμφιάλωση. Εκτός από λευκά μπορεί να παράγει και ροζέ ξηρά κρασιά αλλά και φυσικούς αφρώδεις οίνους λόγω της υψηλής οξύτητας που διαθέτει. Σημειωτέον, εξαιτίας του ροδαλού χρώματος των σταφυλιών η οινοποίηση λευκών κρασιών απαιτεί μεγάλη προσοχή.
Πριν από 41 χρόνια, το 1971, στη Μαντινεία δόθηκε το δικαίωμα να παράγει οίνο Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας ( Ο.Π.Α.Π.). Τα αμπέλια της ζώνης καλλιεργούνται με τις ποικιλίες μοσχοφίλερο και ασπρούδες (ονομασία που καλύπτει πολλές λευκές ποικιλίες). Για την παραγωγή των οίνων Ο.Π.Α.Π. Μαντινεία γίνεται συνοινοποίηση μοσχοφίλερου κατά 80% και ασπρουδών κατά 20%.
Το μοσχοφίλερο συγκαταλέγεται στα τέσσερα “βαριά χαρτιά” της ελληνικής οινοπαραγωγής. Επελέγη μαζί με το Αγιωργίτικο Νεμέας, το Ασύρτικο Σαντορίνης και το Ξινόμαυρο Νάουσας ως μία από τις τέσσερις ποικιλίες – πρεσβευτές των ελληνικών οίνων. Στο εξωτερικό η ποικιλία χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης και ίσως έχει φτάσει η ώρα η “Πολυάμπελος χώρα” του Ομήρου να αποκτήσει και πάλι τη χαμένη αίγλη που κατείχε στην αρχαιότητα.
Η ιστορία
Οι απόψεις διίστανται και η βιβλιογραφία για το μοσχοφίλερο είναι
πλούσια. Μερικοί θεωρούν πως πρόκειται για την Καπνία άμπελο που
αναφέρουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Μια άλλη εκδοχή υποστηρίζει πως την
ποικιλία την έφεραν οι Βαυαροί επί Όθωνα και πως πρόκειται για μια
παραλλαγή είτε της ιταλικής ποικιλίας Traminer, είτε της γαλλικής
Gewurztraminer. Πάντως όπως και να έχει, το μοσχοφίλερο είναι ένα,
μοναδικό και 100% ελληνικό τέκνο της αρκαδικής γης.
Το οινοποιείο και οι αμπελώνες βρίσκονται σε μια απο τις αρχαιότερες περιοχές της Ελλάδας, γνωστή παγκοσμίως απο τα Ομηρικά έπη, τις τραγωδίες των Αρχαίων ποιητών και τους μύθους των Ελλήνων. Οι ανασκαφές στισ Μυκήνες, έφεραν στο φώς της ιστορίας όλα όσα ήταν γνωστά μόνο ως μύθοι.
Με απόλυτο σεβασμό στον τόπο και στις παραδόσεις, το οινοποιείο Φράγκου σας καλεί σε μια διαδρομή γεύσης μέσα απο τους αιώνες.
Άρθρο που δημοσίευσε το περιοδικό
αρχαιότητα να μην υφίσταται πλέον, όμως το θαυμάσιο μοσχοφίλερό της την κατατάσσει στις ισχυρότερες αμπελουργικές ζώνες της χώρας μας.
Το ένδοξο παρελθόν της περιοχής έχουν μείνει να θυμίζουν μόνο τα πολυάριθμα μνημεία.
Το οροπέδιο της Μαντινείας με μέσο υψόμετρο 660 μέτρα περιβάλλεται από τα όρη Μαίναλο, Αρτεμίσιο, Ολίγυρτο, Πάρνωνα και Κτενιά. Τα συγκεκριμένα αργιλώδη και αργιλοασβεστώδη εδάφη “διάλεξε” το κόκκινο αυτό σταφύλι για να χαρίσει στο μοσχοφίλερο έντονα αρώματα τριαντάφυλλου και εσπεριδοειδών. Έτσι κάθε Οκτώβριο γεννιέται σε 5.500 στρέμματα αμπελιών το λευκό κρασί που όλοι απολαμβάνουμε χάρη στη δροσερή φίνα του γεύση κυρίως με ψάρια, πουλερικά, τυριά, αλλαντικά και πράσινες σαλάτες (ενδεδειγμένη θερμοκρασία 12⁰ C).
Το μοσχοφίλερο χαρακτηρίζεται από τους ειδικούς ως ποικιλία ζωηρή και παραγωγική. Τα σταφύλια ωριμάζουν αργά και ο τρύγος πραγματοποιείται κατά τη διάρκεια του δέκατου μήνα του χρόνου. Ο κίνδυνος από τις φθινοπωρινές βροχές είναι πάντα ορατός και ίσως να αποτελεί ακόμη μια αιτία που το μοσχοφίλερο είναι τόσο “ακριβό” στη γεύση. Οι οινοποιοί λένε πως το κρασί είναι ένας ζωντανός οργανισμός και επηρεάζεται από πολλά.
Η φράση “ευλογημένος τόπος” είναι πολυφορεμένη, όμως πώς αλλιώς να χαρακτηρίσει κανείς έναν τόπο που παράγει μία από τις καλύτερες ποικιλίες κρασιών στον κόσμο; Γιατί στη Μαντινεία και πουθενά αλλού δεν παράγεται το μοσχοφίλερο.
Όποιοι μάλιστα από τους οινοποιούς δοκίμασαν να το καλλιεργήσουν αλλού, ομολογούν πως η γεύση και τα αρώματα του “αυθεντικού” είναι αξεπέραστα. Είναι μέλος μιας μεγάλης οικογένειας ποικιλιών, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και χρώματα που είναι γνωστές με την ονομασία Φιλέρια. Πρόκειται για τη μοναδική κόκκινη, μοσχάτη ελληνική ποικιλία. Αυτό που δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι είναι πως το λευκό ξηρό μοσχοφίλερο που απολαμβάνουμε προέρχεται από ένα κόκκινο σταφύλι μεγάλου μεγέθους, κυλινδροκωνικού σχήματος. Μετά την προσεκτική συλλογή της πρώτης ύλης τα σταφύλια τοποθετούνται σε πνευματικά πιεστήρια.
Ο φλοιός διαχωρίζεται από τον μούστο και η ζύμωση που ακολουθεί πραγματοποιείται σε ανοξείδωτες δεξαμενές, σε αντίθεση με τα κόκκινα κρασιά όπου η ζύμωση γίνεται σε δρύινα βαρέλια. Στη συνέχεια ο οίνος μεταφέρεται σε δεξαμενές αποθήκευσης όπου και παραμένει μέχρι την εμφιάλωση. Εκτός από λευκά μπορεί να παράγει και ροζέ ξηρά κρασιά αλλά και φυσικούς αφρώδεις οίνους λόγω της υψηλής οξύτητας που διαθέτει. Σημειωτέον, εξαιτίας του ροδαλού χρώματος των σταφυλιών η οινοποίηση λευκών κρασιών απαιτεί μεγάλη προσοχή.
Πριν από 41 χρόνια, το 1971, στη Μαντινεία δόθηκε το δικαίωμα να παράγει οίνο Ονομασίας Προέλευσης Ανωτέρας Ποιότητας ( Ο.Π.Α.Π.). Τα αμπέλια της ζώνης καλλιεργούνται με τις ποικιλίες μοσχοφίλερο και ασπρούδες (ονομασία που καλύπτει πολλές λευκές ποικιλίες). Για την παραγωγή των οίνων Ο.Π.Α.Π. Μαντινεία γίνεται συνοινοποίηση μοσχοφίλερου κατά 80% και ασπρουδών κατά 20%.
Το μοσχοφίλερο συγκαταλέγεται στα τέσσερα “βαριά χαρτιά” της ελληνικής οινοπαραγωγής. Επελέγη μαζί με το Αγιωργίτικο Νεμέας, το Ασύρτικο Σαντορίνης και το Ξινόμαυρο Νάουσας ως μία από τις τέσσερις ποικιλίες – πρεσβευτές των ελληνικών οίνων. Στο εξωτερικό η ποικιλία χαίρει ιδιαίτερης εκτίμησης και ίσως έχει φτάσει η ώρα η “Πολυάμπελος χώρα” του Ομήρου να αποκτήσει και πάλι τη χαμένη αίγλη που κατείχε στην αρχαιότητα.
Η ιστορία
Το οινοποιείο και οι αμπελώνες βρίσκονται σε μια απο τις αρχαιότερες περιοχές της Ελλάδας, γνωστή παγκοσμίως απο τα Ομηρικά έπη, τις τραγωδίες των Αρχαίων ποιητών και τους μύθους των Ελλήνων. Οι ανασκαφές στισ Μυκήνες, έφεραν στο φώς της ιστορίας όλα όσα ήταν γνωστά μόνο ως μύθοι.
Με απόλυτο σεβασμό στον τόπο και στις παραδόσεις, το οινοποιείο Φράγκου σας καλεί σε μια διαδρομή γεύσης μέσα απο τους αιώνες.Άρθρο που δημοσίευσε το περιοδικό
"ΕΠΑΘΛΟ". (Είναι το ίδιο περιοδικό που είχε φέρει στο
φως της δημοσιότητας
τις, σπάνιας ομορφιάς, φωτογραφίες από το φαράγγι Ινάχου
του Αρτεμισίου).
ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΚΑΤΑΚΤΗΜΕΝΟΙ...
Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση
τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση.
Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:
Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια.
Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν
θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε,
είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι
είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.
Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.
Γίναμε
αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο
συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο», λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε
γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς
ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνουνται
αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα
απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια.
Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά
στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο,
ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι
μας.
Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν
τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους
λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα
ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα,
να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα,
να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα
Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα
Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν;
Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια.
Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των
παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία.
Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.
Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε.
Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.
Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!
Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;
Τι μένει όταν ο σερ και η μάνταμ, έκπληκτοι, χάνουν
το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται
αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού
ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς Χαρακτήρας που μας
επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»;
Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.
Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για
χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας.
Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για
δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον
ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που
μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο
διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν
στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα
πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν
καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι ελληνική, όμως, πόσο λίγο
κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο ελληνική είναι η Ελλάδα!
Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;
Όταν κλαίγαμε το
’74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις
μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την
τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας;
Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...
Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».
Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.
Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας.
Βοήθησε να καθαρίσει
το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο
μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Θα ήμασταν αφελείς αν πιστεύαμε
πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, ας πούμε τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου
(αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις
δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε. Ξέρουμε καλά
πως ότι έμεινε εκτεθειμένο (το γιατί είναι μια άλλη κουβέντα, που ελπίζω
πως θα γίνει), ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα
κατασπαραχθεί.
Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει “plan B”. Θα
ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της
προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο,
στο συμφέρον, στο νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει
βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες
ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς “Όχι”. Έστω και για μια
στιγμή. Ένα “Όχι” καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί
Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό
μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας
“Ναι”.
Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.
Θα τα καταφέρουμε,
το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το
μόνο που φοβόμαστε, είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο
που μας φοβίζει, είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας
πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι,
φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό
θα μας χαμογελάσει.
Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει. Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με:
Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια.
Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν
θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε,
είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι
είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίνθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων και ότι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει.
Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση, με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια.
Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ότι μάς γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ότι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.
Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε.
Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα.
Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο!
Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μάνταμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;
Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.
Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ’ έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;
Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ’ αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί, ότι ποτέ μας κράτησε σ’ αυτόν τον τόπο, ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι».
Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής, είναι σημαντικότερο απ’ ότι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.
Αυτό το «Όχι», φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: Εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες», τόσο της Κύπρου, όσο και της Ελλάδας.
Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.
ΝΕΑ
24.03.2013
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)





































